Ο μικρός στρατιώτης από τη Σιέρα Λεόνε

ΚΟΣΜΟΣ
Στην ηλικία των 12 οι «καλοί» φιλοκυβερνητικοί στρατολόγησαν τον Ισμαήλ Μπεάχ για να σκοτώσει τους «κακούς» αντάρτες κατά τη διάρκεια του

Ο μικρός στρατιώτης από τη Σιέρα Λεόνε

Σκότωσαν τον πατέρα του, τη μητέρα του, τα αδέρφια του, τους παππούδες του και όλους τους φίλους του. Εκαψαν το σπίτι του και κατέστρεψαν το χωριό του. Στη συνέχεια του έδωσαν κοκαΐνη αναμεμειγμένη με μπαρούτι, του έβαλαν ένα Καλάσνικοφ στα χέρια και τον διέταξαν να σκοτώνει με όλο το μίσος που είχε μέσα του και να σταματήσει μόνο αφού θα τους έχει σκοτώσει όλους. Ολα αυτά συνέβησαν στον Ισμαήλ Μπεάχ όταν ήταν μόλις 12 ετών, πήγαινε σχολείο κι έπαιζε μπάλα όπως όλοι οι συμμαθητές του. Σήμερα είναι 26 χρόνων και περιγράφει τις φρικιαστικές εμπειρίες του στο βιβλίο «Αναμνήσεις ενός παιδιού στρατιώτη», το οποίο έχει γίνει μπεστ σέλερ σε πολλές χώρες του κόσμου.

Ηταν το 1993, όταν στη Σιέρα Λεόνε, τη μικρή χώρα όπου ζούσε ο Ισμαήλ, ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος που κράτησε δέκα χρόνια. Από τη μια μεριά οι αντάρτες του Ενωμένου Επαναστατικού Μετώπου, από την άλλη οι φιλοκυβερνητικοί, αποφασισμένοι να διατηρήσουν τον έλεγχο των αδαμαντωρυχείων, της μόνης μεγάλης φυσικής πηγής πλούτου. Στη μέση, τα παιδιά ηλικίας 8-13 ετών, στρατολογημένα και στα δύο μέτωπα για να υπηρετούν ως φονιάδες. «Ομως, παρά την τεράστια ανθρωποσφαγή που έζησα και περιγράφω, στο βιβλίο μου δεν κυριαρχεί το αίσθημα του θανάτου. Αντιθέτως, το έγραψα καθοδηγούμενος από τις τρυφερές αναμνήσεις της διακεκομμένης παιδικής ηλικίας μου. Ηθελα να τις μοιραστώ με όλο τον κόσμο» εξηγεί ο Ισμαήλ, ο οποίος πριν από εννέα χρόνια «αφοπλίστηκε» χάρη στους εθελοντές της UNICEF και σήμερα είναι κάτοικος της Νέας Υόρκης. «Πιστεύω ότι δεν είναι σωστό να θεωρούμε την Αφρική ένα μεγάλο υπαίθριο τρελοκομείο. Η ήπειρος καταγωγής μου δεν αποτελείται μόνο από βίαιους ψυχάκηδες όπως αυτοί που έσφαξαν την οικογένειά μου και αποκεφάλισαν τους φίλους μου. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, η Σιέρα Λεόνε ήταν ένας μικρός, ειρηνικός παράδεισος, όπου μαζί με τα αδέρφια μου μεγάλωσα υπό την προστασία της αγαπημένης οικογένειάς μου».

Ωστόσο, με το ξέσπασμα του πολέμου όλα ανατράπηκαν. «Ημουν μόλις 12 ετών και η απόλυτη μοναξιά με βάραινε, όπως και η εικόνα των τόσων πτωμάτων. Κείτονταν στους σκονισμένους δρόμους και έβαφαν κόκκινο το ποτάμι όπου κάποτε κολυμπούσα με τους φίλους μου. Στο μυαλό μου οι επαναστάτες ήταν χωρίς συζήτηση οι Κακοί. Τους είδα να παίζουν με τα κεφάλια των πτωμάτων, να καίνε ζωντανούς τους ηλικιωμένους, να βιάζουν τις κοπέλες, να εξοντώνουν την οικογένειά μου. Είχα υποστεί πλύση εγκεφάλου από τους Καλούς (όπως τους θεωρούσα τότε) φιλοκυβερνητικούς, οι οποίοι μου έδωσαν ένα όπλο και με έστρεψαν ενάντια σε ανθρώπους που είχαν πάνω-κάτω την ίδια ηλικία μ’ εμένα» γράφει ο Ισμαήλ στο βιβλίο του.

Ο Γολγοθάς του νεαρού πολεμιστή τελείωσε όταν τον εντόπισε τυχαία ένας εθελοντής της UNICEF, που τον αποστράτευσε και τον έστειλε σ’ ένα κέντρο αποκατάστασης για πρώην παιδιά-στρατιώτες. «Εκεί γνώρισα παιδιά από το μέτωπο των Κακών και όταν άκουσα τις ιστορίες τους, κατάλαβα ότι ήταν στην ίδια κατάσταση μ’ εμένα. Ημασταν όλοι ανήλικοι, είχαμε υποδουλωθεί από τους ενηλίκους των αντίθετων μετώπων, οι οποίοι μας είχαν στείλει για σφαγή ενώ οι ίδιοι πλούτιζαν» γράφει ο Ισμαήλ.

Υιοθεσία και αξιοπρεπής ζωή στη Νέα Υόρκη

Το Νοέμβριο του 1996, και πάλι με τη βοήθεια της UNICEF, ο 15χρονος τότε Ισμαήλ Μπεάχ πέταξε στη Νέα Υόρκη, όπου μίλησε σ’ ένα συνέδριο σχετικά με το πρόβλημα των παιδιών-στρατιωτών. Εκεί γνώρισε τη Λόρα Σιμς, μια συγγραφέα που συγκινήθηκε από την ιστορία του και αποφάσισε να τον υιοθετήσει. «Χάρη σ’ εκείνη, το 1998 άφησα οριστικά τη Σιέρα Λεόνε, που ήταν ακόμα σε εμπόλεμη κατάσταση, και ήρθα να ζήσω μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Χάρη στη μητέρα μου σπούδασα πολιτικές επιστήμες και ζω μια αξιοπρεπή ζωή, για την οποία οι γονείς και οι παππούδες μου θα ένιωθαν πολύ περήφανοι. Τα βράδια στον ύπνο μου τους βλέπω να χαμογελούν» λέει ο Ισμαήλ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΥ