Ο κόσμος όλος δέχεται σήμερα καταιγισμό πληροφοριών, φημών, εκτιμήσεων και προβλέψεων για το λεγόμενο σκάνδαλο της Siemens και τις επιπτώσεις του στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Κι όμως, αυτός ο καταιγισμός, αντί να κάνει τους περισσότερους από μας να καταλάβουν τι γίνεται, μάλλον μας έχει μπερδέψει και πολύ μάλιστα. Στην πραγματικότητα, το μόνο που αντιλαμβάνεται ο μέσος πολίτης είναι ότι το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του είναι διεφθαρμένο κι ότι η Siemens χρηματοδοτούσε πολιτικούς και κόμματα. Αυτό είναι σωστό. Αλλά δεν αρκεί για να καταλάβουμε το μέγεθος της υπόθεσης που συγκλονίζει την Ελλάδα. Αξίζει να δούμε πώς άρχισε αυτή η ιστορία και πώς φθάσαμε έως εδώ. Και αναρωτιόμαστε όλοι πού θα καταλήξει αυτή η υπόθεση.
Η Siemens είναι μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις παγκοσμίως και η έδρα της βρίσκεται στη Γερμανία. Με ισχυρές διασυνδέσεις με το γερμανικό κατεστημένο και όχι μόνον. Αντίθετα από ό,τι νομίζουμε ευρέως, η εταιρεία αυτή δεν έχει ως κύρια δραστηριότητά της τις ηλεκτρικές κουζίνες και τα ψυγεία. Αυτή είναι μόνον η μία διάσταση των δραστηριοτήτων της. Στην πραγματικότητα, ο μεγάλος όγκος των δραστηριοτήτων της σχετίζεται με την τηλεφωνία, σταθερή αλλά και κινητή, μέσω της σουηδικής Εricson, την οποία έχει εξαγοράσει. Δραστηριοποιείται στις οπτικές ίνες, στα πληροφορικά συστήματα, τα μεγάλα τηλεφωνικά κέντρα και σε υψηλού επιπέδου τεχνολογικής υποστήριξης μηχανήματα. Αλλά και στην κατασκευή ή στον τεχνολογικό εξοπλισμό ακόμα και σιδηροδρομικών συρμών.
Η γερμανική Siemens υπήρξε επί σειρά δεκαετιών ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές της ελληνικής Πολιτείας. Κυρίως του ΟΤΕ, του ΟΣΕ αλλά και του υπουργείου Εθνικής Αμυνας.
Επί σειράν ετών εκτιμάτο ότι η Siemens πουλούσε ακριβότερα τα προϊόντα της στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλες
ς ευρωπαϊκές χώρες, αλλά όλες οι κυβερνήσεις συμφωνούσαν στο να της δίδονται οι προμήθειες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτες αναθέσεις στη Siemens για τις ψηφιακές παροχές του ΟΤΕ έγιναν επί κυβερνήσεως συνεργασίας της Ν.Δ. με την Αριστερά το καλοκαίρι του 1989 με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών πολιτικών αρχηγών τότε (Μητσοτάκης, Φλωράκης, Κύρκος). Αλλά η επέκταση της συμφωνίας έγινε αργότερα, το 1994, επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ και Ανδρέα Παπανδρέου. Επί όλων των κυβερνήσεων η Siemens δεν είχε πρόβλημα να παίρνει τις δουλειές που χρειαζόταν. Η δικαιολογία ήταν το πολύ καλό προϊόν της. Εστω κι αν κάποιοι από τότε επεσήμαιναν ότι είναι πολύ ακριβότερο από ό,τι το πωλούσε σε άλλες χώρες.
Ωστόσο, αποδείξεις ότι οι αποφάσεις, που ελάμβαναν οι κυβερνήσεις υπέρ της Siemens ήταν εκ του πονηρού ουδέποτε προσκομίσθηκαν. Και έτσι, συνέχιζε επί μακρόν η γερμανική αυτή εταιρεία να κυριαρχεί στις προμήθειες του ελληνικού Δημοσίου. Ωσπου πριν από λίγα χρόνια, μετά το 2005, τα πάντα άλλαξαν. Πού οφείλεται αυτή η αλλαγή; Αξίζει να παρουσιάσουμε το χρονικό όσων προηγήθηκαν.
Η Siemens έκανε ένα μεγάλο λάθος: θέλησε να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και εκ των πραγμάτων να υπαχθεί στην αυστηρή νομοθεσία που ισχύει στις ΗΠΑ για τις εταιρείες που είναι εισηγμένες εκεί. Μολονότι στη Γερμανία μέχρι το 2000 χονδρικά επιτρεπόταν να δίνεται προμήθεια για να μπορούν οι γερμανικές εταιρείες να παίρνουν δουλειές στο εξωτερικό, η κατάσταση αυτή άλλαξε εξαιτίας δύο κυρίως λόγων, της εισαγωγής στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης αλλά και της αυστηρότερης νομοθεσίας για το «βρόμικο χρήμα» που επιβλήθηκε και στην Ευρώπη συνεπεία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Λέγεται ότι οι πρώτοι που ανακάλυψαν ύποπτες συναλλαγές της Siemens ήταν οι αμερικανικές διωκτικές αρχές, που μετά το
2001 επεξέτειναν τις έρευνές τους για τον εντοπισμό περίεργων κινήσεων λογαριασμών φοβούμενες χρηματοδότηση τρομοκρατών.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι έρευνες ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ. Λέγεται ότι αυτό οφείλεται στις πιέσεις που άσκησαν ισχυρές αμερικανικές εταιρείες, ανταγωνίστριες της Siemens, όπως η General Electric, η μεγαλύτερη εταιρεία στον κόσμο, που όμως δεν μπορούσε να σταυρώσει δουλειά στον τρίτο κόσμο, γιατί δεν μπορούσε να «λαδώσει» εξαιτίας της αυστηρής αμερικανικής νομοθεσίας.
Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ανέθεσε σε ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία του κόσμου, το Debevoise and Plimpton, τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τις ύποπτες συναλλαγές της Siemens και στη Γερμανία αλλά και στις χώρες όπου φαινόταν ότι δίνονταν οι προμήθειες, όπως είναι η Νιγηρία, η Γκάνα, το Πακιστάν, αλλά και η Ελλάδα.
Από την έρευνα πολλά κορυφαία στελέχη της εταιρείας βρέθηκαν να διώκονται για παράνομες συναλλαγές και για δωροδοκίες, μεταξύ των οποίων και ο Ο. Σίκατσεκ, που επί σειράν ετών ήταν το μεγάλο αφεντικό της Siemens.
Η δίκη του κ. Σίκατσεκ και άλλων συνεργατών του διεξάγεται αυτόν τον καιρό στη Γερμανία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι από τη μαρτυρία του κ. Σίκατσεκ προκύπτει σαφής δωροδοκία Ελλήνων πολιτικών, καθώς υπεστήριξε ότι τα τελευταία χρόνια, όσο ο ίδιος βρισκόταν στο τιμόνι της Siemens, δόθηκαν σε κόμματα και σε πολιτικούς στην Ελλάδα το αστρονομικό ποσό των 102 εκατομμυρίων ευρώ. Ουδείς φυσικά γνωρίζει πόσα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν δοθεί πριν από το 1992, καθώς η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στην πατρίδα μας επί πολλές δεκαετίες.
Το μείζον ερώτημα σήμερα είναι ποια κόμματα και ποιοι πολιτικοί έλαβαν τα τεράστια αυτά χρηματικά ποσά και για ποιο λόγο. Ο λόγος είναι σαφής: οι μίζες δίνονταν για να μπ
ορεί η Siemens να παίρνει τις δουλειές που ήθελε από το ελληνικό Δημόσιο, κυρίως για τον ΟΤΕ, τον ΟΣΕ και τις Ενοπλες Δυνάμεις, με πολύ μεγαλύτερο τίμημα από το πραγματικό.
Πρόσωπο-κλειδί στην περίπτωση αυτή ήταν ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάς τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια, μέχρι την αποπομπή του τα Χριστούγεννα του 2007 συνεπεία των αποκαλύψεων που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας στη Γερμανία και αλλού.
Τα κόμματα που δόθηκαν από τον κ. Σίκατσεκ ως «μιζαδόροι» της Siemens είναι η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Οσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, επιβεβαιώθηκε στην περίπτωση του Θόδωρου Τσουκάτου, ο οποίος παραδέχθηκε ότι του δόθηκαν από τον κ. Χριστοφοράκο το 1998 ένα εκατομμύριο γερμανικά μάρκα, τα οποία κατά τον άλλοτε στενό συνεργάτη τού πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη δόθηκαν στο κόμμα για τις εκλογικές του ανάγκες.
Είναι μόνον αυτά τα χρήματα που δόθηκαν στο ΠΑΣΟΚ; Ασφαλώς και όχι, αν πιστέψουμε τον κ. Σίκατσεκ. Δόθηκαν και στη Ν.Δ. κάποια ποσά. Ουδείς γνωρίζει αυτήν τη στιγμή επακριβώς. Αλλά είναι θέμα χρόνου υποστηρίζουν ορισμένοι που παρακολουθούν από κοντά την υπόθεση αυτή να αποκαλυφθούν και άλλα ονόματα και άλλα κόμματα και άλλα ποσά που σχετίζονται με τη Siemens και τις μίζες της.
Εντύπωση προκαλεί η καταγγελία του προέδρου του ΛΑΟΣ Γ. Καρατζαφέρη πως υπάρχουν αποδείξεις ότι εν ενεργεία υπουργός της κυβέρνησης της Ν.Δ., στενά συνδεδεμένος ακόμα και με τον πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, είχε ταξιδέψει μαζί με τον κ. Χριστοφοράκο με έξοδα της Siemens στη Ζυρίχη της Ελβετίας. Αραγε, σε τι αποσκοπούσε το ταξίδι αυτό, δεδομένου ότι η Ζυρίχη είναι γνωστή κυρίως για τις τράπεζές της και το άνοιγμα λογαριασμών χωρίς να τίθενται πολλές ερωτήσεις.
Θεωρείται ότι το ξέπλυμα του «μαύρου» χρήματος της
Siemens γινόταν μέσω λογαριασμών γνωστών χρηματιστών, όπως είναι οι κ.κ. Δεβλέτογλου, Γιαννακάκης και Ράμμος, το άνοιγμα των λογαριασμών των οποίων στην Ελβετία έχει ζητήσει ο εισαγγελέας κ. Αθανασίου. Λέγεται δε ότι, αν αυτό γίνει εφικτό, πολλοί θα χάσουν τον ύπνο τους.
Ερωτήματα υπάρχουν ακόμα και αναμένεται να απαντηθούν από την εισαγγελική έρευνα για την εμπλοκή ή μη στις μίζες της Siemens του πρώην υπουργού Μεταφορών Τάσου Μαντέλη, ο οποίος έχει ήδη τεθεί εκτός ΠΑΣΟΚ, και του πρώην αναπληρωτή γενικού διευθυντή του ΟΤΕ κ. Σκαρπέλη, ο οποίος είχε ρόλο-κλειδί στις προμήθειες του οργανισμού.
Μείζον επίσης ζήτημα έχει εγερθεί με το αμαρτωλό σύστημα C4I, το οποίο υποτίθεται ότι θα προμηθευόταν το υπουργείο Δημόσιας Τάξεως για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Το σύστημα αυτό το παρείχε η αμερικανική εταιρεία SAIC, η οποία όμως για να καταφέρει να προωθήσει το σύστημά της προσέλαβε ως υπεργολάβο τη Siemens Ελλάς προφανώς επειδή ήξερε πώς να δίνει τις μίζες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το C4I δεν τοποθετήθηκε για τους Ολυμπιακούς και ακόμα αγνοείται η τύχη του, μολονότι έχουν πληρωθεί πλουσιοπάροχα οι εταιρείες που υποτίθεται θα το εγκαταστήσουν στην Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μεσολαβητής της αμερικανικής εταιρείας για το συγκεκριμένο σύστημα ήταν ο Γιώργος Τρεπεκλής, πρώην γενικός γραμματέας Τουρισμού επί κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος μάλιστα πήρε αμοιβή για τη διαμεσολάβησή του αυτή το αστρονομικό ποσό των 6,5 εκατομμυρίων ευρώ. Κάτι που δεν έπεισε τον εισαγγελέα που εκτιμά ότι στην πραγματικότητα ήταν ποσό που δόθηκε για μίζες.
Για πολλούς το πρωτοφανές σκάνδαλο C4Ι είναι το μεγαλύτερο και το πλέον διακομματικό μετά τον ΟΤΕ που πλήττει την ελληνική πολιτική σκηνή. Και όταν αυτό ανοίξει, θα γίνει με λίγα λόγια χαμός. Μέχρι τότε όμως ο κόσμος θεωρεί, και δικαίως, ότι τα κόμματα και οι πολιτικοί τα… πιάνουν. Και είναι προφανές ότι μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΝΟΣ
Ξέρεις από... Siemens;
29.6.2008











