Τάσος Μπουγάς: «Οι Ελληνίδες είναι οι καλύτερες στο κρεβάτι»

SHOWBIZ

Τάσος Μπουγάς: «Οι Ελληνίδες είναι οι καλύτερες στο κρεβάτι»

«Μπορείτε να χορέψετε αβέρτα, όσο γουστάρετε και όπου γουστάρετε: στην πίστα, στα τραπέζια, στις μπάρες. Κι ό,τι δεν σας κάνει γκρεμίστε το! Ο boss θα φέρει άλλα tomorrow». Ο Τάσος Μπουγάς, γνωστός και ως «πλανητάρχης», κάνει εισαγωγή special σε κάθε live εμφάνισή του και τα πλήθη τον αποθεώνουν.

ΑΠΟ ΤΟΝ
ΗΛΙΑ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ

Φιγούρα θεατρική, με μαύρα γυαλιά και πούρο, έχει αφήσει εποχή στα ελληνικά μουσικά δρώμενα. Οι στίχοι δε των τραγουδιών του γίνονται viral: «Ελα στον παππού», «Πότε τον παίρνεις, πότε τον τρως, είναι λίγος ο μισθός», «Πάρε μου μια πίπα να κόψω το τσιγάρο».

Ομως ο Τάσος Μπουγάς δεν είναι μόνο τα, κατά μία έννοια, σατιρικά τραγούδια με τα σεξιστικά υπονοούμενα που αγαπά η νεολαία. Ο εκκεντρικός καλλιτέχνης έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως η αξέχαστη Ρίτα Σακελλαρίου, αλλά και με σύγχρονους, πολύ επιτυχημένους τραγουδιστές, όπως η Πάολα, με την οποία έκανε extra σε μαγαζιά της Χαλκιδικής στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ο Τάσος Μπουγάς έχει ζήσει μια μυθιστορηματική ζωή που θα μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Επιτυχίες, έρωτες, ίντριγκες, γάμοι, διαζύγια, χρήμα, δόξα, φυλακή. «Οταν ήμουν μια φορά στην Αμερική, με πλησίασε ένας παραγωγός και μου πρότεινε να παίξω τον Ωνάση επειδή, λέει, του έμοιαζα» αποκαλύπτει ο ίδιος στην «Espresso weekend». Τον συναντήσαμε στο παραθαλάσσιο cafe Albatross στη Λούτσα, όπου ζει μόνιμα εδώ και χρόνια. Εκεί κλείνει καθημερινά ραντεβού με τα φιλαράκια του. Εκεί οργανώνει και τα επόμενα δισκογραφικά σχέδιά του με τον Απόστολο Βούλγαρη, εκτελεστικό διευθυντή της νέας δισκογραφικής εταιρίας του Real Music. Την προηγούμενη εβδομάδα βγήκε στον αέρα το νέο τραγούδι του «Για δεν παντρεύτηκε ο Θεός», σε στίχους Λίλας Πασπαλιάρη και μουσική Νίκου Γεωργόπουλου, και την επόμενη θα κυκλοφορήσει ακόμη ένα με τις υπογραφές των ίδιων συντελεστών και τίτλο που θυμίζει κάτι από τα παλιά σουξέ του: «Τα κλειδιά και ΑΝΤΕ...»

Την ηλικία σου τη λες;
Είμαι 350 ετών! Αυτό λέω πάντα όταν με ρωτάνε. Και μην πιστεύεις αυτά που διαβάζεις σε διάφορα βιογραφικά μου που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Τα περισσότερα είναι λάθος.

Πού γεννήθηκες;
Στο Λαμπέτι του Πύργου Ηλείας. Ο πατέρας μου και η μάνα μου είχαν ένα μπακάλικο κι εγώ συχνά καθόμουν εκεί και τους βοηθούσα.

Τραγουδούσες στο μπακάλικο;
Τραγουδούσα παντού. Μου άρεσε. Με έπαιρνε ο πατέρας μου σε κάθε γιορτή συγγενών και συγχωριανών. Χαμός γινόταν. Οποιος γιόρταζε έλεγε του πατέρα μου: «Θα φέρεις και τον μικρό να τραγουδήσει».

Το σχολείο σού άρεσε;
Yes, yes... Ημουν και καλός μαθητής. Απλά, στο τέλος της τρίτης γυμνασίου σταμάτησα να έχω το μυαλό μου στα μαθήματα λόγω ενός πανηγυριού. Ηταν 24 Ιουνίου και γιορτάζαμε τον Αϊ-Γιάννη τον Ριγανά. Με ανέβασαν, λοιπόν, στο πάλκο και τραγούδησα, πιο επίσημα πλέον, μπροστά σε κοινό. Εκτοτε άρχισαν να με ζητούν και γι’ άλλες εμφανίσεις. Ετσι, το σχολείο έμεινε πίσω και το τραγούδι πέρασε μπροστά. Με φώναξαν μέχρι κι από τον ραδιοφωνικό σταθμό Πύργου, που ακουγόταν τότε μέχρι και την Ορεστιάδα, για να κάνω ζωντανές ηχογραφήσεις με μια τοπική ορχήστρα.

Εκανες ποτέ μαθήματα φωνητικής ή είσαι αυτοδίδακτος;
Αυτοδίδακτος. Φαίνεται όμως πως άρεσα πολύ και κάποια στιγμή, όταν ήμουν 16,5 χρονών, κανόνισε ένας ξάδελφος της μάνας μου ν’ ανέβω στην Αθήνα για να πάω σε μια ακρόαση για νέους τραγουδιστές που έκανε ο Μίνως Μάτσας, πατέρας του Μάκη Μάτσα, ο οποίος είχε τότε την εταιρία Odeon Parlophone. Οι γονείς μου, φυσικά, δεν ήθελαν να φύγω. Η επιθυμία τους ήταν να συνεχίσω το σχολείο. Εγώ, όμως, ακολούθησα την καρδιά μου. Ετσι βρέθηκα μαζί με άλλους 26 νέους καλλιτέχνες στο στούντιο Columbia στον Περισσό. Ο μικρότερος ήμουν εγώ. Εκείνη τη μέρα διάλεξαν μόνο εμένα και τη Μανταλένα από γυναίκες. Είχα πει, θυμάμαι, ένα τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη. Ετσι, υπέγραψα το πρώτο μου δισκογραφικό συμβόλαιο και μετακόμισα στην Αθήνα.

Μικρό παιδί ακόμα...
Yeah, αλλά η ηλικία δεν με εμπόδισε να δουλέψω και το βράδυ. Δυόμισι μήνες μετά συνεργάστηκα με τον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο στα Ηλιοβασιλέματα στο Αιγάλεω. Κατόπιν δούλεψα με τον Στράτο Παγιουμτζή, ο οποίος ήταν τεράστιος καλλιτέχνης. Ενα βράδυ με πιάνει και μου λέει: «Μη φωνάζεις, ρε, τραγουδάς και φωνάζεις». Μέχρι τότε τραγουδούσα κάθε κομμάτι όπως το άκουγα. Με ρώτησες πριν αν είμαι αυτοδίδακτος. Είμαι, αλλά ο μπαρμπα-Στράτος, όπως φώναζα τον Παγιουμτζή, μου έμαθε πώς να τραγουδάω χωρίς να φωνάζω. Ηταν για μένα μεγάλος δάσκαλος.

Ξεκίνησες θριαμβευτικά την καλλιτεχνική πορεία σου κάνοντας επιτυχίες, αλλά κάποια στιγμή χάθηκες. Τι συνέβη;
Πήγα φαντάρος. Παρουσιάστηκα στα Γιάννενα και με στείλανε μετά δέκα μήνες στο Σουφλί. Εξαφανίστηκα από την Αθήνα και τη δισκογραφία. Τότε ο Στρατός δεν ήταν όπως τώρα. Σήμερα οι καλλιτέχνες παρουσιάζονται το πρωί και το βράδυ τραγουδάνε στα μπουζούκια. Τότε δεν είχε τέτοια. Με άφηναν βέβαια να δουλέψω στο Σουφλί, σ’ ένα μαγαζί κοντά στο στρατόπεδο, αλλά Αθήνα, όχι. No way! Απαγορευόταν. Το χειρότερο βέβαια ήταν ότι στη συνέχεια βρέθηκα για έναν χρόνο ως φαντάρος και στην Κύπρο.

Το 1972;
Ναι, στις 18 Ιουλίου του 1972 έφυγα και στις 18 Ιουλίου του 1973 γύρισα. Δεν μου επιτρέπεται να πω πολλά γι’ αυτό. Πάντως, δεν πέρασα άσχημα εκεί. Δούλεψα κιόλας στην Κύπρο. Τι να το κάνεις, όμως, που ήμουν μακριά από την Αθήνα; Επιστρέφοντας, χρειάστηκε να ξεκινήσω πάλι από το μηδέν. Μάλιστα, ο Στρατός μού στέρησε την ευκαιρία να πω κι ένα τραγούδι που έγινε τεράστια επιτυχία. Είχα πρωτοπαρουσιαστεί στα Γιάννενα και ο διοικητής αρνήθηκε να μου δώσει άδεια να κατέβω στην Αθήνα για να το ηχογραφήσω. Ηταν το «Πληροφορίες κακές» που τραγούδησε τελικά ο Πέτρος Αναγνωστάκης, ο οποίος μιμήθηκε τη φωνή μου. Το ακούς και νομίζεις πως είναι Μπουγάς.

Εσύ μιμήθηκες ποτέ κανέναν τραγουδιστή;
No, no, ποτέ... Μου άρεσαν πολύ ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Μανώλης Αγγελόπουλος, οι οποίοι ήταν τότε νούμερο ένα. Οταν πέρασα από ακρόαση στην εταιρία, τους άρεσα γιατί είπα το τραγούδι του Καζαντζίδη με τον δικό μου τρόπο, χωρίς να τον μιμηθώ.

Ποιες συνεργασίες σου ξεχωρίζεις μετά το comeback σου στα μουσικά πράγματα ως πολίτης πια;
Τη συνεργασία με τη Ρίτα Σακελλαρίου. Δουλέψαμε παρέα παραπάνω από έξι χρόνια. Εγώ έβγαινα πριν απ’ αυτή. Μου φώναζε: «Ρε τρελέ, βγες να μου φτιάξεις τον κόσμο». Και πράγματι, αυτό γινόταν.

Πέρα από τη συνεργασία σας, είχε παίξει και φλερτ με τη Ρίτα;
Οχι, ποτέ. Πάντα είμαι ειλικρινής σ’ αυτά τα θέματα.

Είχες μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες, πάντως. Αληθεύει πως έχεις κάνει 10 γάμους;
Οχι 10, έχω κάνει 12 γάμους! Οι δύο έγιναν στην Ελλάδα και ήταν θρησκευτικοί και οι υπόλοιποι στο εξωτερικό. Από τον δεύτερο θρησκευτικό γάμο μου έχω αποκτήσει κι έναν γιο. Δεν είναι ο ράπερ Μηδενιστής. Δεν ξέρω πώς κυκλοφόρησε αυτή η μπούρδα. Ο γιος μου δεν έχει καμία σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο κι είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.

Τι δουλειά κάνει;
Είναι ψυχολόγος, αλλά δεν μου έχει κάνει ποτέ ψυχανάλυση. Εχω και μια εγγονή. Μπορεί, εκτός από «πλανητάρχη», να με φώναζαν πριν κάποια χρόνια και παππού λόγω του τραγουδιού «Ελα στον παππού», όμως στην πραγματικότητα έγινα παππούς πριν από 18 μήνες.

Πότε πρόλαβες να κάνεις 12 γάμους; Και γιατί παντρευόσουν συνέχεια και δεν έκανες απλά σχέσεις;
Οι 10 γάμοι στο εξωτερικό δεν έγιναν από έρωτα, αλλά και για να διευκολυνθώ στο θέμα της δουλειάς μου. Πιο παλιά μας φώναζαν από τα νυχτερινά μαγαζιά, π.χ., στη Γερμανία. Κλείναμε μια συμφωνία με τον επιχειρηματία, αρχικά για τρεις μήνες, κι αν πηγαίναμε καλά, μας κρατούσε έξι μήνες ή ακόμη κι έναν χρόνο. Επρεπε, φυσικά, ο επιχειρηματίας να πάρει άδεια παραμονής για κάθε καλλιτέχνη που έφερνε από την Ελλάδα ή οποιαδήποτε άλλη χώρα. Τύχαινε, όμως, αυτός ο καλλιτέχνης, ο οποίος είχε συμφωνήσει σε μια X αμοιβή, να κάνει μεγάλη επιτυχία και να δεχτεί πρόταση με τα διπλά λεφτά από άλλο μαγαζί. Ελα, όμως, που δεν μπορούσε ν’ αποδεχτεί αυτή την πρόταση αφού, αν το έκανε, ο επιχειρηματίας που τον είχε φέρει στη Γερμανία θα του δημιουργούσε πρόβλημα. Οχι μόνο θα τον έστελνε πίσω στην Ελλάδα, αλλά θα τον έβαζε και σε μαύρη λίστα, με συνέπεια να μην μπορεί μετά να βγάλει καθόλου επαγγελματική βίζα για το εξωτερικό για 10 χρόνια. Ενας διερμηνέας που γνώρισα στη Γερμανία εκείνα τα χρόνια ήταν ο άνθρωπος που μου έδωσε τη λύση. «Θέλεις να πας σε όποιο μαγαζί γουστάρεις και να μην έχεις ανάγκη κανέναν; Θα κάνεις έναν πολιτικό γάμο» μου είπε. Ε, και το έκανα.

Σε ποιες χώρες έχεις παντρευτεί;
Εκτός από τη Γερμανία; Στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία, όπου έχω ταξιδέψει για δουλειά. Με μια υπογραφή τελείωνε το θέμα.

Πόσα διαβατήρια έχεις;
Τι σημασία έχει; Τώρα είμαι στην Ελλάδα κι έχω ελληνικό! (γέλια)

Ερωτεύτηκες δυνατά στη ζωή σου;
Ναι, έτυχε να ερωτευτώ γυναίκες, αλλά ήταν τρελοκομεία όλες! Σήμερα ήθελαν εσένα και αύριο κάποιον άλλον. Ετσι, δεν υπήρχε διάρκεια στις σχέσεις και στους γάμους.

Θέλεις να μου πεις ότι εσύ ήσουν σωστός απέναντί τους;
Οχι. Τύχαινε το ένα βράδυ να τσακωθώ με αυτή που ήμουν παντρεμένος εκείνη την εποχή και να μου την πέσει μια άλλη και να φύγουμε το πρωί μαζί από το μαγαζί. Αυτό το έκανα συνέχεια. Πολλές φορές με έπιαναν επ’ αυτοφώρω και γινόταν της μουρλής. Εμένα που με βλέπεις με έχουν γράψει οι γερμανικές εφημερίδες λόγω μιας φασαρίας που έγινε με 11 γυναίκες ένα χάραμα.

Λεπτομέρειες θέλω.
Δέκα πρώην μου περίμεναν έξω από το κέντρο να δουν με ποια θα φύγω και μόλις βγήκαμε, επιτέθηκαν σε μένα και σ’ εκείνη. Επεσε ξύλο!

Ηρθε η αστυνομία και τις μάζεψε;
Και μένα μαζί. Με άφησαν όμως μετά. Τους είπα: «Τι φταίω εγώ; Αφού με θέλουν!» (πολλά γέλια)

Τώρα είσαι παντρεμένος;
Οχι, τώρα είμαι free. Εχω μια σχέση βέβαια.

Ποιες γυναίκες σού αρέσουν περισσότερο;
Οι Ελληνίδες! Εχω πάει με γυναίκες απ’ όλα τα κράτη της Γης. Οι Ελληνίδες είναι οι πιο όμορφες και, φυσικά, οι καλύτερες στο κρεβάτι!

Οι γυναίκες που παντρεύτηκες στην Ελλάδα σε ζήλευαν;
Πολύ. Και τις δύο φορές χώρισα από ζήλια, τρομερή ζήλια. Η γυναίκα μου, με την οποία έκανα τον γιο μου, με χρέωνε κάθε μέρα, επί έξι ολόκληρους μήνες, ότι πήγαινα με άλλες. Και δεν είχα πάει. Της ήμουν πιστός. Ασχετα που εκείνη δεν με πίστευε. Είχε βάλει μέχρι και τον αδελφό της να με παρακολουθήσει. Κι όταν της είπε ότι είμαι σωστός, κατηγόρησε κι εκείνον ότι τα έκανε πλακάκια μαζί μου. Ε, στο τέλος κι εγώ πήγα με άλλη από αντίδραση. Εκανα, δηλαδή, αυτό που με κατηγορούσε τόσο καιρό. Τσακωθήκαμε άγρια και της πήρα το παιδί. Εγώ μεγάλωσα τον γιο μου στο εξωτερικό. Ηταν δυόμισι ετών όταν τον πήρα μακριά της και 13,5 όταν συνάντησε ξανά τη μητέρα του. Σήμερα οι σχέσεις μας έχουν αποκατασταθεί. Yeah!

Γιατί χρησιμοποιείς συνέχεια αγγλικές λέξεις;
Ετσι με γουστάρει ο κόσμος. Αν δεν τους πετάξω ένα yeah ή ένα hello στα προγράμματά μου, τα ζητάνε μόνοι τους.

Τα γυαλιά είναι το σήμα κατατεθέν σου;
Ναι, τα γυαλιά και το πούρο. Το 1998 αποφάσισα να κάνω μια αλλαγή στην εμφάνισή μου. Δεν πήγα σε πλαστικό χειρουργό, όπως κάνουν τόσοι και τόσες. Επέλεξα να φορέσω γυαλιά ηλίου, δύο διαφορετικά και μοναδικά σχέδια. Ημουν στην Αυστραλία με έναν φίλο μου κι έκανα ειδική παραγγελία 15 ζευγάρια από τη Νικαράγουα. Μου τα στείλανε με συμβόλαιο-εγγύηση ότι τα ίδια καλούπια δεν θα κυκλοφορήσουν ποτέ ξανά. Ψάξε όπου θέλεις, αυτά τα γυαλιά δεν θα τα βρεις πουθενά στον κόσμο. Με αυτά θα με δεις παντού: στις πίστες, στις αφίσες, στις φωτογραφίσεις μου. Τα φοράω ακόμη κι όταν οδηγώ το βράδυ.

Πώς και σου κόλλησαν το παρατσούκλι «πλανητάρχης»;
Το 1998 ένα από τα φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας διεθνώς ήταν το σκάνδαλο με τον Μπιλ Κλίντον και τη Μόνικα. Εγώ τότε δούλευα στη Θεσσαλονίκη, αλλά στα ρεπό μου κατέβαινα στην Αθήνα. Καθόμουν, λοιπόν, σε μια καφετέρια κι είχα παραγγείλει φραπέ. Τότε, μου λέει ένας φίλος μου, ο Μπάμπης: «Γράψε, ρε, ένα τραγούδι για τον Κλίντον». Μου το λέει μία, μου το λέει δύο, μου το λέει τρεις, στο τέλος φωνάζω αυτόν που είχε το μαγαζί: «Ρε Θανάση, φέρε ένα στιλό κι ένα χαρτί». Σε δύο λεπτά το είχα γράψει. Τρεις μέρες μετά έχω κανονίσει ένα εξτρά στην Κοζάνη. Εχουμε περίπου 5.000 κόσμο. Λέω στην ορχήστρα: «Πάμε να πούμε τον “Πλανητάρχη”». Κάποιοι είχαν ενδοιασμούς. Τελικά το παίξαμε. Ε, από εκείνη τη στιγμή και για μια ώρα δεν παίζαμε άλλο τραγούδι. Εγινε τεράστιο σουξέ! Είχε κυκλοφορήσει με το περιοδικό «Πίστα». Κάθε 13 μέρες έκοβαν 33.000 cd. Μιλάμε για νούμερα, όχι αστεία. Υπολογίζεται ότι πρέπει να πέρασε το 1.000.000 cd συνολικά. Είχε γίνει χαμός.

Ποια είναι η γνώμη σου για τον σημερινό πλανητάρχη Ντόναλντ Τραμπ;
Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας αυτοδημιούργητος άνθρωπος, ο οποίος έχει κάνει τεράστια περιουσία και ξέρει τι μπορεί να χρειάζεται τόσο ένας επιχειρηματίας όσο κι ένας απλός υπάλληλος. Εγώ πιστεύω πως θ’ αλλάξει πολλά πράγματα. Βέβαια θα πειραχτούν και πολλοί. Αυτό φαίνεται κιόλας από τις αντιδράσεις εναντίον του.

Για τους Ελληνες πολιτικούς ποια είναι η γνώμη σου; Υπάρχει κάποιος που συμπαθείς;
Οι μεγαλύτεροι ψεύτες είναι αυτοί που κυβερνούν αυτή τη στιγμή. Ο Αλέξης Τσίπρας και το επιτελείο του.

Τον ψήφισες;
Ναι, την πρώτη φορά τον ψήφισα. Δεν θα πω ψέματα. Περίμενα κι εγώ ότι κάτι θ’ άλλαζε.

Με την πολιτική ασχολήθηκες ποτέ;
Οχι, και ούτε θέλω. Μου έχουν κάνει προτάσεις στο παρελθόν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Απάντησα και τις δυο φορές ότι δεν κάνω γι’ αυτό, γιατί δεν είμαι επαγγελματίας ψεύτης. Το τραγούδι, από την άλλη μεριά, βγαίνει μέσα από την ψυχή μου. Το αγαπώ και δεν το κάνω αγγαρεία. Δεν έχω κάνει ποτέ άλλη δουλειά.

Στη νύχτα έχεις ζήσει άγρια σκηνικά;
Θυμάμαι ένα βράδυ που λαχτάρησε όλο το μαγαζί. Είμαι με τη Ρίτα Σακελλαρίου στο Queen Ann. Σε μπροστινό τραπέζι, αριστερά από την πίστα, κάθεται ένας τύπος με την παρέα του. Εγώ τραγουδώ κι εκείνος βγάζει από την τσέπη του ένα γυαλιστερό 45άρι πιστόλι, το αφήνει στο τραπέζι και λέει: «Θέλω αυτό το τραγούδι». Τι να κάνω κι εγώ; Τραγουδώ ό,τι μου ζητάει. Φυσικά, το σκηνικό το έχει πάρει χαμπάρι όλο το μαγαζί, αλλά κανείς δεν τολμάει ν’ αντιδράσει. Κάποια στιγμή, κι ενώ έχω πει τέσσερα πέντε τραγούδια, αλλάζοντας εντελώς το πρόγραμμά μου σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κυρίου, βλέπω το κέντρο να γεμίζει με άντρες της Ασφάλειας. Τελικά, ορμάνε πάνω του και τον βουτάνε. Του παίρνουν και το πιστόλι και πάμε όλοι στα γραφεία της Ασφάλειας στον Περισσό. Θες να σου πω και το φινάλε; Ο τύπος ήταν νταλικέρης και το όπλο ήταν από σοκολάτα. Γλυκό. Το είχε αγοράσει στην Ιταλία και έκανε πλάκα. Θες και το καλύτερο; Ο πατέρας του ήταν διοικητής Ασφαλείας στη Λάρισα.

Εχεις κάνει φιλίες στον χώρο;
Ναι, ο Αντώνης Ρέμος, ας πούμε, είναι φίλος μου. Γνωριστήκαμε στην Αθήνα, σ’ ένα μαγαζί που τραγουδούσα, στο Πλανητάριο. Ηρθε και με είδε με κάτι φίλους του αθλητές. Με τον Ρέμο έχουμε κάνει και διακοπές στην Κούβα με μεγάλη παρέα. Εχει τύχει να έρθει να με ακούσει στη Θεσσαλονίκη και ν’ ανέβει στην πίστα να παίξει ντραμς.

Καταχρήσεις έχεις κάνει; Ποτά, τζόγο, ναρκωτικά;
Κάποτε έπινα λίγο παραπάνω, αλλά ήξερα τι μου γινόταν. Με τζόγο δεν έμπλεξα ποτέ, ούτε με ναρκωτικά. Τα είδα δίπλα μου, τα βλέπω συνέχεια, μου έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητό μου για «να πιω στην υγειά τους». Νόμισαν μάλλον ότι ήμουν δικός τους. Τι να κάνω κι εγώ; Πήγα σε έναν σκουπιδοτενεκέ που βρισκόταν παραπάνω και τα πέταξα.

Στη φυλακή γιατί μπήκες;
Κατηγορήθηκα για μαστροπεία, αλλά απαλλάχτηκα. Δεν έγινε ποτέ δικαστήριο. Ημουν σε σχέση με μια γυναίκα η οποία ήταν μπλεγμένη σε μια υπόθεση μαστροπείας και νόμιζαν ότι ήμουν κι εγώ. Κι επειδή έπαιξα πολύ τότε στα κανάλια, αναγκάστηκαν να με στείλουν στη φυλακή. Εναν μήνα έμεινα μέσα. Μετά με άφησαν με ομόφωνη απόφαση προέδρου. Χωρίς να γίνει δίκη.

Ηταν άγρια εμπειρία η φυλακή; Ενιωσες απελπισία όταν μπήκες;
Την αδικία ένιωσα. Σκέψου ότι μου έλεγαν οι φυλακισμένοι: «Καλά, ρε Μπουγά, αφού δεν έκανες τίποτα. Δεν σε βρήκαν πουθενά λάθος. Γιατί είσαι εδώ;» Γίνονταν τότε συλλαλητήρια έξω από τις φυλακές. Μαζευόταν κόσμος και φώναζε «βγάλτε έξω τον Μπουγά».

Πώς σε αντιμετώπισαν οι φυλακισμένοι;
Ομορφα. Θυμάμαι σαν τώρα την ώρα που έφτασα. Ηταν δύο παρά το μεσημέρι. Κανονικά οι φυλακισμένοι μπαίνουν στα κελιά τους από τη μία. Κι επειδή πήγαινα εγώ στην πρώτη πτέρυγα, δεν ήθελε να μπει κανείς στο κελί του. Τι κι αν φώναζαν οι δεσμοφύλακες; «Δεν μπαίνουμε. Περιμένουμε τον Μπουγά» απαντούσαν οι κρατούμενοι. Δεν θα ξεχάσω την υποδοχή που μου έκαναν όταν έφτασα. Ηταν 420 άτομα στο κτίριο και φώναζαν όλοι ρυθμικά: «Μπουγάς, Μπουγάς». Με έπιασε ρίγος. Δάκρυσα. Και τώρα που το θυμάμαι σηκώνεται η τρίχα μου. Μιλάμε για χειροκροτήματα, χαμός! Ούτε σε πίστα να έβγαινα.

Την ίδια περίοδο έτυχε να είναι στο νοσοκομείο της φυλακής ο Ακης Πάνου, με τον οποίο αναπτύξατε μια σχέση φιλίας.
Δεν τον γνώρισα εκεί. Τον ήξερα ήδη από τον χώρο. Εγώ τον εκτιμούσα πολύ κι εκείνος με συμπαθούσε. Τον επισκέφθηκα στο νοσοκομείο της φυλακής όταν ήμουν μέσα, αλλά ξαναπήγα και μετά να τον δω, όταν είχα βγει πια. Εκείνος το εκτίμησε αυτό και μου εμπιστεύτηκε 100 τραγούδια, τα οποία εγώ δεν κυκλοφόρησα ποτέ διότι έπρεπε να έχω την έγκριση και των παιδιών του. Με την κόρη του ειδικά είχαμε τεράστια κόντρα. Βγαίναμε στα κανάλια κάθε μέρα επί έναν μήνα. Είναι γνωστά αυτά. Ο Πάνου μού είχε πει πως ήθελε να δώσω τα έσοδα από τα τραγούδια στο Χαμόγελο του Παιδιού. Οταν, όμως, πήγα στην ΑΕΠΙ, μου ζητήθηκε η έγκριση από τα παιδιά του, διότι εκείνος δεν είχε προλάβει να υπογράψει κάποιο συμφωνητικό που να δίνει σε μένα την απόλυτη ελευθερία να τα βγάλω. Τα τραγούδια αυτά τα έχει ο δικηγόρος μου σε κάποιο συρτάρι. Δεν πρόκειται να βγουν ποτέ.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ