Ονειρεύομαι να φτιάξω το «Σπίτι του τραγουδιστή»

SHOWBIZ
Τα βάθη μιας ζωής του Γιάννη Βασιλείου

Ονειρεύομαι να φτιάξω το «Σπίτι του τραγουδιστή»

Ο Γιάννης Βασιλείου ισχυρίζεται πως είναι ο Τζέιμς Μπράουν της Ελλάδας και ως άλλος «νονός της soul» ο «λευκός» Κουλουριώτης από τη Σαλαμίνα γύρισε οκτώ φορές τον πλανήτη, δίνοντας συναυλίες ακόμα και στην Κορέα! Στα εφηβικά χρόνια του, τότε που ζούσε με τους γονείς του στην Αμερική, συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό με το ελληνικό τραγούδι «Σε μια φτωχική γειτονιά», το οποίο του είχε μάθει ο μπαμπάς του, και κέρδισε το πρώτο βραβείο. 

ΑΠΟ ΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΑΡΔΑ

Αργότερα έπιασε δουλειά στο τσαγκαράδικο του θείου του. Ηταν ο καλύτερος λουστράκος της περιοχής, αφού είχε ξεπατικώσει την τέχνη των μαύρων και μπορούσε σε δύο λεπτά να κάνει τα παπούτσια των πελατών... καθρέφτη! Ακουγε ροκ, ποπ, τζαζ και χόρευε καταπληκτικά! Μεγαλώνοντας, έφτιαξε το συγκρότημα The Ecos με μέλη συμμαθητές του από το γυμνάσιο και έγιναν τόσο δημοφιλείς, που άνοιξαν μέχρι και συναυλία των Rolling Stones! «Hello, John», «Hi, Mick» απάντησε ο νεαρός Ελληνας στον μύθο της ροκ Μικ Τζάγκερ, με τον οποίο συστήθηκε στα καμαρίνια.

Μια αγγελία σε αμερικανική εφημερίδα έμελλε να τον φέρει δίπλα στον Φρανκ Σινάτρα! Ζητούσαν τραγουδιστή με μεγάλο ρεπερτόριο για bar-restaurant στο Λας Βέγκας και ο 19χρονος τότε Γιάννης Βασιλείου επικοινώνησε αμέσως. Εδιναν 800 δολάρια για ένα 40ήμερο, χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να πληρώσει το κολέγιο όπου σπούδαζε γυμναστής. Πέρασε από οντισιόν, τους έκανε και όταν έφτασε στην παγκόσμια πρωτεύουσα του τζόγου και είδε πως το πρώτο όνομα του μαγαζιού ήταν ο διάσημος σε παγκόσμιο επίπεδο ηθοποιός και ερμηνευτής, έπαθε σοκ! Στην Ελλάδα συνεργάστηκε με κορυφαία ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου, όμως έναν αναγνωρίζει ως άρχοντα της νύχτας: τον Μανώλη Αγγελόπουλο, με τον οποίο έτρωγαν κάθε βράδυ μακαρονάδες! Δεν έμεινε χωρίς δουλειά ούτε μια ημέρα στην καριέρα του, γι’ αυτό, όπως λέει στην «Espresso», ακόμα και σήμερα αν σταματήσει το τραγούδι, έχει εξασφαλιστεί οικονομικά για μια ήρεμη και άνετη ζωή.

Γεννηθήκατε στη Σαλαμίνα, βέρος νησιώτης δηλαδή.
Βέρος Κουλουριώτης, θα πω εγώ. Με τιμή και καμάρι, γιατί μας φοβούνται εμάς τους Κουλουριώτες να ξέρετε! (γέλια) Εδώ στο νησί Τούρκος δεν πάτησε και σε αρχαίους καιρούς οι Αθηναίοι, όταν αντιλαμβάνονταν ότι η πόλη κινδύνευε, έστελναν εδώ για ασφάλεια τις γυναίκες και τα παιδιά που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν! Γι’ αυτό όταν λέμε «πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη», εννοούμε πως πήγε η καρδιά μας κάπου απρόσβλητα.

Και η μητέρα σας;
Εκείνη καταγόταν από τη Μήλο, εκεί όπου ο γιος μου, ο Γιώργος (Αλκαίος), όταν ήταν μικρός περνούσε μαζί της τα καλοκαίρια! Γι’ αυτό αγάπησε τόσο πολύ το νησί και πριν από λίγα χρόνια μετακόμισε εκεί μόνιμα.

Κατάγεστε από μουσική οικογένεια;
Καμία σχέση. Οι γονείς μου τραγουδούσαν σε γιορτές ή σε βραδιές γλεντιού, όπως συμβαίνει στις ελληνικές οικογένειες. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός, θερμαστής για την ακρίβεια, ενώ η μητέρα του φρόντιζε να μεγαλώνει τα δύο της παιδιά, εμένα και την αδελφή μου, γιατί ο τρίτος αδελφός μας, ο Μάικ, γεννήθηκε στην Αμερική.

Ομως είχα θείο τον κορυφαίο ερμηνευτή του δημοτικού μας τραγουδιού, τον Γιώργο Παπασιδέρη, συγγένεια που πρώτη φορά αποκαλύπτω. Είχα τεράστιες ρίζες στο τραγούδι, αυτόν τον εξαίρετο Σαλαμινιώτη συνθέτη, τραγουδιστή και στιχουργό, που τίμησε το παραδοσιακό τραγούδι, και το έμαθα σχετικά πρόσφατα, μόλις λίγα χρόνια πριν.

Εγκαταλείψατε το νησί και φύγατε για την Αμερική για μια καλύτερη ζωή ή συνέτρεχαν άλλοι λόγοι;
Το πρώτο. Ημασταν πολύ φτωχή οικογένεια. Τα φέρναμε πολύ δύσκολα πέρα. Μεγάλη πείνα. Πρώτος έφυγε ο αδελφός του πατέρα μου. Εκανε κάποια χρήματα στο χρηματιστήριο και έτσι άνοιξε ένα τσαγκαράδικο, όπου αργότερα εργάστηκε ο πατέρας μου αλλά κι εγώ μέχρι την ηλικία των 14 χρόνων για το χαρτζιλίκι μου.

Δύσκολο ταξίδι;
Δεκατέσσερις ημέρες μέσα στο καράβι πέρασαν αργά και βασανιστικά. Ατλαντικός Ωκεανός ήταν αυτός κι εγώ μια σταλιά παιδί που έτρεμα ολόκληρος από τον φόβο μου. Ο πατέρας μου, για να μου δώσει θάρρος, με πήρε μια μέρα στο πάνω κατάστρωμα. Είχε μεγάλη θαλασσοταραχή και τα κύματα είχαν ύψος δώδεκα μέτρα.

Η πλώρη βυθιζόταν μέχρι κάτω και μετά ανέβαινε πάλι στην επιφάνεια. Σαν τον «Τιτανικό» στην ταινία. Νόμιζα πως θα βυθιζόμασταν. Ο μπαμπάς μου έδειχνε ψύχραιμος κι όταν τον κοιτούσα με τρόμο, εκείνος απλά στεκόταν αγέρωχος και ήρεμος σαν να ήθελε να μου δείξει πως δεν ανησυχούσε καθόλου. Αλλωστε, είχε φάει τις θάλασσες με το κουτάλι.

Ηταν εύκολη η προσαρμογή στη νέα σας ζωή;
Αρχικά μείναμε λίγες ημέρες στο Νιου Τζέρσεϊ και ύστερα πήγαμε στη Βοστόνη. Εκεί μεγάλωσα, πήγα σχολείο και ήμουν άριστος μαθητής πολύ καλός στα αθλήματα, γι’ αυτό και σπούδασα γυμναστής στο κολέγιο. Μου άρεσε, όμως, και το τραγούδι, επηρεασμένος βαθιά από την εποχή, αφού τότε γεννήθηκε το ροκ κι ο κόσμος άλλαζε!

Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά στο τσαγκαράδικο του θείου μου κι εγώ πήγα ως βοηθός. Ημουν εννιά χρόνων και μέσα σε λίγους μήνες έγινα ο καλύτερος λουστράκος της περιοχής κι έβγαζα το χαρτζιλίκι μου! Γυάλιζα τα παπούτσια και τα έκανα καθρέφτες ή αλλιώς... speed shine!

Υπάρχει τεχνική γι’ αυτό;
Αμέ και την είχα κλέψει από τους μαύρους! Μόλις καθάριζα τα παπούτσια με τις βούρτσες μου, τα έβαφα και πριν από το τέλος τα έφτυνα και περνούσα το τελευταίο χέρι με ένα πανάκι μαλακό που τα ’κανε καθρέφτες. Οι Αμερικανοί γελούσαν με νόημα για το πόσο σβέλτος ήμουν. Τύπου μικρός, αλλά θαυματουργός!

Λίγα χρόνια μετά δημιούργησα δύο συγκροτήματα με συμμαθητές μου από το λύκειο, τους «Ecos» και τους «Rockers». Στο πρώτο έπαιζα κιθάρα και τραγουδούσα, ενώ στο δεύτερο μόνο τραγουδούσα. Οι «Ecos» ήταν πολύ γνωστοί στο East Coast κι ένα από τα τραγούδια μας, το «Do you want to go for babysitting?», ήταν μεγάλο σουξέ. Το παίζαμε στα κλαμπ και όλοι έκαναν σαν τρελοί. Μέχρι που μας έγινε η πρόταση να ανοίξουμε τη συναυλία των Rolling Stones στη Βοστόνη!

Μεγάλη καταξίωση για ένα γκρουπάκι που δεν είχε ούτε δίσκο!
Πραγματικά! Οι στιγμές ήταν μαγικές. Η σκηνή τεράστια και χιλιάδες κόσμου από κάτω να χειροκροτούν! Δεκαεννιά χρονών παιδιά ήμασταν και ζούσαμε το american dream. Εκείνο το βράδυ μείναμε στη σκηνή για δύο ώρες, γιατί ο Μικ Τζάγκερ μαζί με τους υπόλοιπους του συγκροτήματος, με το που κατέβηκαν από το αεροπλάνο, τους συνέλαβε η Αστυνομία.

Αφιξη με μπερδέματα!
Οι Rolling Stones με το που είδαν τους παπαράτσι να περιμένουν στις αφίξεις, με δεκάδες δημοσιογράφους που ζητούσαν μια δήλωση, άρχισαν να τους φτύνουν και να κάνουν άσεμνες χειρονομίες, με αποτέλεσμα την άμεση επέμβαση των Αρχών και την προφυλάκισή τους. Οσο εμείς παίζαμε στο stage, οι μάνατζερ του συγκροτήματος προσπαθούσαν να βρουν μια λύση για να τους ελευθερώσουν.

Αυτό έγινε αργά το βράδυ κι όταν ενημερωθήκαμε πως έφτασαν επιτέλους, κατεβήκαμε από τα stage και στους διαδρόμους γνωρίστηκα με τον «θρύλο» (σ.σ.: Τζάγκερ), όπως και τον Μπράιαν Τζόνσον. «Τα πήγες πολύ καλά, man» μου είπε. Ακόμα δεν έχω ξεχάσει αυτή τη μαγική στιγμή.

Και από τον Τζάγκερ στον Φρανκ Σινάτρα!
Διάβασα τυχαία μια αγγελία σε εφημερίδα που ζητούσαν τραγουδιστή για εμφανίσεις στο Λας Βέγκας για 40 ημέρες, με μισθό 700 δολάρια και όλα πληρωμένα. Σπούδαζα στο πανεπιστήμιο εκείνο το διάστημα και χρειαζόμουν χρήματα για τα προς το ζην. Πέρασα από οντισιόν, τραγούδησα τα «Παιδιά του Πειραιά» και το «Sex bomb», τους άρεσα και πήρα τη δουλειά. Εμφανιζόμουν τέσσερις φορές την εβδομάδα κάνοντας το δικό μου σόου, ντυμένος με σμόκιν και συνοδεία μπαλέτου έξι κοριτσιών. Ηταν ωραίος άντρας, πολύ περιποιημένος, ήρεμος, χαμογελαστός και cool.

Ο πρώτος έρωτας πότε ήρθε στη ζωή σας;
Σε ηλικία 24 χρόνων γνώρισα μια πολύ ωραία κοπέλα, τη Μαρία Χοσέ Ροντρίγκες! Επαιζα μπάλα με συνομήλικούς μου στον Αγιο Ιωάννη της Βοστόνης, την πρώτη ομάδα του τοπικού πρωταθλήματος, κι εκείνη ερχόταν και με έβλεπε. Ερωτευτήκαμε πολύ κι ήρθαμε στην Ελλάδα, όπου επέστρεψα με σκοπό να μείνω για πάντα εδώ. Παντρευτήκαμε στη Σαλαμίνα κι εγώ έπιασα δουλειά ως γυμναστής στο αμερικανικό κολέγιο ACS στην Αγία Παρασκευή, όπου έμεινα για εννέα χρόνια.

Προσαρμοστήκατε εύκολα στην πατρίδα;
Εγώ ναι, εκείνη όχι, αλλά δεν μου το είπε ποτέ. Οκτώ χρόνια μετά τον γάμο και την απόκτηση του γιου μας, του Γιώργου, μου ζήτησε να πάμε στην Αμερική, δήθεν να δει το παιδί η μητέρα της. Ολο αυτό ήταν ένα καλοστημένο σχέδιο. Στις δύο εβδομάδες που πήγαμε εκείνη πήρε μια μέρα τον μικρό μαζί με 15.000 δολάρια που είχαμε μαζί μας και εξαφανίσθηκε. Μου είπε αργότερα στο τηλέφωνο πως δεν θα ξαναδώ το παιδί. Εχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Ο νόμος ήταν με το μέρος της, αφού ήταν Αμερικανίδα και μητέρα, όπως με ενημέρωσε η αστυνομία.

Υπήρξε συμβιβασμός για να βλέπετε το παιδί;
Δεν κατάλαβες! Δεν θα άφηνα το παιδί εκεί. Είχα τις κατάλληλες γνωριμίες, έφτιαξα ένα διαβατήριο διάρκειας εννέα ημερών για μένα και τον Γιώργο, πήρα τον γιο μου με δόλιο τρόπο, όπως είχε κάνει εκείνη, κι έφυγα για την Ελλάδα.

Απαγωγή δηλαδή;
Ετσι ακριβώς. Βγήκε ένταλμα σύλληψής μου κι ακολούθησαν πολλά δικαστήρια, αλλά στο τέλος κέρδισα, γιατί νομικά αποδείχθηκε πως εκείνη είχε εγκαταλείψει το σπίτι μας με δόλο και έτσι κράτησα τον Γιώργο στην Ελλάδα. Από τότε μέχρι σήμερα δεν μιλήσαμε ποτέ ξανά με τη μητέρα του. Ούτε κι ο γιος μου μαζί της. Εκείνη έξι μήνες μετά ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε πέντε παιδιά.

Ο επόμενος γάμος;
Εγινε πριν από αρκετά χρόνια με τη Φλώρα, με την οποία αποκτήσαμε δύο σπουδαία κορίτσια: την Αννα, η οποία ασχολείται με την υποκριτική, και την Τζωρτζίνα, που σπουδάζει στο πανεπιστήμιο. Μείναμε παντρεμένοι 25 χρόνια.

Θα ξαναπαντρευτείτε;
Οχι, είναι ταλαιπωρία. Καλύτερα να συζείς με τη σύντροφό σου. Λίγα ζευγάρια μπορούν να είναι παντρεμένα και ευτυχισμένα πραγματικά.

Το 1.000.000 γυναίκες που δηλώσατε πως έχουν περάσει από το κρεβάτι σας δεν ήταν λίγο προκλητικό; Αστρονομικός ο αριθμός...
Προκλητικό γιατί; Αλήθεια είπα. Εχω γυρίσει τον πλανήτη οκτώ φορές. Κάθε σταθμός κι ένα κορίτσι, δύο και τρία. Υπολογίστε τα, ίσως βγουν και παραπάνω!

Η καριέρα σας στην Ελλάδα πώς ξεκίνησε;
Εμενα απέναντι από το σπίτι μιας κοπέλας που εργαζόταν στην ΕΡΤ. Είχε γράψει κάποιους στίχους και μου ζήτησε να τους μελοποιήσω κι έτσι «γεννήθηκε» το τραγούδι «Θηλυκέ μου κουρσάρε». Το δώσαμε σε μια δισκογραφική εταιρία, τους άρεσε και το κυκλοφόρησαν! Στη συνέχεια μου ζήτησαν κι άλλα τραγούδια κι έτσι άνοιξαν οι πόρτες για μένα στις πίστες.

Συνεργαστήκατε με την αφρόκρεμα του λαϊκού τραγουδιού, αλλά ποιον ξεχωρίζετε;
Τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Δεν θέλω να προσβάλω κανέναν, από όλους μάθαινα πράγματα, αλλά αυτός ήταν ο ένας και ο μοναδικός. Δουλεύαμε μαζί και τα βράδια τρώγαμε μακαρονάδες.

Ο Μανώλης ήταν το αστέρι της Ελλάδας. Παραληρούσε ο κόσμος όταν έβγαινε στο μαγαζί. Τον έβλεπαν σαν είδωλο, σαν έναν πανέμορφο γοητευτικό Gipsy man, και τον γέμιζαν με ολόκληρα στεφάνια από γαρδένιες. Λιποθυμούσαν οι γυναίκες στη θέα του!

Εσείς τι μάθατε από τον Μανώλη Αγγελόπουλο;
Να είμαι ο εαυτός μου!

Και το styling που λανσάρατε με τα σταυροκουμπωτά κοστούμια και τα χρωματιστά πουκάμισα τύπου «Miami Vice»;
Δικό μου. Ηταν οι επιρροές μου τέτοιες. Πήγαινα στην Ιταλία και τη Γαλλία για να αγοράσω ρούχα. Αυτά που φόραγε ο Σάκης Ρουβάς πριν από δέκα χρόνια εγώ τα είχα φορέσει προ εικοσαετίας.

Δώδεκα χρυσοί και τέσσερις πλατινένιοι δίσκοι!
Γι’ αυτό και ποτέ στην καριέρα μου, από τότε που έγινα γνωστός, δεν πήγα δεύτερο όνομα.

Ακόμα και όταν συναντηθήκατε επαγγελματικά με πιο παλιούς, αλλά καταξιωμένους τραγουδιστές;
Οταν ήρθε η ώρα να δουλέψω με τη Δούκισσα, για παράδειγμα, με κάλεσε σπίτι της να συζητήσουμε το θέμα της μαρκίζας. Η φίρμα ενός προγράμματος μπαίνει στη μαρκίζα αριστερά. Εγώ ήμουν πολύ στα πάνω μου τότε. Εκείνη, λοιπόν, επέμενε να μπει το όνομά της δεξιά. Δεν το δέχτηκα.

«Εσύ γεμίζεις τα μαγαζιά» μου είπε και τσακωνόμασταν μέρες για το θέμα. Τελικά μπήκε το όνομά μου αριστερά.

Υπήρξαν ειδύλλια με τραγουδίστριες;
Η αείμνηστη Ρίτα Σακελλαρίου με φλέρταρε πολύ! Φορούσε τη ρόμπα της κι ερχόταν στο καμαρίνι μου επίσκεψη κι όλο έλεγε με νάζι: «Τι θα γίνει με μας τους δυο;» κι εγώ ένιωθα άβολα. «Κάνε μου τη χάρη» της έλεγα χαριτολογώντας, κι έφευγε χαμογελώντας πονηρά. Στη δουλειά ποτέ δεν έμπλεξα τα προσωπικά.

Ούτε με παρουσιάστρια ή μοντέλο ή έστω μια ηθοποιό;
Ποτέ δεν κυνήγησα επώνυμες γυναίκες. Είμαι πολύ ροκ τύπος, μ’ αρέσει το χύμα και θέλω να λέω τις μ@@@κιες μου άνετα! Βασικά δεν έχω τρέξει πίσω από γυναίκες. Προτιμώ να με φλερτάρουν εκείνες.

Γιατί;
Δεν αντέχω την απόρριψη! Αλλωστε, είμαι αναγνωρίσιμος και δεν είναι ωραίο να λένε «με φλέρταρε ο Βασιλείου».

Το σουξέ «Καμπριολέ» πώς δημιουργήθηκε;
Στην Αμερική είχα δέκα αυτοκίνητα και τα πάρκαρα στη σειρά! Αγαπημένο μου ήταν ένα χρυσό καμπριολέ μάρκας Ford. 

Το τραγούδι όμως γράφτηκε στην Ελλάδα όταν, τρώγοντας σε ένα μαγαζί της Λ. Αλεξάνδρας, είδα ξαφνικά να περνά μπροστά από τα μάτια μου ένα μοβ καμπριολέ, το μοναδικό που κυκλοφορούσε τότε στην Αθήνα, και κάθισα και έγραψα τους στίχους και τη μουσική! Αρχικά ήταν νησιώτικο και μετά το άλλαξα και το έκανα τσιφτετέλι και το κομμάτι απογειώθηκε.

Πώς δικαιολογείται το γεγονός ότι καταξιωμένοι ερμηνευτές δεν σας κάνουν σήμερα προτάσεις συνεργασίας;
Δεν μ’ ενδιαφέρει, αλλά έπειτα από 40 χρόνια θα αναζητούν το δικό μου ύφος στη διασκέδαση! Είμαι ο Τζέιμς Μπράουν της Ελλάδας!

Τα τραγούδια μου έχουν ρυθμό, σε κάνουν να χορεύεις ακόμα και στην καρέκλα σου! Μπορεί να μη δώσεις σημασία στον στίχο, αλλά στον ρυθμό δεν μπορείς να αντισταθείς. «Χτυπάει» στο μυαλό και στην καρδιά. 

Υπάρχει η φήμη πως οι καλλιτέχνες πληρώνετε αδρά παραγωγούς για να παίζουν τα τραγούδια σας στο ραδιόφωνο.
Γεγονός είναι. Προσωπικά έχω πληρώσει πολλά και σε πολλούς. Υπήρξα αυτοδημιούργητος, δεν είχα πλάτες, δεν είχα επιχειρηματίες να με σπονσοράρουν. Μόνο εγώ ξέρω τι πέρασα με όλους αυτούς. Τα αναφέρω όλα στην αυτοβιογραφία μου, την οποία ολοκληρώνω σιγά σιγά. Θα μείνει ο κόσμος με το στόμα ανοιχτό.

Εχετε βγάλει πολλά χρήματα;
Τόσα όσα μου επιτρέπουν τώρα να ζω μια άνετη ζωή. Ακόμα και τώρα να σταματήσω να εργάζομαι, μπορώ να έχω μια αξιοπρεπή διαβίωση, εγώ και τα παιδιά μου. Αλλά το τραγούδι για μένα είναι τρόπος ζωής.

Ενα όνειρο που δεν πραγματοποιήσατε;
Θέλω να φτιάξω «Το σπίτι του τραγουδιστή». Να οργανώσω ένα σπίτι όπου επαγγελματίες συνάδελφοι που βρίσκονται σε άθλια οικονομική κατάσταση θα έχουν δωρεάν στέγη και φαγητό.

Δεν χρειάζεται να είναι φίρμες. Γνωρίζω πολλούς που ζουν στην ανέχεια κι, όσο και να βοηθάω, η κατάσταση δεν αλλάζει.

Χρειάζεται να γίνει μια προσπάθεια συνολική και να βοηθηθούν. Είμαι σε συζητήσεις με επιφανείς επιχειρηματίες κι ελπίζω να προχωρήσει. Αλλά κανένας δημοσιογράφος δεν θα μάθει ποτέ ποιοι θα φιλοξενούνται σ’ αυτό. Μακάρι να με αξιώσει ο Θεός.

Η απόφαση του γιου σας, επίσης τραγουδιστή Γιώργου Αλκαίου, να εγκατασταθεί στη Μήλο σάς βρήκε σύμφωνο;
Καταρχάς, ήταν στα σχέδιά του να ανοίξει μια επιχείρηση, ένα ξενοδοχείο στο νησί. Του άρεσε η Μήλος, έχει να θυμάται ωραίες αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και η επιχείρησή του πάει πολύ καλά!

Πώς σχολιάζετε την απόφασή του να εγκαταλείψει τις πίστες;
Δεν θέλω να σχολιάσω τις αποφάσεις του.

Εφυγε με πικρία από τον χώρο;
Το σημαντικό είναι πως ετοιμάζει σπουδαίες παραγωγές!

Μετά τη συμμετοχή του στη Eurovision κάτι άλλαξε. Κακή συμπεριφορά από την ελληνική διοργάνωση;
Είναι γεγονός αυτό. Ο Γιώργος πλήρωσε τα πάντα από την τσέπη του, αλλά είναι χαμηλών τόνων και δεν μίλησε. Ομως μπούχτισε, έφτασε μέχρι τον λαιμό.

Γιατί;
Η αποστολή έτρωγε σε fast food, ενώ οι επώνυμοι δειπνούσαν σε ακριβά εστιατόρια και κινούνταν με λιμουζίνες! Θα πειράξει κόσμο αυτό που λέω, αλλά δεν πειράζει. Είναι η αλήθεια, ήμουν μαζί του και τα έβλεπα.

Ετοιμάζετε νέα δισκογραφική δουλειά;
Βρίσκομαι στην εταιρία Real Μusic και ετοιμάζουμε νέα πράγματα! Κυκλοφόρησε πρόσφατα το τραγούδι «Αλλον αγαπάει» σε στίχους του Δημήτρη Τσιανάκα και μουσική δική μου και πάει πολύ δυνατά! Κάθε μήνα θα παρουσιάζουμε κι ένα νέο κομμάτι μου από τα έξι που θα ηχογραφήσω, έτσι ώστε να υπάρχει αναμονή κοινού!

Ωραία η Λάρισα;
Μούρλια (γέλια). Ο κόσμος γλεντάει με την καρδιά του εκεί. Εμφανίζομαι στο Caramela Live στη Λάρισα με ένα δυνατό νεανικό σχήμα και γίνεται πανικός!


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ