Ελένη Γερασιμίδου: Το χρήμα και η φήμη δεν με άλλαξαν

SHOWBIZ
Στο χειρουργείο «ένιωσα» την παρουσία της αδερφής μου!

Ελένη Γερασιμίδου: Το χρήμα και η φήμη δεν με άλλαξαν

«Τον βρήκες τον δρόμο; Θα στρίψεις από την Ιερά Οδό δεξιά, και μετά πάλι δεξιά. Ευπατριδών 4, Γκάζι. Θα το δεις... Ενα γκρι κτίριο που γράφει “Από κοινού θέατρο”. Θα σε περιμένω εγώ απέξω. Δεν δέχομαι κουβέντα. Δεν με νοιάζει αν κάνει κρύο» μου λέει στο τηλέφωνο, ενώ κατευθύνομαι στο θέατρο για τη συνέντευξη. Η Ελένη Γερασιμίδου βάζει το «στίγμα» της πριν καν αρχίσει η κουβέντα μας. 

ΑΠΟ ΤΗ 
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ

Σαν την κυρία Τότα στους «Συμμαθητές», σαν τη μαμά Ελπινίκη στη «Μουρμούρα», σαν την Ελενίτσα στους «Δέκα μικρούς Μήτσους». Η Ελένη Γερασιμίδου είναι στη ζωή της, όπως και στους ρόλους της, τσαχπίνα, γλυκιά, πανέξυπνη και... καταφερτζού. Θα κάνει το δικό της και ο άλλος θα το δεχτεί, γιατί η καλοσύνη της είναι αυθεντική!

Η ταλαντούχα ηθοποιός δέχτηκε, σαν μικρό κορίτσι, να φωτογραφηθεί σε όλους τους χώρους του καλλιτεχνικού «παιδιού» της, του θεάτρου, που έφτιαξε με πολύ κόπο και αγάπη με τον σύζυγό της Αντώνη Ξένο. «Αντώνη, κέρασε τα παιδιά ό,τι θέλουν! Δεν θα φύγετε από το θέατρο χωρίς να έχετε πιει ένα νερό, να μας ευχηθείτε στην υγειά μας και καλορίζικο». Αυτές είναι οι πρώτες κουβέντες της, γεμάτες αγάπη και αληθινό ενδιαφέρον!

Η κυρία Γερασιμίδου θέλει ησυχία για να διηγηθεί τη ζωή της και κλείνει τις πόρτες της σκηνής. «Για να τα πούμε οι δυο μας» μου λέει. Μάλιστα, δίνει εντολή να μην περάσει μάστορας, σκηνογράφος, τεχνικός. Και στην απόλυτη ησυχία ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της... Θυμάται τότε που η ίδια ήθελε να γίνει δημοσιογράφος, αλλά η μαμά της, γυναίκα του δημοτικού, την έγραψε σε δραματική σχολή, διαβλέποντας το ταλέντο της. Τα μάτια της γελούν όταν φέρνει στον νου της πως εκείνη πλησίασε τον άνδρα της, γιατί εκείνος, αν και ερωτευμένος μαζί της, μόνο την κοιτούσε.

Τα ίδια μάτια υγραίνονται όταν μιλά για την απώλεια της αδερφής της, της ταλαντούχας Νατάσας Γερασιμίδου, η οποία την επισκέπτεται στα όνειρά της, ντυμένη με ωραία ρούχα. Η συνέντευξη της ηθοποιού στην «Espresso Weekend» είναι μια κατάθεση ψυχής.

Από πού είναι η καταγωγή σας;
Εγώ γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη από γονείς της διασποράς. Ο πατέρας μου ήρθε από τη Βάρνα της Βουλγαρίας. Η μάνα του ήταν από την Πόλη και ο πατέρας του από τον Πόντο. Η μητέρα μου γεννήθηκε στην Ελλάδα, στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, αλλά η γιαγιά μου ήρθε από τη Ρωσία. Ημουν τυχερή γιατί είχα έναν πολύ καλό πατέρα, έναν αιώνιο έφηβο, αφού έφυγε από τη ζωή ενώ έκανε ποδήλατο το 1993. Επεσε και έμεινε στον τόπο. Ο πατέρας μου, λοιπόν, ήταν υδραυλικός, αλλά δούλευε και γανωτζής, έφτιαχνε χάλκινα σκεύη. Το συνήθιζαν στη Βάρνα, ήταν καλοί τεχνίτες. Η μάνα μου τελείωσε το δημοτικό σχολείο και από μικρή πήγαινε στη δουλειά. Οταν παντρεύτηκε, δούλευε σε ξένα σπίτια ως καθαρίστρια, για να σπουδάσουν τα παιδιά της. Επειδή εκείνη δεν μορφώθηκε, ήθελε να πάνε και τα τρία παιδιά της στο πανεπιστήμιο. Η μάνα μου μπορεί να μην έβγαλε το λύκειο, αλλά μια ζωή διάβαζε.

Πώς ήταν τα παιδικά χρόνια σας;
Δύσκολα από οικονομικής άποψης, αλλά δεν μας έλειψε ψωμί από το τραπέζι. Κι αυτό χάρη στη μαμά. Εκείνη έφερνε λεφτά στο σπίτι, ο πατέρας τα χρήματα που έβγαζε τα χάριζε. Ηταν πολύ τρυφερός και χαρωπός άνδρας, αλλά είχε ένα πάθος: τον ΠΑΟΚ. Δεν έχανε αγώνα (γέλια). Τι να σου πω; Πολλή μουσική και χορός στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, το οποίο τότε ήταν χωριό. Εγραψα κι ένα βιβλίο για την περιοχή μου με τίτλο «Το Σινέ-Πανόραμα». Είχε κυκλοφορήσει το 1994 και είχε κάνει και επιτυχία, γιατί ήταν μια καταγραφή αυτής της όμορφης εποχής.

Τι θυμάστε χαρακτηριστικά;
Τον πατέρα μου, τη μάνα μου, τη θεία μου να τραγουδάνε, αλλά την καλύτερη φωνή είχαν η αδερφή μου και ο αδερφός μου. Εγώ ήμουν φάλτσα, αλλά τραγούδα, τραγούδα, κάτι έμαθα (γέλια). Πιο πολύ τραγουδούσαμε Νίκο Γούναρη -ελαφρό τραγούδι-, κρυφά κάποια αντάρτικα, κανατάδες, πολύ Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και κάποια βουλγάρικα, τα οποία συνόδευε ο πατέρας με φυσαρμόνικα. Ημασταν μια χορωδία.

Ησασταν καλή μαθήτρια στο σχολείο;
Οχι! Είχα αντίληψη, αλλά δεν διάβαζα. Αφού έτυχε η μάνα μου κι εγώ να έχουμε τον ίδιο δάσκαλο στο σχολείο, ο οποίος μου έλεγε ότι δεν της έμοιασα καθόλου στη συνέπεια. Και θα σας αποκαλύψω κάτι που δεν έχω πει ξανά: Εγώ είχα ένα προσόν: Εγραφα καλές εκθέσεις και γι’ αυτό ήθελα να γίνω δημοσιογράφος, να γράφω σε εφημερίδες. Η μητέρα μου, όμως, που με παρατηρούσε από μικρή στις σχολικές παραστάσεις, μου είπε: «Εσύ, Ελένη, θα γίνεις ηθοποιός», και με έγραψε στη δραματική σχολή του Ζίζου Χαρατσάρη το 1973. Τόσο μπροστά ήταν! Να σκεφτείτε ότι τότε γίνονταν πάρτι στα σπίτια μόνο για κορίτσια ή μόνο για αγόρια. Αλλά η μητέρα μου ήταν τόσο προοδευτική, που στα πάρτι μας ήταν καλεσμένα και κορίτσια και αγόρια. Οι γονείς μου ήταν αξιοπρεπείς και πρωτοποριακοί για τα ήθη της εποχής.

Κυνηγήθηκαν λόγω της αριστερής ιδεολογίας τους;
Βέβαια, και οι δυο τους. Εξω από το σπίτι μας τριγυρνούσαν... διάφοροι. Η χούντα με βρήκε μαθήτρια. Να σκεφτείτε ότι είχαμε ένα κατάστημα με είδη λαϊκής τέχνης κοντά στην Καμάρα Θεσσαλονίκης κι όποιος πελάτης έβγαινε από το μαγαζί έδινε τα στοιχεία του σε έναν ασφαλίτη, χωρίς να του εξηγούν γιατί. Ετσι το κατάστημα δεν άντεξε πολύ και έκλεισε, αφού λίγοι πελάτες ήταν εκείνοι που δεν φοβούνταν να ξανάρθουν. Εγώ έπαιρνα την «Αυγή» τυλιγμένη από το περίπτερο. Δεν μιλάμε για τον «Ριζοσπάστη»... Το ΚΚΕ ήταν επικηρυγμένο.

Ποια παράσταση θυμάστε από τα φοιτητικά σας χρόνια;
Στο τρίτο έτος της σχολής μου με φωνάζουν για να μου πουν ότι μια φοιτήτρια αρρώστησε και αν θέλω να πάρω τη θέση της στην παράσταση «Πρόταση γάμου» του Τσέχοφ και στην «Αρκούδα». Ετσι και πήγα. Το άγχος μου δεν ήταν πώς θα μάθω τα λόγια μου, αλλά πώς θα κινήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Ακόμη δεν νιώθω σίγουρη πάνω στο σανίδι. Οι δικοί μου δεν είχαν έρθει στην παράσταση. Η μητέρα μου δεν «κοκορεύτηκε» ποτέ ότι οι κόρες της έγιναν γνωστές. Ηταν πολύ ταπεινή και μας άφηνε να κάνουμε τη δική μας ζωή, να αναπνέουμε, όπως θέλουμε.

Στην Αθήνα πότε κατεβήκατε;
Με ζήτησε το Θεατρικό Εργαστήρι. Είχαν πληροφορίες ότι ήμουν καλή αλλά και αριστερή. Οτι δεν θα φοβηθώ να ανέβω πάνω στη σκηνή και να τα πω. Πριν από την πρεμιέρα μιας παράστασης είχαμε φάει και ξύλο. Αλλά ήμασταν η πρώτη θεατρική ομάδα στην Ελλάδα και είναι τιμή μου που συνεργάστηκα με το Θεατρικό Εργαστήρι. Επιφανής στην πόλη έγινα με τη βοήθεια του φοβερού θεατράνθρωπου Δημήτρη Μαρωνίτη. Τον ρώτησαν «πού το βρήκες αυτό το κοριτσάκι;». Και απάντησε «στο σακουλάκι του Κλυνν», από τη γνωστή διαφήμιση.

Η αναγνωρισιμότητα πότε ήρθε;
Από την τηλεόραση! Συγκεκριμένα από τη σειρά «Μεθοριακός σταθμός» της ΥΕΝΕΔ. Μεγάλη επιτυχία. Ηταν ένα σίριαλ από το οποίο πέρασε όλο το ελληνικό θέατρο, όπως και από την παραγωγή «Το Θέατρο της Δευτέρας». Στη νέα γενιά έγινα ευρέως γνωστή από το 1992 και μετά με τους «Δέκα μικρούς Μήτσους». Και πράγματι, τον ευγνωμονώ τον Λάκη Λαζόπουλο γι’ αυτό και τον θαυμάζω για τη δουλειά του. Μετά ήρθαν βροχή οι προτάσεις για διάφορα σίριαλ, όπως τα «Δις εξαμαρτείν», «Εμείς κι εμείς» -εκεί έπαιζα μαζί και με τον άνδρα μου, τον Αντώνη Ξένο-, «Δυο ξένοι», «Ντόλτσε βίτα», «Το κόκκινο δωμάτιο», «Κάτω από την Ακρόπολη» και πάει λέγοντας, μέχρι τη «Μουρμούρα» και τους «Συμμαθητές».

Πώς γνωριστήκατε με τον σύζυγό σας, τον πολύ καλό ηθοποιό Αντώνη Ξένο;
Από το σωματείο ηθοποιών. Κεραυνοβόλος έρωτας! Ο Αντώνης μόνο με κοίταζε. Ηταν πολύ ντροπαλός. Αν δεν έκανα εγώ το πρώτο βήμα να πάω να του μιλήσω, αυτός ακόμη θα με κοίταζε (γέλια). Επειτα από το πρώτο «γεια σου» βγήκαμε και περπατήσαμε. Τον Μάιο κλείνουμε 37 χρόνια κοινής πορείας. Στη Θεσσαλονίκη παίζαμε μαζί στο Καφέ-Θέατρο, στην οδό Αντιγόνης. Ηταν το θεατρικό μας παιδί, αλλά το 1987 επιστρέψαμε στην Αθήνα, γιατί τα βγάζαμε δύσκολα. Η κόρη μας, η Αγγελική, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται και αυτή με τη σκηνοθεσία και την υποκριτική.

Ποιοι ήταν οι δάσκαλοί σας;
Ολο το ελληνικό θέατρο! Δεν θέλω να αδικήσω κάποιον ή κάποια. Οι δάσκαλοί μου μού έμαθαν να σέβομαι και να διαβάζω πιο πολύ, γιατί εγώ διάβαζα κυρίως λογοτεχνία. Θα σας μιλήσω, όμως, για δύο ανθρώπους που μου λείπουν πολύ: τον Σωτήρη Μουστάκα και τον Μίμη Χρυσομάλλη.

Τι το διαφορετικό είχε για σας ο Σωτήρης Μουστάκας;
Ηταν ένας μεγάλος ηθοποιός, ένας υπέροχος άνθρωπος, ο οποίος λάτρευε τη γυναίκα του, τη Μαρία Μπονέλου - και δεν γνωρίζω πολλούς άνδρες να αγαπάνε τόσο πολύ τη γυναίκα τους. Ο Σωτήρης Μουστάκας ήταν αληθινός. Ο ίδιος έλεγε τα πάθη του. Είχε πάθος με το καζίνο και το παραδεχόταν. Οπως παραδεχόταν ότι αναγκάστηκε, για βιοποριστικούς λόγους, να κάνει και κάποια πράγματα που δεν θα ήταν μέσα στις επιλογές του, αν οικονομικά ήταν καλύτερα.

Ωστόσο, τα υποστήριζε τόσο στην οθόνη όσο στο σανίδι σαν να του είχε δοθεί ο καλύτερος ρόλος. Η σχέση μου μαζί του ήταν κυρίως τηλεφωνική. Εγώ έτρεχα μετά την παράσταση να πάω στο σπίτι μου και αυτός να πάει στη Μαρία του. Δουλέψαμε μαζί δύο καλοκαίρια και με τον Χάρρυ Κλυνν -να ακόμα ένας άνθρωπος που θαυμάζω και λυπάμαι πολύ γιατί τον χτύπησε άσχημα η μοίρα με τον γιο του-, που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Μαζί μας ήταν και ακόμη ένας τεράστιος ηθοποιός, ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Τους χάζευα όλους. Οι μετρ της επιθεώρησης! Θυμάμαι, πολλή πλάκα κάναμε και με τη Βάσια Τριφύλλη σ’ αυτές τις δουλειές. Μοναδική ηθοποιός η Βάσια.

Και ο Μίμης Χρυσομάλλης;
Με τίμησε με τη φιλία του! Ερχόταν με τη σύντροφό του Ελένη Κρίτα και έτρωγαν στο σπίτι μας και ήμασταν όλοι μαζί μια οικογένεια. Για μένα ο Μίμης ήταν ένας αριστοκράτης - έτσι νόμιζα τουλάχιστον στην αρχή. Φοβόμουν ότι δεν θα καταδεχόταν να έρθει σπίτι μου. Αλλά αυτός ήταν ο πιο απλός άνθρωπος και ένας καλλιτεχνικός άρχοντας.

Απώλειες φίλων, απώλειες και μέσα στην οικογένεια. Ξεπερνιέται η απουσία της αδερφής σας, της Νατάσας;
Αυτό ήταν ένα μεγάλο χτύπημα στη ζωή της οικογένειας. Ο πατέρας μου ήξερε για την αρρώστια της Νατάσας και της έδινε κουράγιο, μέχρι που έπαθε το δυστύχημα με το ποδήλατο. Η Νατάσα έφυγε το 2002. Η μάνα μου πέθανε μετά την απώλεια της Νατάσας, με πολύ πόνο. Εξι χρόνια έζησε χωρίς την αδερφή μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία από να θάβει η μάνα το παιδί της.

Τι θυμάστε από την αδερφή σας;
Ηταν τόσο δυνατή, πάλεψε τόσο πολύ με τον καρκίνο και μάλιστα για καιρό, που δεν πιστεύαμε ότι θα πεθάνει. Το πώς διαχειριστήκαμε την απώλειά της όσοι απομείναμε, και κυρίως τα παιδιά της, είναι μεγάλο θέμα. Ολη μου τη ζωή, ό,τι και να μου συνέβαινε, έπαιρνα τη μάνα μου και την αδερφή μου τηλέφωνο. Ακόμη και τώρα πιάνω τον εαυτό μου, και στα δύσκολα και στα εύκολα, να παίρνω το τηλέφωνο και να σχηματίζω αυτούς τους δύο αριθμούς. Ξαφνικά, όπως μου έρχεται η σκέψη έτσι και μου φεύγει.

Τη βλέπετε στα όνειρά σας;
Τη βλέπω σε πολύ ωραία όνειρα. Πάντα φοράει ωραία ρούχα. Και της λέω μέσα στον ύπνο μου: «Μα, εσύ πώς είσαι εδώ;» Και μου απαντά: «Εγώ μπορώ να έρχομαι». Και τότε της λέω εγώ: «Τότε να έρχεσαι πιο συχνά». Είναι στιγμές που μου λείπει πάρα πολύ. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Σε δυο στιγμές της ζωής μου, που έπρεπε να χειρουργηθώ, ένιωσα την παρουσία της. Δεν ήταν κάτι το μεταφυσικό, αλλά κάτι πραγματικό. Την αισθάνθηκα δίπλα μου και μπήκα πολύ ήρεμα στο χειρουργείο. Μου πήρε όλο τον φόβο. Ε, δεν είμαι και μπεμπέκα πια, αν και μεταξύ μας νιώθω κοριτσάκι. Η αλήθεια είναι ότι μεγαλώνω, κουράζομαι, έχουμε και τις παθήσεις μου, αλλά δεν το βάζω κάτω (γέλια).

Η ενασχόλησή σας με την πολιτική πώς έγινε; Εκλεχθήκατε τρεις φορές βουλευτής με το ΚΚΕ στην εκλογική περιφέρεια της Β’ Θεσσαλονίκης.
Μεγαλώσαμε κυνηγημένοι, σε ένα σπίτι πολιτικοποιημένο. Για μένα τα πάντα είναι πολιτική. Θέλω μια καλύτερη ζωή για όλο τον κόσμο, αλλά τον ίδιο αγώνα έκανα και στο σωματείο μου. Δεν μου αρέσει η εκμετάλλευση και το να προσκυνάω. Μου αρέσει το δίκιο. Μου έκαναν την τιμή στο ΚΚΕ. Δεν το επεδίωξα, αλλά τους ευχαριστώ όλους.

Πώς βλέπετε τα πράγματα στην Ελλάδα; Δεν πάμε από το κακό στο χειρότερο; Η φτώχεια και η κατάθλιψη έχουν χτυπήσει κάθε σπίτι.
Εχουμε φτάσει σε οριακό σημείο. Ο λαός πρέπει να αποφασίσει. Εγώ λέω αυτά που πιστεύω, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Φτάσαμε σε ένα τέλμα. Πρέπει ο λαός να πιστέψει ξανά στη δύναμή του και να αποφασίσει να αντιδράσει. Εγιναν πάρα πολλά για να πειστεί ο κόσμος ότι δεν υπάρχει ελπίδα και να κυριαρχήσει ο φόβος. Μα, είναι δυνατόν να έχει αναθέσει το κράτος σε εισπρακτικές εταιρίες την καταβολή των χρεών που έχουν οι πολίτες; Τι αδυσώπητη κυβέρνηση είναι αυτή; Αυτό το έκαναν μέχρι σήμερα οι τράπεζες και τα καταστήματα, τώρα το κάνει και το Δημόσιο; Πού οδηγούν τον κόσμο; Στην αυτοκτονία; Το σύστημα το καπιταλιστικό έχει δείξει τα δόντια του.

Οι ξένοι ορέγονται τη χώρα μας; Θέλουν το... οικόπεδο κι εμάς δούλους;
Το μαγαζί είναι γωνιακό. Δεν μπορεί να λέει ο λαός ακόμη, ύστερα από όσα έχουμε ζήσει, τι φταίει το παλικαράκι (σ.σ.: Αλέξης Τσίπρας); Για μένα είναι εντεταλμένες υπηρεσίες.

Πώς πάνε τα πράγματα στον κλάδο σας;
Τραγικά! Δεν υπάρχει κατοχύρωση του επαγγέλματος. Ο μεγαλύτερος αριθμός των ηθοποιών είναι απογοητευμένος. Με πολλή υπερηφάνεια λέω ότι το ΣΕΗ (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών) κλείνει 100 χρόνια ζωής. Ωστόσο, θα ήθελα τους ηθοποιούς πιο αγωνιστές.

Πώς πήρατε την απόφαση να φτιάξετε το δικό σας θέατρο στο Γκάζι και μάλιστα μέσα στην οικονομική κρίση;
Ηταν μεγάλη μας επιθυμία. Συνηθίζαμε να κάνουμε δικές μας παραγωγές και νοικιάζαμε πάντα τις θεατρικές στέγες. Είπαμε, λοιπόν, να πάρουμε το ρίσκο. Βρήκαμε αυτόν τον χώρο που ήταν γκαράζ κι έπεσε πολύ χρήμα και προσωπική δουλειά από τον Αντώνη, την κόρη μου, την Αγγελική, και εμένα. Οι τράπεζες δεν μας έδωσαν δάνεια. Ευτυχώς, δεν μας έδωσαν χρήματα. Μας παίδεψαν πολύ και αντιμετωπίσαμε ακόμη και προσβλητική συμπεριφορά, ειδικά από τον διευθύνοντα της τράπεζας. Και αν δεν έδωσαν δάνειο σε εμένα που με ξέρει ο κόσμος, φανταστείτε τι περνάει ένας άνθρωπος που δεν έχει την αναγνωρισιμότητα. Ξέρετε ποιοι βοήθησαν; Οι φίλοι μας. Δεν τους ζητήσαμε τίποτα. Ηρθαν και μας είπαν «πάρτε αυτά τα χρήματα». Και αυτή η ευθύνη, να ξεχρεώσεις φίλους, είναι πιο μεγάλη. Και το έχουμε καταφέρει, επειδή μας εμπιστεύτηκαν.

Ποια παράσταση ανεβάζετε στο νέο καλλιτεχνικό σπίτι σας;
Μόλις ολοκληρώθηκε το έργο «Φόρτυ 1/2 (μύησις)» που έγραψα και ανέβηκε στο θέατρό μας, το από κοινού θέατρο. Μετά το Πάσχα η παράσταση θα ταξιδέψει στην Πάτρα και το καλοκαίρι θα συνεχίσουμε στο θεατράκι μας ή με αυτό το έργο ή με κάποιο άλλο.

Πώς σχολιάζετε τη φρενίτιδα με το «Survivor»;
Εχει χαλάσει η κεραία μου από την κακοκαιρία του χειμώνα και δεν την έχω φτιάξει. Και μπορεί να μην το πιστέψτε, αλλά δεν το έχω δει καθόλου, όπως και άλλα προγράμματα, αφού δεν έχω τηλεόραση. Ξέρω, όμως, από το διαδίκτυο ότι κάνει τρομερή τηλεθέαση, σαν να βλέπαμε την Εθνική ποδοσφαίρου σε κρίσιμο αγώνα. Τι να πω; Μας αρέσει να βλέπουμε τους άλλους να βασανίζονται για τα λεφτά -γιατί μαθαίνω ότι πληρώνονται- και εμείς να νιώθουμε καλά στην κουβέρτα μας και ας μην έχουμε πετρέλαιο για θέρμανση; Δεν έχουμε λεφτά να βγούμε για διασκέδαση και βλέπουμε μόνο τηλεόραση; Τι μας έχει κάνει η κρίση;

Από την τηλεόραση φύγατε με... φέσι ή πληρωθήκατε;
Δεν το έζησα αυτό. Εζησα τις καλές στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης. Τους δούλεψα, αλλά πληρώθηκα καλά. Μάζεψα χρήματα από τη μικρή οθόνη και αγόρασα το σπίτι μου. Εβαλα και κάτι στην άκρη.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια απείχα. Επέστρεψα με την εξαιρετική σειρά του ΑΝΤ1 και του Βασίλη Θωμόπουλου «Οι συμμαθητές» - φυσικά, όχι με τα λεφτά που πληρωνόμουν, αλλά λέω και δόξα τω Θεώ, γιατί πληρώνομαι και με σέβονται. Αμείβομαι κάθε μήνα. Αυτό για μένα είναι η καλύτερη συνθήκη εργασίας, συν το καλό σενάριο, την άψογη σκηνοθεσία, το έμπειρο συνεργείο και το λαμπρό καστ.

Στο Εθνικό Θέατρο έχετε παίξει;
Να είναι καλά ο Νίκος Κούρκουλος ο οποίος έσπασε τα στερεότυπα. Κατέβηκα στην Επίδαυρο με τη «Λυσιστράτη», αλλά έπαιξα και στο ίδιο σανίδι με την Αντιγόνη Βαλάκου στην «Τρελή του Σαγιό». Για μένα, όπου έχω παίξει ήταν τιμή μου. Αλλά αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ -τις ουρές στα ταμεία από τον κόσμο- ήταν στην παράσταση «Μπαμπάδες με ρούμι». Επίσης, δεν θα ξεχάσω την παράσταση «Το έκτο πάτωμα». Εκεί έμαθα για την αρρώστια της αδερφής μου και η Παναγιωτοπούλου, η Μεντή, ο Χαλκιάς, ο Νινιός, η Μπαλανίκα μού συμπαραστάθηκαν. Τους ευχαριστώ! Ακόμη θυμάμαι τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη.

Τι σας συγκινεί από όλη αυτή τη σπουδαία επαγγελματική διαδρομή;
Οταν ο κόσμος στον δρόμο μού λέει «γεια σου, ρε Ελένη μας». Εμένα ούτε η φήμη ούτε το χρήμα με άλλαξε. Είχα διαφορετικές αξίες στη ζωή μου. Συνεχίζω να διαβάζω ωραία βιβλία, να μαθαίνω συνεχώς και να ονειρεύομαι.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ