Τάκης Σούκας: Από τα talent shows δεν βγαίνουν τραγουδιστές

SHOWBIZ
ΤΑ ΒΑΘΗ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Τάκης Σούκας: Από τα talent shows δεν βγαίνουν τραγουδιστές

❱❱ Ο δημιουργός Τάκης Σούκας ξετυλίγει το κουβάρι της προσωπικής και της καλλιτεχνικής πορείας του
❱❱ «Εξι χρόνων έπαιζα σαντούρι και τη δεκαετία του ’50 έμαθα μόνος μου ακορντεόν, κιθάρα, μπουζούκι και λαούτο»

Από τη
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ 

Η συνάντησή μας με τον Τάκη Σούκα, τον χαρισματικό μουσικό και εμπνευσμένο δημιουργό, πραγματοποιείται στο φιλόξενο σπίτι του στην Κυψέλη.

Στην παρέα μας έρχεται πολύ σύντομα και η κοκκινομάλλα εγγονούλα του, η οποία παίζει πολλά μουσικά όργανα -σόι πάει το βασίλειο!- για του δώσει ένα φιλί και να του πει ότι τον περιμένει για να δουν τους «Πειρατές της Καραϊβικής».

Εκείνος την αγκαλιάζει και της υπόσχεται ότι αυτό θα γίνει σύντομα... πριν, όμως, ξετυλίγει το κουβάρι της καλλιτεχνικής και της προσωπικής του ζωής στην «Espresso» με τον αυθορμητισμό ενός μικρού παιδιού.

Από πού είναι η καταγωγή σας;
Γεννήθηκα στο Κομπότι της Αρτας και στα 12 έφυγα από το χωριό και πήγα στην Αρτα, στο Γυμνάσιο, για να σπουδάσω. Εμένα, όμως, δεν με συγκινούσε τίποτα άλλο εκτός από τη μουσική. Από έξι χρόνων έπαιζα σαντούρι και να σκεφτείτε ότι ο πατέρας μου δεν μου έδειξε ούτε νότα. Ο μπαμπάς μου ήταν από την οικογένεια των Σουκαίων, μια φαμίλια που εμφανίζεται από το 1800. Ο παππούς μου, ο Θεόδωρος Σούκας, έπαιζε βιολί και ο πατέρας μου, ο Φώτης, ήταν δάσκαλος της ηπειρώτικης δημοτικής παράδοσης και έπαιζε πολλά μουσικά όργανα.

Δύσκολα παιδικά χρόνια;
Δεν είχαμε κτήματα και ήταν φτωχικά, αλλά όμορφα. Θα έλεγα ότι ήταν γεμάτα γάμους, βαφτίσια, πανηγύρια. Επίσης, θυμάμαι τα καφενεία της Αρτας ως χώρους διασκέδασης. Το πρωί πήγαινα σχολείο και το βράδυ δούλευα. Τη δεκαετία του ’50 έμαθα ακορντεόν, κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, όλα μόνος μου. Παλικαράκι ήθελα να φύγω από την κομπανία των Σουκαίων. Ετσι, πήγα στην Πάτρα. Εκεί γνώρισα και τη γυναίκα μου, η οποία ήταν 19 χρόνων και τραγουδούσε σε ένα κουτουκάκι. Μεγάλος έρωτας! Παντρευτήκαμε, κάναμε δύο παιδιά, τον Φώτη και την Πέρσα. Πριν από εφτά μήνες την έχασα και, αν δεν είχα την αγκαλιά από τα εγγόνια μου, η απώλεια θα ήταν δυσβάσταχτη. Ευτυχώς, είχα «φάρμακο» και το δημοτικό τραγούδι.

Από την Πάτρα πώς βρεθήκατε στην Αθήνα;
Για το μεροκάματο. Πήγα στο κέντρο Παράδεισος μαζί με τον Καλδάρα, τον Μενιδιάτη. Από κέντρο σε κέντρο έφτασα να δουλεύω στην παραλία με τον Στράτο Διονυσίου, την Πόλυ Πάνου, τον Τόλη Βοσκόπουλο. Μάλιστα, με τον Στράτο γίναμε οικογενειακοί φίλοι. Κάναμε μαζί γύρω στα 35 τραγούδια. Το «Ακου βρε φίλε» το έγραψα με τον στιχουργό Κώστα Κοφινιώτη στη Φωκίωνος Νέγρη. Ηταν ερωτευμένος με μια ηθοποιό και μου είπε: «Πρέπει να γράψεις τη μουσική». Του έκανα το χατίρι και το ’δωσα να το τραγουδήσει ο Στράτος.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε πει ότι μαζί σας έκανε μια δεύτερη καριέρα. Τι άνθρωπος ήταν;
Ηταν ένα μικρό παιδί και ένας καλός άνθρωπος, που τσατιζόταν με πράγματα που τον ενοχλούσαν. Τον Στέλιο τον ήξερα από το 1960. Το 1988 συνεργαστήκαμε μαζί για τα καλά, έτσι απλά. Ο Στέλιος ήταν ο πρώτος τραγουδιστής στην Ελλάδα και, για μένα, στον κόσμο. Δεν του πήγαινε η νύχτα. Να βλέπει να περνάνε ποτήρια και πιάτα μπροστά από τα μάτια του. Εγώ ήμουν αλλιώς. Ημουν μουσικός στο πάλκο, δεν ζούσα έντονα τον θαυμασμό του κόσμου, όπως τον έζησε ο Στέλιος. Με τον Στέλιο το 1997 γράψαμε τον τελευταίο του δίσκο, με τίτλο «Τραγουδώ».

Εσάς τι σας πείραζε;
Η στάση κάποιων τραγουδιστών. Ξέρετε, η αχαριστία είναι ντε φάκτο γεγονός. Από το σπίτι μου γεννήθηκαν πολλοί τραγουδιστές και κάποιοι δεν το θυμούνται (γέλια).

Ποια συναυλία σας θυμάστε με νοσταλγία;
Στις 25 και τις 26 Ιουλίου του 1986 έγιναν δύο συναυλίες προς τιμήν μου στο Λυκαβηττό. Τραγούδησαν ο Στράτος Διονυσίου, η Ελένη Βιτάλη, η Πίτσα Παπαδοπούλου, η Λίτσα Διαμάντη, ο Λεωνίδας Βελής, ο Γιώργος Μαργαρίτης και πόσοι άλλοι τραγουδιστές, για να μη λέω ονόματα, αλλά εγώ συγκινήθηκα, γιατί παίξαμε βιολί μαζί με τον πατέρα μου στη σκηνή. Ομως, όταν έπαιξε σόλο βιολί ο πατέρας μου, έκλεψε την παράσταση. Εκείνη τη βραδιά ο πατέρας μου έκλαψε και μου είπε: «Χαίρομαι, παιδί μου, που έμοιασες σε μένα».

Τραγούδια, όπως «Μια ζωή μέσα στους δρόμους», «Ο λαός τραγούδι θέλει», «Ανοίξτε τα τρελάδικα», «Τελειώσαμε», έχουν τη δική σας υπογραφή. Νιώσατε ποτέ έπαρση;
Δεν ξέρω τι θα πει μεγάλη δόξα. Ημουν προσγειωμένος απ’ όταν ήρθα στην Αθήνα, το 1959. Πάω στο σούπερ μάρκετ και μου λένε «Βρε Σούκα, μένεις στην Κυψέλη;» και τους απαντώ: «Γιατί, βρε παιδιά, πού θέλετε να μένω, στην Εκάλη;» Ο κόσμος μού έχει τρελή αγάπη κι αυτό με συγκινεί. Μου λένε στον δρόμο «Γεια σου, ρε Σούκα μάγκα, γεια σου, ρε Σούκα άρχοντα!» Αυτά με ευχαριστούν πιο πολύ, τα αυθόρμητα. Και ας με χειροκροτεί σε συναυλίες και 10.000 χιλιάδες κόσμου.

Γιατί δεν εμπνέονται οι συνθέτες σήμερα για να γράψουν μεγάλα τραγούδια;
Και ποιος σας είπε ότι δεν εμπνέονται; Θα σας μιλήσω για τον εαυτό μου. Εγώ, σήμερα, στα συρτάρια μου έχω τα πιο σπουδαία τραγούδια. Εχω φτιάξει ένα στούντιο και δουλεύω έως τις 4 το πρωί. Ας έρθουν οι νέοι τραγουδιστές να τα ακούσουν, να μου τα ζητήσουν. Σήμερα πουλάνε 10.000 δίσκους και λένε ότι έκαναν χρυσό. Μα, εγώ στον τοίχο μου έχω δίσκους με 150.000 πωλήσεις! Να σκεφτείτε ότι από κάποια στιγμή και πέρα δεν πήγαινα στις απονομές.

Πώς βλέπετε τα talent shows;
Από εκεί δεν βγαίνουν τραγουδιστές. Μόνο από την ΕΡΤ και το «Να η ευκαιρία» βγήκαν η Γλυκερία και ο Θέμης Αδαμαντίδης. Αυτοί που βγαίνουν κερδισμένοι είναι αυτοί που κάθονται στην επιτροπή. Οι ήδη γνωστοί τραγουδιστές.

Σας λυπούν όσα γίνονται στη χώρα τα τελευταία χρόνια;
Είμαι και εγώ παθών. Παίρνω μια σύνταξη που δεν μου φτάνει να βάλω βενζίνη και να πάω από εδώ μέχρι τη Γλυφάδα. Με την ΑΕΠΙ έχουν γίνει τα γνωστά και δεν πληρωνόμαστε. Οι εταιρίες δίσκων έχουν βάλει λουκέτο, τα δισκάδικα έχουν κλείσει, έχει μπει στη ζωή μας το ίντερνετ και τα κέντρα δουλεύουν δύο φορές την εβδομάδα. Παίρναμε ρεπό μόνο Τρίτη και Μεγάλη Εβδομάδα, και με έπιανε τρομερή μελαγχολία. Το μόνο που κινείται πλέον στη μουσική είναι τα cd με τις εφημερίδες.

Η κρίση είναι μόνο οικονομική;
Είναι και κρίση αξίων, γι’ αυτό σιωπούν οι Ελληνες. Δεν βλέπω φως στο τούνελ, γιατί δεν πιστεύω κανέναν ούτε από τους κυβερνώντες ούτε από την αντιπολίτευση. Αυτοί κοιτάνε μόνο τις θέσεις τους. Λυπάμαι για τα εγγόνια μου.

Γιατί αισθάνεστε τυχερός;
Γιατί έζησα στον αιώνα που γεννήθηκαν ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος, ο Χατζής. Δεν ήταν συνθέτες «fast food». Δεν έγραφαν εύπεπτα τραγούδια για να κοιμίζουν τον λαό. Είχαμε συναντηθεί με την Ελένη Βιτάλη σε μια εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου και μου είχε ζητήσει να της γράψω τραγούδια. Συνεργαστήκαμε μαζί στο στούντιο, αλλά τα τραγούδια δεν βγήκαν στην αγορά. Η Ελένη θα βρήκε δυσκολίες...

Εσείς ποιο τραγούδι σας σιγοψιθυρίζετε;
Περνάω τη φάση των δημοτικών τραγουδιών. Τραγουδώ το «Τριανταφυλλάκι θα γινώ...» Α, να σας πω κι ένα μυστικό: τα τραγούδια που θέλω δεν τα έχω γράψει ακόμη! Θα ήθελα να τραγουδήσει ένα τραγούδι μου ο Αντώνης Ρέμος.

Τι θα ακούσουμε την Πέμπτη 12 Οκτωβρίου στο Βεάκειο;
Οι φίλοι μου, ο Γιώργος και ο Κώστας, θέλησαν να γίνει αυτή η συναυλία στις 12 Οκτωβρίου στο Βεάκειο για τα 50 χρόνια πορείας μου στο ελληνικό πεντάγραμμο. Σκέφτηκα ότι δεν μπορώ να τους χαλάσω το χατίρι. Η αγάπη του κόσμου, άλλωστε, είναι η μεγαλύτερη αμοιβή μου. Θέλω να γίνουμε μια χορωδία με τον κόσμο και να τραγουδάμε το «Ερωτά μου αγιάτρευτε». Με εξιτάρει το γεγονός ότι θα τραγουδήσουν τραγούδια μου η Μελίνα Ασλανίδου, η Πέγκυ Ζήνα, ο Δάντης, ο Νίκος Μακρόπουλος, η Σοφία Βόσσου, ο Στέλιος Διονυσίου, ο Χρήστος Μενιδιάτης. Φυσικά, θα με τιμήσουν η Ελένη Βιτάλη, η Πίτσα Παπαδοπούλου, ο Γιώργος Μαργαρίτης και όλα θα γίνουν μελωδίες.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ