192 ώρες με τους απαγωγείς μου

COVER STORY

192 ώρες με τους απαγωγείς μου

Τέσσερα χρόνια μετά την κινηματογραφική απαγωγή του από το «συνδικάτο του εγκλήματος», ο πατριάρχης της ελληνικής επιβατηγού ναυτιλίας Περικλής Παναγόπουλος σπάει τη σιωπή του και ξεδιπλώνει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε για οκτώ ολόκληρες μέρες στα χέρια των απαγωγέων του, σε ένα βιβλίο γεμάτο αποκαλύψεις. Η υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο, αλλά και η μυθιστορηματική ζωή του Ελληνα Κροίσου, τα παιδικά του χρόνια, η γνωριμία του με τη σύζυγό του Κατερίνα, η δημιουργία της αυτοκρατορίας του, όλα αποτυπώνονται από τη συγγραφέα Εύα Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου στη βιογραφία των 512 σελίδων με τον τίτλο «Περικλής Παναγόπουλος: Βίος και Ναυτιλία», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επτάλοφος. Σε όλες τις αφηγήσεις του επιχειρηματία είναι φανερή η ανεπτυγμένη αίσθηση του χιούμορ του, ακόμη και στις πιο δύσκολες ώρες, όπως ήταν αυτές κατά τη διάρκεια της ομηρίας του. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που τότε τον φόβισε περισσότερο, απάντησε: «Οσο και αν σας φανεί παράξενο, με απασχολούσε το αν οι σφαίρες θα ήταν ζεστές ή παγωμένες στην περίπτωση που οι απαγωγείς με πυροβολούσαν! Δεν μου αρέσει το κρύο...»

Ξετυλίγοντας τις μνήμες από τις ατελείωτες ώρες στο γιαπί όπου «φυλακίστηκε» αλυσοδεμένος από τους απαγωγείς του, από τις 12 Ιανουαρίου του 2009 έως τις 20 του ίδιου μήνα, ο Περικλής Παναγόπουλος μοιράζεται τις πιο κρυφές του σκέψεις: «Οι εναγώνιες μνήμες της απαγωγής, της ομηρίας, αλλά και της απελευθέρωσής μου είναι τέτοιες, που δεν θα φύγουν ποτέ από τη συνείδησή μου. Και ας μη θεωρηθεί πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Υπάρχουν γεγονότα που δεν σβήνονται με τίποτα» λέει και θυμάται: «Εκείνο το πρωινό ξεκίνησα με τον οδηγό μου Γιώργο Σαρδέλη με προορισμό το κοντινό γραφείο μου στη Βούλα... Ενα βαν μάς έκλεισε τον δρόμο και πετάχτηκαν έξω τρεις σιλουέτες ανδρών, γεροδεμένων και ντυμένων στα μαύρα από πάνω μέχρι κάτω... Κρατώντας υποπολυβόλα Καλάσνικοφ όρμησαν πάνω στο αυτοκίνητο. Αισθάνθηκα να με περιλούουν θραύσματα από τα τζάμια. Νόμισα ότι ήταν αποτελέσματα πυροβολισμών που ρίχτηκαν εναντίον μου» λέει και συνεχίζει: «Μας έβαλαν μέσα στο βαν. Ετσι ξεκίνησε η περιπέτεια...»

Περιγράφοντας καρέ-καρέ τις σκηνές που ακολούθησαν μέχρι τον σκουπιδότοπο του Υμηττού, όπου έβαλαν τον ίδιο στο πορτμπαγκάζ ενός άλλου οχήματος και απομάκρυναν τον οδηγό του, σημειώνει: «Μου ζήτησαν να μπω στο πορτμπαγκάζ. Βεβαίως δεν είχα ταξιδέψει ποτέ στη ζωή μου σε πορτμπαγκάζ και τους ζήτησα να με απαλλάξουν από τη δοκιμασία. Το αίτημά μου ωστόσο, αν και διατυπώθηκε με καλό τρόπο, δεν έγινε αποδεκτό». Οι περιγραφές των ημερών της ομηρίας του ωστόσο ίσως είναι οι πιο συγκλονιστικές, καθώς ο Περικλής Παναγόπουλος αναλύει στιγμή προς στιγμή πώς τον αλυσόδεσαν με χειροπέδες «με μια χοντρή αλυσίδα σαν αυτές που χρησιμοποιούν για τις άγκυρες των κότερων» που ήταν στερεωμένη στον τοίχο, πώς μέσα στη χειμωνιάτικη παγωνιά «μου πήραν τα ρούχα μου, ό,τι είχα, ό,τι φορούσα και μου έδωσαν δικά τους μαύρα ρούχα, κατάμαυρα και καταθλιπτικά... Μου έδωσαν παντόφλες χνουδωτές και κατακόκκινες, αλλά το κρύο κρύο», την έλλειψη τρεχούμενου νερού και εγκατάστασης υγιεινής στο δωμάτιο-γιαπί.

«Μου έβαλαν μια τουαλέτα, όπως αυτές που υπάρχουν στις οικοδομές, πολύ κοντά στο κρεβάτι. Το δωμάτιο πέραν του ράντζου και του καλοριφέρ (λαδιού) είχε έναν παλαιότατο καναπέ και μια παρόμοια πολυθρόνα. Πάνω στην πολυθρόνα υπήρχε μια μικρή τηλεόραση που έπιανε μόνο ένα κανάλι. Επίσης πάνω στην πολυθρόνα υπήρχε κάτι που στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήταν. Επειτα βέβαια συμπέρανα πως ήταν μια κάμερα κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, η οποία εστιαζόταν πάνω μου... Δεν ήξερα πού βρισκόμουν, όπως ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζω πού εκρατούμην. Προσπαθούσα κυρίως μέσα από εξωτερικούς ήχους να καταλάβω πού ενδεχομένως ήμουν. Το πέταγμα ενός πουλιού, ο θόρυβος της μηχανής ενός αυτοκινήτου, διάφοροι άλλοι θόρυβοι, που άλλους μπορούσα να εντοπίσω και άλλους όχι, απασχολούσαν τη φαντασία και το μυαλό μου».

Οι δραματικές συνομιλίες με τη σύζυγό του, η απελευθέρωση και το φυλαχτό του πατέρα του

Ο Περικλής Παναγόπουλος φέρνει στη μνήμη του την «εξοντωτική αβεβαιότητα» για το «πιθανολογούμενο τέλος της ζωής» του, την ανασφάλεια για «το ποιες ήταν οι πιθανότητες της επόμενης ώρας ή της επόμενης μέρας» και θυμάται τις στιγμές που οι δράστες συνομιλούσαν με τη σύζυγό του: «Οι ένοπλοι απαγωγείς με υποχρέωναν να μιλήσω -απευθυνόμενος στη σύζυγό μου- βιντεοσκοπώντας με να διατυπώνω τις απαιτήσεις τους κι έχοντας μπροστά από το στήθος μου εφημερίδα (σ.σ.: την «Espresso») με την ημερομηνία της ημέρας εκείνης που έγινε η εγγραφή του βίντεο». Περιγράφει με ακρίβεια πόσο εφιαλτικά αργά περνούσε ο χρόνος και θυμάται πως «προς το τέλος της εβδομάδας χάλασε και η τηλεόραση, οπότε το πλήγμα ήταν μεγάλο». Και φτάνοντας στην ώρα της απελευθέρωσης, τη νύχτα της 19ης Ιανουαρίου, τονίζει: «Ο αρχηγεύων της παρέας μού είπε: “Κύριε Παναγόπουλε, η γυναίκα σας παλικάρι. Ολα πήγαν καλά. Αν και της είπαμε ότι θα σας απελευθερώσουμε μέσα σε 24 ώρες, θα το κάνουμε μέσα στη νύχτα απόψε”. Κάποια στιγμή, μέσα στη νύχτα, μου φόρεσαν κουκούλα και με κατέβασαν υποβασταζόμενο από τα σκαλοπάτια που είχα ανέβει πριν από επτάμισι μέρες... Σε μια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε κι ένιωσα ότι οι επιβάτες βγήκαν. Τότε ο ένας από αυτούς, μάλλον ο νεότερος, μου είπε: “Κύριε Παναγόπουλε, εδώ θα σας αφήσουμε. Θα σας βγάλουμε την κουκούλα, αλλά δεν θα γυρίσετε το κεφάλι ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε πίσω. Θα μετρήσετε μέχρι το πενήντα και μετά είστε ελεύθερος”. Πρέπει να αναφέρω επίσης πως όταν μου έβγαλε ο φρουρός την κουκούλα, μου παρέδωσε δύο πράγματα: ένα ήταν το φυλαχτό μου, που είναι και το μόνο ενθύμιο από τον πατέρα μου, το οποίο μου το πήραν στην απαγωγή. Το δεύτερο ήταν το πιστόλι άνευ γεμιστήρος που είχαν αφαιρέσει από τον Γιώργο Σαρδέλη. Το πιστόλι του Γιώργου ήταν λιγάκι πρόβλημα, διότι η καινούργια φόρμα που μου έδωσαν να φορέσω προτού με βάλουν στο πορτμπαγκάζ είχε στενές τσέπες στο μπουφάν, όπου δεν χώραγε το πιστόλι. Γι’ αυτό επιχείρησα να το βάλω στην τσέπη του παντελονιού. Βάζοντάς το όμως στην τσέπη του παντελονιού το βάρος του ήταν τέτοιο, που το λάστιχο στη μέση μου δεν ήταν ικανό να συγκρατήσει το παντελόνι. Τι να κάνω, πήρα το πιστόλι υπό μάλης και άρχισα να κατεβαίνω το πετρώδες μονοπάτι...» Αμέσως μετά την απελευθέρωσή του ο Περικλής Παναγόπουλος μάζεψε τα κομμάτια της ψυχής του και επέστρεψε στη ζωή. «Από την επόμενη κιόλας ημέρα της απελευθέρωσής μου θεώρησα χρέος μου να ξαναβρώ τους κανονικούς ρυθμούς της ζωής μου. Ετσι λοιπόν, όπως συνηθίζω πάντα το πρωί, ντύθηκα, ευπρεπίστηκα και ξεκίνησα για το γραφείο μου» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Ενα αγριολούλουδο για τον φύλακα-άγγελό του

Η Κατερίνα Ναυπλιώτη μπαίνει στη ζωή του Περικλή Παναγόπουλου και εκείνος στη δική της τον Φεβρουάριο του 1990. Δεν διστάζει να δηλώσει πως ήταν «ένας πανέμορφος και περιζήτητος άνδρας». Δεκαεπτά χρόνια χωρίζουν ηλικιακά την Κατερίνα από τον 55χρονο τότε Περικλή. Πρωτοσυναντήθηκαν σε μια κοινωνική εκδήλωση σε φιλικό σπίτι. Εκείνος, όπως λέει, της πρόσφερε ένα αγριολούλουδο από τον κήπο. Πολύ σύντομα, το μεθεπόμενο βράδυ, συναντήθηκαν ξανά σε παρόμοια φιλική ομήγυρη σε ένα κλασικό σπίτι στο κέντρο της Αθήνας. Η κουβέντα που άνοιξαν τότε πήγε πολύ μακριά. Κράτησε ώρες ατελείωτες, μέρες και νύχτες, μήνες και χρόνια. Κρατάει μέχρι σήμερα... Μετά τον Σεπτέμβριο του 1997, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και ύστερα από επτάμισι περίπου χρόνια συμβίωσης παντρεύτηκαν στο γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο Καβούρι σε μια σεμνή τελετή. Προέρχονταν και οι δύο από ένα διαζύγιο. Η Κατερίνα διέθετε μια χαρούμενη και αυθόρμητη ενέργεια που την είχε και εκείνος απόλυτη ανάγκη. Και αυτή η ενέργεια τον βοήθησε να ξεπεράσει τα πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε, έχοντας πάντα στο πλευρό του τον φύλακα-άγγελό του.

ΓΙΟΥΛΗ ΣΤΑΡΙΔΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ