Η τελευταία συνέντευξη ενός μεγάλου

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Πλάθιντο Ντομίνγκο, Χοσέ Καρέρας, Λουτσιάνο Παβαρότι. Τρεις φίλοι, τρεις χρυσές φωνές της όπερας.

Η τελευταία συνέντευξη ενός μεγάλου

Συνέντευξη στην Daphne Barak


Ηταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ντυμένος με ένα μπλε μπλουζάκι. Φαινόταν ηλιοκαμένος και υγιής. Ηταν σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Αν δεν ήξερα πως ήταν άρρωστος, ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό. Ο Παβαρότι, αρκετά μαυρισμένος. «Περνάω χρόνο στην πισίνα μου» θα πει λίγο αργότερα. Δεν είχε χάσει βάρος. Μου είπε πως είχε κανονικά όρεξη, όπως πάντα. Οταν μπήκα, αγκαλιαστήκαμε κι έπειτα έκατσα δίπλα του στο κρεβάτι.

Το υπνοδωμάτιό του ήταν πολύ λιτό και απλά διακοσμημένο. Αμέσως ένιωσα άνετα... Εβγαλα τα σανδάλια μου και συνέχισα τη συζήτηση ξυπόλυτη. Του άρεσε αυτό και μου είπε: «Τώρα ξέρεις γιατί εδώ νιώθω σαν στο σπίτι μου». Από τη θάλασσα που ήταν πολύ κοντά ακουγόταν ο ήχος των κυμάτων και πραγματικά είχε καταπραϋντικά αποτελέσματα. Ηταν ένα πολύ ειρηνικό περιβάλλον. Λουτσιάνο Παβαρότι, ο πιο διάσημος τραγουδιστής της όπερας παγκοσμίως. Πολεμούσε τον καρκίνο από τον Απρίλιο του 2006. Πέρασα να τον δω ενώ βρισκόταν σε θεραπεία στη Νέα Υόρκη. Μιλήσαμε για την αρρώστιά του. Ο Παβαρότι ήλπιζε ακόμα. Μου είπε πως θα επέστρεφε να συνεχίσει τις θεραπείες του το πολύ μέχρι τον Οκτώβριο.

Στις πολλές συζητήσεις μας, ακόμα και στις πιο διερευνητικές, ήταν πεπεισμένος ότι θα γινόταν καλά. Του είχα πει για την αδελφή μιας φίλης μου της οποίας είχαν πει ότι είχε μόνο λίγους μήνες ζωής, αλλά ότι ακόμα ζούσε κι ας είχαν περάσει χρόνια! Ο Λουτσιάνο άκουγε συγκινημένος και όλο ρωτούσε λεπτομέρειες. Και έπειτα, μου είπε: «Αμήν! Προσευχήσου για μένα». Και γι’ αυτό είναι τόσο λυπηρό. Ο μαέστρος ήθελε πραγματικά να ζήσει!

Κρατήσαμε επαφή από το τηλέφωνο. Συνεχώς του έλεγα να κάνει κουράγιο. Με κάλεσε να τον επισκεφτώ στο Πεζάρο. «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου τόπος» μου είπε. Είχα ξαναπάει. Το σπίτι του είναι σε έναν λόφο και έχει θέα στον ωκεανό. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Ηθελε να διδάξει τους μαθητές του, σχεδίαζε μία συναυλία για την επιστροφή του. «Φαίνεσαι καλά» του είπα κι έτσι ήταν.

«Ξέρεις, κοίταζα στον καθρέφτη πριν έρθεις. Ναι, είμαι καλύτερα, έτσι; Δεν φαίνομαι καθόλου άρρωστος. Μου αρέσει εδώ στο Πεζάρο. Γυμνάζομαι κιόλας. Πηγαίνω στην πισίνα και κάνω εδώ τις θεραπείες μου. Δεν πάω πίσω στη Μόντενα... Δεν θα πάω ούτε στη Νέα Υόρκη. Κάνω τις ίδιες θεραπείες εδώ. Θα προσευχηθείς για μένα; Πες στον κόσμο -ξέρεις εσύ πώς και πότε- πόσο καλά φαίνομαι».

Είχε όρεξη για φιλοσοφική συζήτηση. Οι κόρες του από τον πρώτο του γάμο τα είχαν βρει μαζί του (έπειτα από μακρόχρονη διαμάχη για το ειδύλλιό του με την πρώην γραμματέα του, τη Νικολέτα, την οποία και παντρεύτηκε στο τέλος). Η Τζουλιάνα, η μεγαλύτερη κόρη του, τον επισκεπτόταν. Η Αντουα, η πρώην σύζυγός του, φαινόταν να τον έχει συγχωρέσει. Μου είχε πει: «Τον είδες; Ωραία, ελπίζω να είναι καλύτερα».

Ο Παβαρότι πράγματι ένιωθε καλύτερα εκείνη τη μέρα. «Θα γυρίσω στις 10 Δεκέμβρη, να το θυμάσαι, στις 10 Δεκέμβρη»...

Ηταν μια ημερομηνία που του ήρθε έτσι. Σκόπευε να πάει στη Νέα Υόρκη για ένα τσεκ απ και ήλπιζε να του πουν καλά νέα. Αυτήν την ημερομηνία, στις 10 του Δεκέμβρη, την ανέφερε πολλές φορές στη συζήτησή μας. Ηταν φανερό πως συνέχιζε να δίνει τη μάχη του. Τον ενθάρρυνα να πολεμήσει για τη ζωή του. Του διάβασα και λίγα κομμάτια από μια τηλεοπτική συνέντευξή του που δεν είχε παιχτεί ακόμα.

«Είμαι παιδί του πολέμου»

- Υπάρχει κάτι που έχεις μάθει για τη ζωή και δεν το ήξερες στο παρελθόν;
Είμαι παιδί του πολέμου. Οταν γεννήθηκα, το 1935, όλα ήταν καλά στην οικογένειά μου. Κι έπειτα, το 1940, ήρθε ο πόλεμος... και βομβάρδισαν την πόλη και είδα πολλούς οπλισμένους ανθρώπους. Πολλούς στρατιώτες με όπλα και μαχαίρια που ήρθαν για να σκοτώσουν. Τι περισσότερο να μάθω έπειτα από αυτό; Στα δέκα μου είδα όλα αυτά τα πράγματα μπροστά μου. Στα δώδεκά μου αρρώστησα τόσο πολύ, που έμεινα σε κώμα για έξι μέρες. Τι να μάθω από τη ζωή; Την ξέρω τη ζωή. Πραγματικά ξέρω τη ζωή. Η ζωή είναι η ειρήνη. Η ζωή είναι η ζωή... κάθε είδος ζωής είναι φανταστικό!

- Με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, νομίζεις πως μπορείς με ένα τραγούδι ή και με άλλους καλλιτέχνες να γίνει κάτι ώστε να μπορέσουν να αλλάξουν οι άνθρωποι;
Εχω ήδη κάνει δύο τραγούδια στο άλμπουμ μου, το «Ηappy». Νομίζω ότι ο κόσμος τελευταία, δεν είμαι ειδικός αλλά είμαι παρατηρητής, γιατί όπως είπα γεννήθηκα στον πόλεμο… ήμουν μόνο δέκα ετών... Κοιτάζοντας γύρω λοιπόν βλέπω πως όλοι μας διαλέγουμε το κουτσομπολιό. Διαλέγουμε τα κακά νέα. Στη δημοσιογραφία λένε «καλά νέα, όχι νέα». Κακό, κακό, κακό! Ψάχνουμε την ψυχή ενός ανθρώπου για να βρούμε τι κακό υπάρχει εκεί και να το βγάλουμε έξω. Πρέπει να βγει έξω ό,τι κακό υπάρχει εκεί. Γιατί να βγει; Ας μείνει εκεί καλύτερα...

- Θα είχα δίκιο αν σκεφτόμουν πως το γεγονός που σφράγισε τη ζωή σου είναι ότι είσαι παιδί του πολέμου;
Ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά μάλλον έτσι είναι. Είναι πολύ σημαντικό. Εγώ φιλοσοφώ τη ζωή και μάλλον αυτός είναι ο λόγος…

- Μήπως αυτό εξηγεί και την πολύ μεγάλη επιτυχία σου; Μήπως αυτό σε έκανε να αντέχεις;
Είμαι πολύ σκληρός. Τότε ήμουν αδύναμος και είδα τη χώρα μου σε πόλεμο.

- Ωστε πράγματι ήταν τομή στη ζωή σου. Αυτό σε έκανε ό,τι είσαι;
Ετσι νομίζω, έτσι νομίζω.

Ο Παβαρότι άκουγε προσεκτικά κι έπειτα είπε: «Ναι, αυτό με αντιπροσωπεύει. Να τα χρησιμοποιήσεις αυτά. Αυτός είμαι…». Δεν αναλύσαμε τι ακριβώς είχε στο μυαλό του (αλλιώς, γιατί να κάτσει να ακούσει τα δικά του λόγια με τόση προσοχή;).
Του είπα και πάλι να κάνει κουράγιο. Χαμογέλασε και μου είπε: «Χρησιμοποίησε αυτά που έγραψες…».

Τον φίλησα και βγήκα από το δωμάτιό του. Εμεινα για λίγο με τους δύο ανθρώπους που τον φρόντιζαν. Ηταν πραγματικά δύο άνθρωποι όλο ζωντάνια! Σκληρή η αλήθεια. Θα τα καταφέρει; Ολα κρέμονταν από αυτό. Εφυγα. Εμαθα μόνο ότι ρώτησε για μένα: «Γιατί δεν έμεινε για φαγητό;». Μου το ξανάπε την άλλη μέρα στο τηλέφωνο. Αρρωστος ή όχι, δεν έχανε την ιταλική του φιλοξενία.


«Να ζήσεις, Λουτσιάνο…»

Την παραμονή των γενεθλίων του τού τηλεφώνησα από τη Νέα Υόρκη και του τραγούδησα «Ηappy Birthday...». Είπαμε και πάλι για τις 10 Δεκεμβρίου, αυτήν την ημερομηνία περίμενε. Αρχικά ήταν αισιόδοξος: «Ευχαριστώ, καλή μου. Θα κοιτάξω να περάσω καλά αύριο. Στο υπόσχομαι… Στέλνεις δώρο;».

Και του χρόνου (γέλασε); Εύχομαι να κάνεις την προσευχή σου και μακάρι... Τότε, ναι, του χρόνου στα γενέθλιά μου θα έρθεις εδώ.

Το δώρο μου ήταν ένα λεύκωμα με φωτογραφίες φτιαγμένο από τον Μάικ Μακάρτνεϊ (τον αδελφό του Πολ), το οποίο είχε και αφιέρωση στον Παβαρότι από τον Μάικ: «Παβ, πρέπει να είσαι στο επόμενο λεύκωμά μου, αυτό που θα κάνω του χρόνου…». Ο μαέστρος (σαν να μην πίστευε τα λόγια αυτά) ήταν σιωπηλός, σκεφτικός… κι έπειτα είπε: «Ωραία τότε, πολύ ωραία…».

Η μετακόμιση

23 Οκτώβρη
Μιλήσαμε τη νύχτα. Ηταν νυσταγμένος. Παραπονιόταν: «Πάμε πίσω στη Μόντενα. Ολα είναι σε κούτες. Θα είμαστε εκεί την Πέμπτη». Φαινόταν μπερδεμένος. «Μου αρέσει εδώ στο Πεζάρο»…
Σε ποιον δεν άρεσε; Με αυτόν τον ήλιο, τη θέα κι όλο αυτό το αίσθημα της ελευθερίας!

Επειτα, εν όψει της Νέας Υόρκη, μια αχτίδα ελπίδας…
«Μάλλον θα πάω στη Νέα Υόρκη σύντομα. Πού είσαι; Ελπίζω να γυρίσω μέχρι τον Μάρτη κι έπειτα μάλλον θα δώσω μια συναυλία».

                                                                     
Η αφοσιωμένη σύζυγός του

Τα πήγα καλά με τον μαέστρο όταν συναντηθήκαμε το 1997. Ηταν έπειτα από μια αποκλειστική συνέντευξη με την τότε γραμματέα του, στη συνέχεια ερωμένη και στο τέλος σύζυγό του Νικολέτα. Μείναμε στη Μόντενα για να είναι «κοντά στο σπίτι». Πήρε χρόνια για να γίνει αυτό το σπίτι. «Δεν έκανε και καμία προσπάθεια» μου είπε η πιο στενή του συνεργάτις. Επειτα από χρόνια παντρεύτηκε τη Νικολέτα. Εκείνη κι εγώ είχαμε βγει για φαγητό στο Cipriani στη Νέα Υόρκη. Ηταν τόσο ενθουσιασμένη που έκανε σχέδια για γάμο. Υποθέτω ότι ο σχεδιασμός κράτησε πολύ, γιατί ο γάμος έγινε τελικά πολύ αργότερα. Το 1998 ζήτησα από την κυρία Λαιμού να καλέσει τον Παβαρότι (και τη Νικολέτα) στο Χαϊγκρόουβ, σε ένα δείπνο του πρίγκιπα Καρόλου. Ο Παβαρότι, ο οποίος είχε σχέσεις με την Νταϊάνα, ήθελε να συναντηθεί με τον πρίγκιπα, αλλά δεν ήθελε να πάρει εκείνος την πρωτοβουλία. Ετσι λοιπόν, μεσολάβησε ο τρίτος άνθρωπος (εγώ) για να πάει η πρόσκληση. Επέμεινα η Νικολέτα, η ερωμένη για τα ιταλικά ΜΜΕ, να είναι επίσης προσκεκλημένη… και ήταν! Αλλά μια άλλη ερωμένη, η Καμίλα, και μέλη της οικογένειάς της ήταν απαγορευμένοι.

Οταν βλέπεις δημοσιεύματα του τύπου «ο Παβαρότι είναι καλύτερα χάρη στην οικογένειά του που τον περιέβαλε με αγάπη...», υπάρχει διαστρέβλωση της αλήθειας. Καμία σύζυγος δεν εμφανίστηκε ούτε στη Νέα Υόρκη ούτε στο Πεζάρο για μήνες! Ηταν το θέμα συζήτησης στους κύκλους των ανθρώπων της κλασικής μουσικής. Στην πραγματικότητα, έμεινα έκπληκτη όταν τη βρήκα μαζί του (τη Νικολέτα), όταν πέρασα να τον δω στο Μανχάταν.

Κάποιες ιστορίες μπορεί αργά ή γρήγορα να βγουν στη δημοσιότητα. Τώρα όμως θα προτιμούσα να πάω λίγο πίσω σε άλλα «κομμάτια» που του διάβασα και τον έκαναν χαρούμενο.

- Είσαι καλός οικοδεσπότης;
Βέβαια, μερικές φορές μαγειρεύω κιόλας.

- Ποιο είναι το αγαπημένο σου πιάτο;
Τα ζυμαρικά... Ιταλός είμαι.

- Τι είδους ζυμαρικά;
Τα πιο απλά που μπορείς να φανταστείς. Με λάδι, παρμεζάνα... ντομάτα. Τίποτα περισσότερο. Είμαι λιτοδίαιτος... στη σάλτσα, όχι στην ποιότητα.

- Εχεις χάσει πολύ βάρος...
Ναι...

- Πώς το κατάφερες, ενώ τρως ζυμαρικά;
Παίρνω ένα μεγάλο πιάτο ζυμαρικά μπροστά μου. Τρώω δέκα πιρουνιές και μετά λέω στον εαυτό μου «ξέρεις, Λουτσιάνο, είσαι πολύ σωστός, γιατί σταμάτησε να τρως αυτά τα ζυμαρικά». Είναι ένας καλός τρόπος για να τα καταφέρεις. Ποτέ μη βάζεις λίγα μακαρόνια, γιατί, αν βάλεις λίγο φαγητό, πίνεις πολύ. Καλύτερα να έχεις μεγάλη ποσότητα για να χορταίνουν τα μάτια σου και να ξεγελάνε το στομάχι σου και να λες «είμαι ευχαριστημένος». Μετά φάε... Θα έχεις λιγότερη όρεξη.

- Ωστε αυτή είναι η δίαιτα των ζυμαρικών;
Για κάθε φαγητό, όχι μόνο για τα ζυμαρικά.

- Θέλεις να κάνεις κι άλλα παιδιά;
Προς το παρόν δεν το σκέφτομαι καθόλου. Οπως λέω συνήθως, ίσως ένα ακόμα. Αλλά ποτέ δεν είναι ο άνδρας αυτός που αποφασίζει. Πάντα η γυναίκα το αποφασίζει αυτό.

- Ποια είναι η μεγαλύτερη λάθος εντύπωση που έχουν για σένα; Τι δεν ξέρουν οι άνθρωποι για σένα;
Δεν ξέρω. Πολλά πράγματα... Και με την αρνητική έννοια και με τη θετική υπάρχουν κάποιες υπερβολές. Είμαι ένας μεγαλόσωμος άνδρας και αυτό το πάνε λίγο αναλογικά... Αυτό που θα ήθελα να ξέρει ο κόσμος είναι ότι είμαι ένας πολύ σοβαρός επαγγελματίας τραγουδιστής και ελπίζω να είμαι και καλός πατέρας. Ημουν καλός πατέρας και για τις άλλες τρεις κόρες μου και είναι σημαντικό για μένα να είμαι και τώρα καλός.

- Αυτή είναι η πρώτη σου προτεραιότητα τώρα;
Χωρίς αμφιβολία...

- Και ύστερα από αυτό;
Πολλά πράγματα. Χαίρομαι τα μικρά, καθημερινά πράγματα με φίλους, τις συζητήσεις μας. Αναλύουμε τα ωραία και τα άσχημα...

- Τι σημαίνει κακή (καλλιτεχνική) εμφάνιση; Πώς το καταλαβαίνεις αυτό;
Μια κακή εμφάνιση σημαίνει το λαρύγγι σου να μην ανταποκρίνεται και τότε πρέπει να κάνεις κάτι. Είναι θλιβερό, απολύτως θλιβερό. Εχω συνηθίσει να δίνω όλο μου το είναι. Σκέφτομαι ότι -το ξέρω γιατί μου το γράφουν κιόλας- έχουν δώσει χρήματα και τα έδωσαν για να δουν κάτι καλό, την παράσταση. Αν δεν μπορώ να κάνω την παράσταση, νιώθω σαν κλέφτης. Εχω αυτό το συναίσθημα. Δεν θέλω να κλέβω τίποτα κι από κανέναν.

- Πώς νιώθεις όταν έχεις κάνει μια καταπληκτική εκτέλεση;
Αυτό είναι το καθήκον μου. Το χαίρομαι, αλλά αυτό δεν είναι το καθήκον μου;

- Και πώς το ξέρεις ότι είναι καλό;
Μου το λέει το κοινό!


Λυπηρό τέλος

Συνέχισα να επικοινωνώ μαζί του ακόμα κι όταν βρισκόταν στο νοσοκομείο. Τις τελευταίες του μέρες ο Αντρέα Μποτσέλι ήταν παρών. Επαιρναν απ’ έξω κινέζικο, φιλοσοφούσαν και συζητούσαν γενικώς για το μέλλον. Ο Πλάθιντο Ντομίνγκο (και άλλοι τενόροι που ανησυχούσαν) πήγαινε συχνά στο νοσοκομείο και έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο. Ο Μπόνο τον επισκέφτηκε. Ο Παβαρότι προσπαθούσε να το νικήσει. Επαιζε χαρτιά με τους φίλους του που τον επισκέπτονταν στο νοσοκομείο. Στο προσωπικό φώναζε.

Ομως, απαντώντας στην ερώτησή μου αν θα πηγαίναμε στο Πεζάρο, πήρα την απάντηση: «Οχι, δεν θα πάμε στο Πεζάρο».

Το Πεζάρο του θύμιζε τις μέρες του με την Αντουα, όταν μαζί έχτιζαν το όνομά του, την εταιρεία του, τον μύθο του! Αλλά αυτό το μέρος προτιμούσε. Οταν άκουσα το τελευταίο του «δεν θα πάμε στο Πεζάρο», σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε τίποτε που να μπορεί να του φτιάξει τη διάθεση πια. Το ήξερα, το ήξερε!


Η Νικολέτα τον άφησε μόνο του

Η Νικολέτα Μαντοβάνι, η κατά 33 χρόνια νεότερη σύζυγός του, σχεδόν τον είχε εγκαταλείψει, όπως ο ίδιος ο Παβαρότι εκμυστηρεύτηκε στην καλή του φίλη και δημοσιογράφο Daphne Barak. Η Νικολέτα δεν ήταν μαζί του ούτε στην εξοχική κατοικία τους στο Πέζαρο, όπου ο μεγάλος καλλιτέχνης αποτραβήχτηκε από τη στιγμή που έμαθε για την αρρώστια του, ούτε τον συνόδευε στα ταξίδια του στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε κάποιους κύκλους χημειοθεραπείας. Στον Τύπο είχε κυκλοφορήσει έντονα η φήμη πως και η μητέρα της Μαντοβάνι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας ταυτόχρονα με τον Παβαρότι και ότι η Νικολέτα, τάχα, έπρεπε να περνάει χρόνο και μαζί της.

Ολα αυτά μιλώντας με οργή τα διέψευσε ο διάσημος τενόρος. «Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω, αλλά να το λες και συ, Δάφνη... Είδα τη μητέρα της πριν από λίγες εβδομάδες και ήταν απολύτως καλά». Στις επισκέψεις που έκανε τον τελευταίο χρόνο η Αμερικανίδα δημοσιογράφος στο ερημητήριο του Παβαρότι, στο Πέζαρο, δεν έβλεπε, όπως άλλες φορές, τα παιχνίδια της μικρής Αλις και αναστάτωση που να μαρτυρά πως εκεί κατοικεί οικογένεια. Η Νικολέτα ήταν άφαντη και όσες φορές ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν αναλάβει τη φροντίδα του άρρωστου Λουτσιάνο πήρε την ίδια απάντηση. «Είναι στη Μόντενα».

Η εγκατάλειψη ήταν εμφανής και είχε αρνητικά αποτελέσματα στον μαέστρο, όπως τον αποκαλούσαν όλοι. Οσες φορές άνοιξαν συζήτηση γι' αυτό το θέμα «ο Λουτσιάνο είχε ένταση. Δεν έλεγε λόγια, αλλά τα μάτια του και οι κινήσεις του το μαρτυρούσαν». Μία από τις επιθυμίες του Παβαρότι ήταν να ξέρει ο κόσμος ότι μέχρι τελευταία στιγμή είχε πλήρη επίγνωση του τι του συνέβαινε. Ποιος ήταν κοντά του και ποιος όχι... Και κυρίως ότι δεν ήταν ένας γέρος που τα 'χε χάσει. «Δάφνη, αν μια μέρα σε ρωτήσουν πώς ήμουν όταν με είδες, να τους το πεις. Οτι ήμουν συγκροτημένος και ήξερα τι έλεγα». «Λοιπόν, ήξερε τι έλεγε... και τα λόγια του ήταν ξυράφι».


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΑΙΡΗ ΚΟΝΤΟΛΟΥΡΗ

Πλάθιντο Ντομίνγκο, Χοσέ Καρέρας, Λουτσιάνο Παβαρότι. Τρεις φίλοι, τρεις χρυσές φωνές της όπερας.
Η πισίνα στη βίλα του Παβαρότι, στο Πεζάρο. Εδώ ο διάσημος τενόρος έκανε «τη γυμναστική του», όπως έλεγε.
Στο καθιστικό του σπιτιού του περνούσε τις περισσότερες ώρες του ο Παβαρότι, αποτραβηγμένος από τα φώτα της δημοσιότητας λίγο πριν από το τέλος.
Οι τρεις κόρες του Παβαρότι στην κηδεία του πατέρα τους... Η Τζουλιάνα, η Κριστίνα και η Λορέντσα.
Πρώην γραμματέας, μετέπειτα ερωμένη και στο τέλος σύζυγος! Η Νικολέτα Μαντοβάνι αγκαλιά με τον καρπό του ερωτά της με τον θρυλικό τενόρο, τη μικρή Αλίς.