Ο ληστής που... ήθελε να γίνει ζεν πρεμιέ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Ο Βασίλης Στάικος κλείνει πονηρά το μάτι και υπόσχεται ότι δεν θα ξαναχτυπήσει ποτέ τράπεζες.
Ο διάσημος «Ψηλός» Βασίλης Στάικος μιλάει για τη δράση του, την καταδίκη και την επανένταξη μετά την αποφυλάκισή

Ο ληστής που... ήθελε να γίνει ζεν πρεμιέ

«Ο εφιάλτης της φυλακής έχει τελειώσει για μένα. Ο,τι έγινε, έγινε. Πλήρωσα και με το παραπάνω για όλα όσα έκανα. Θέλω να με αφήσουν πια ήσυχο να ζήσω τη ζωή μου». Ενας πρώην κατάδικος ανοίγει την καρδιά του για πρώτη φορά και αποκαλύπτει αποκλειστικά στην «Espresso» τη σκληρή πραγματικότητα του ρατσισμού που βίωσε όταν αποφυλακίστηκε. Είναι ο Βασίλης Στάικος, ο διαβόητος «Ψηλός» από το θρυλικό δίδυμο των ληστών «Κοντός - Ψηλός» που με τη δράση του κατά τη δεκαετία του ’90 είχε αναστατώσει τράπεζες και Αστυνομία σε Αττική, Ηλεία και Αχαΐα αποκομίζοντας λεία περίπου μισού δισεκατομμυρίου δραχμών.

Η δράση του 42χρονου σήμερα Βασίλη Στάικου φαντάζει ως ένα καλό σενάριο ταινίας με κλέφτες και αστυνόμους και με τον ίδιο πρωταγωνιστή. Οπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δυσκολεύτηκε πολύ να προσαρμοστεί στη νέα του ζωή μετά την αποφυλάκισή του.

«Είναι πολύ δύσκολο να σβήσεις έτσι απλά τη ρετσινιά του πρώην κατάδικου. Οσο και αν προσπάθησα να αποδείξω ότι θέλω να αλλάξω ζωή, κανείς δεν μου έδωσε μια ευκαιρία. Παντού πόρτες κλειστές. Ενιωθα ένα σκουπίδι... Δεν ήξερα τι να κάνω. Επρεπε να επιβιώσω... Ηταν σαν να μου έλεγαν ότι αυτό ήταν, μετά τη φυλακή η ζωή μου τελείωσε πια».

Οι άνθρωποι που παρακολουθούσαν τη δράση τους στις αρχές της περασμένης δεκαετίας γνώριζαν καλά ότι κινούνταν πάντα με κλεμμένα παπάκια ή βέσπες, φορούσαν τζόκεϊ και γυαλιά ηλίου. Επιπλέον, πάντα ο «Ψηλός» έμπαινε στην τράπεζα και ακινητοποιούσε τον διευθυντή, ενώ ο Θέμης (σ.σ.: ο «Κοντός») τον ακολουθούσε αδειάζοντας τα ταμεία.

«Πήγαινα πρώτος εγώ» λέει ο Βασίλης. «Κρατούσα ένα περίστροφο στο χέρι και τους έλεγα να μην κουνηθούν γιατί θα το χρησιμοποιήσω. Ακολουθούσε ο “Κοντός” ο οποίος επίσης με περίστροφο στο χέρι προχωρούσε ανενόχλητος προς τα ταμεία και τα άδειαζε με την ησυχία του. Φεύγοντας ήμασταν ευγενέστατοι, τους ευχαριστούσαμε πολύ και βέβαια ουδέποτε πυροβολήσαμε άνθρωπο ούτε φυσικά είχαμε σκοπό να αφαιρέσουμε ανθρώπινη ζωή. Αλλωστε, τα περίστροφά μας ήταν βουλωμένα...»

«Ηταν το άχτι μου να ζήσω πλουσιοπάροχα»

Η λεία από τα χρήματα που κατάφερε να συγκεντρώσει με τη δραστηριότητά του το δίδυμο «Ψηλός - Κοντός» ξεπέρασε το μισό δισεκατομμύριο δραχμές. Χρήματα που όπως ο ίδιος μας λέει ξόδευε αφειδώς προκειμένου να ζήσει με τρόπο κοσμοπολίτικο. «Μου άρεσε η καλή, η άνετη, η πλούσια ζωή κι επειδή είχα περάσει φτώχεια, ήθελα να ζήσω όσο το δυνατόν πιο πλουσιοπάροχα μπορούσα. Ηταν το άχτι μου. Αρχικά ξεκίνησα να χτυπώ τράπεζες για λόγους επιβίωσης. Η εξέλιξη όμως ήταν διαφορετική. Παθιάστηκα με τα χρήματα. Ηθελα συνεχώς και άλλα... Το πρώτο πράγμα που έκανα μετά την πρώτη ληστεία ήταν να πάω σ’ ένα μεγάλο οίκο μόδας και να αγοράσω πολλά κοστούμια. Η επόμενη κίνηση ήταν να αγοράσω ένα πολυτελές αυτοκίνητο, μια μπλε Μερσεντές, την οποία οδηγώ ακόμη μέχρι σήμερα». «Οι γυναίκες και η διασκέδαση ήταν πάντα η μεγάλη μου αδυναμία» λέει. «Στις γυναίκες που με συνόδευαν μου άρεσε να κάνω ακριβά δώρα. Είναι πολλές αυτές, επώνυμες και ανώνυμες, από κάθε κοινωνική τάξη, που κατάφερα να κατακτήσω. Ξόδευα πάρα πολλά για νυχτερινές εξόδους κι έχασα πολλά χρήματα στο καζίνο. Ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα, πιο πολύ στο καζίνο πηγαίνεις για να... πουλήσεις μούρη. Ενιωθα ότι ζούσα το παραμύθι της ζωής μου. Ισως να ήμουν περίπου η αρσενική έκδοση της Σταχτοπούτας. Βέβαια, στη δική μου περίπτωση δεν υπήρχε ένα πριγκιπόπουλο, αλλά πολλές... τράπεζες. Τα χρήματα ήταν πραγματικά πολλά. Αγόρασα και δύο πολυτελή διαμερίσματα τα οποία έχω ακόμη μέχρι σήμερα. Φαντάσου ότι από τα υπερκέρδη που απέκτησα ακόμη μου έχουν μείνει κάποια χρήματα - ελάχιστα βέβαια. Ηταν καλή η “μπάζα” που κάναμε τότε».

«Μια γυναίκα με έστειλε στη φυλακή»

Η δράση τους θα σταματήσει όταν κάποια στιγμή θα πέσουν στα χέρια της Αστυνομίας. «Είχαμε καταφέρει να ξεφύγουμε πολλές φορές από τους αστυνομικούς που μας κυνηγούσαν. Την τελευταία φορά όμως σταθήκαμε άτυχοι. Κάναμε ένα λάθος. Πήραμε μαζί μας ως συνεργό μια γυναίκα. Εκείνη όμως μας πρόδωσε, στήνοντάς μας παγίδα. Ενημέρωσε τον αρραβωνιαστικό της για την επιχείρηση που ετοιμάζαμε και όταν πήγαμε να χτυπήσουμε την τράπεζα, βρεθήκαμε προς εκπλήξεως, καθώς οι ταμίες ήταν αστυνομικοί». Η ζωή του αλλάζει δραματικά, όπως ο ίδιος θυμάται. Μπαίνει πίσω από τα σίδερα της φυλακής αφήνοντας πίσω του δυο παιδιά που είχε αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο.
Στο μεταξύ, η γυναίκα που είχε πριν από λίγο καιρό γνωρίσει του ανακοίνωνε ότι σε λίγους μήνες θα έφερνε στον κόσμο τον καρπό του έρωτά τους. Καταδικάζεται σε 80 χρόνια φυλάκιση, κατά συγχώνευση 25, και στα 10 χρόνια αποφυλακίζεται. «Η φυλακή με άλλαξε ως άτομο. Μετάνιωσα για όλα όσα είχα κάνει. Είναι πολύ σκληρό πράγμα να στερείσαι την ελευθερία σου. Νιώθεις ότι χάνεις τα πάντα. Εγώ έχασα τον εαυτό μου μέσα στη φυλακή, αλλά με κουράγιο και υπομονή κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου. Ονειρευόμουν τη στιγμή που θα έβγαινα από το κλουβί μου και θα άρχιζα ξανά τη ζωή μου. Μου έλειπε πολύ η οικογένειά μου. Ξέρω ότι πλήγωσα πολύ την πρώτη γυναίκα μου, τη Μαρία, και τα παιδιά μου και βέβαια τους γονείς μου. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να μπορέσω να τους δω στα μάτια και να τους πω “συγγνώμη”».


«Ρομπέν των φτωχών ο Παλαιοκώστας»

Ο εγκλεισμός του στη φυλακή ήταν για εκείνον μια ευκαιρία να γνωρίσει ανθρώπους που δεν περίμενε ποτέ να συναντήσει στη ζωή του. Μεταξύ αυτών, το φόβο και τρόμο της Καλαμάτας, τον διαβόητο μπράβο Βαρελά, τον Σωτήρη Κούση που έγινε γνωστός ως ο άνθρωπος που εκτελούσε τα συμβόλαια θανάτου, τους Βηλανάκηδες, τους σεσημασμένους κακοποιούς της Λάρισας, τον πιστολέρο Χιλβαντίδη, τον Μήτσο Προεστό, γνωστό για τη δράση του σε ληστείες και υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών και βέβαια τον Νίκο Παλαιοκώστα με τον οποίο έγιναν και πολύ καλοί φίλοι. Ο ίδιος θυμάται τη γνωριμία του με τον πασίγνωστο κακοποιό: «Τον γνώρισα στις φυλακές Αλικαρνασσού. Ο Νίκος Παλαιοκώστας ήταν ένα παιδί λογικό, φιλικό και πολύ ήσυχο. Ηταν πολλές οι φορές που δεν είχα χρήματα για να πάρω ένα τηλέφωνο στο σπίτι κι εκείνος μου έδινε. Ηθελε πραγματικά να βοηθά όσους είχαν ανάγκη. Πιστεύω ότι κατά μία έννοια ήταν ο Ρομπέν των φτωχών... Εδωσε πολλά από τα χρήματα που έκλεψε σε κόσμο που τα χρειαζόταν, χωρίς καν να τους ξέρει».

Ο Στάικος ήταν έτοιμος για μια νέα αρχή. Λογάριαζε όμως, όπως σημειώνει, χωρίς τον ξενοδόχο: «Ηθελα να ανοίξω ένα καφέ-μπαρ στο Καπανδρίτι. Να δουλέψω, να βγάλω κι εγώ με τίμιο τρόπο το ψωμί μου. Δυστυχώς όμως αυτό που συνάντησα ήταν μια διάθεση αρνητική από την τοπική κοινωνία. Απογοητεύτηκα. Ηθελα να τους πω να μου δώσουν μία ευκαιρία να αποδείξω ότι άλλαξα και θέλω να κάνω μια νέα αρχή. Δεν μου το συγχωρούσαν, φαίνεται, ότι ήμουν πρώην κατάδικος». Σήμερα προσπαθεί να κάνει κουράγιο. Παίρνει δύναμη από τη διάθεσή του να παλέψει. Επρεπε να επιζήσει. Μετά από σειρά προσπαθειών, πρόσφατα κατάφερε να κάνει πραγματικότητα αυτό που επιδίωκε τον τελευταίο καιρό. Μια επιχείρηση. Ενα νέο ξεκίνημα... «Ανοιξα μια καφετέρια στην περιοχή του Αγίου Στέφανου και είμαι πάρα πολύ ενθουσιασμένος και σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά πια. Ο κόσμος ερχόταν δειλά-δειλά στην αρχή και ίσως από διάθεση περιέργειας, για να δει από κοντά εμένα και να μάθει διάφορα από το παρελθόν. Πάντως, πλέον πρέπει να πω ότι νιώθω ανθρώπους να μου κρατούν το χέρι και να μου δίνουν δύναμη να συνεχίσω. Δεν φοβάμαι πια τη ζωή, η φυλακή ήταν ένας κακός εφιάλτης που τελείωσε».

ΣΤΡΑΤΗΣ ΛΙΜΝΙΟΣ

Ο Βασίλης Στάικος κλείνει πονηρά το μάτι και υπόσχεται ότι δεν θα ξαναχτυπήσει ποτέ τράπεζες.
Ο «Ψηλός» και η σύντροφος της ζωής του Χριστιάνα παραμένουν μέχρι σήμερα ερωτευμένοι.