Η φωνή του αστυνόμου Σαΐνη

SHOWBIZ
«H φουστανέλα και ο εθνικός μας ύμνος με έκαναν ηθοποιό»

Η φωνή του αστυνόμου Σαΐνη

«Γράψε όχι όσα σου είπα, αλλά αυτά που εισέπραξες από εμένα. Κάνε δική σου τη συνάντησή μας, γιατί εγώ δεν δίνω συνεντεύξεις αλλά συζητήσεις». Με αυτά τα σοφά λόγια με αποχαιρέτησε ο Τάσος Κωστής στην Αίγλη Ζαππείου κι εγώ στεκόμουν και κοιτούσα τον επιβλητικό άνδρα που έφευγε, έχοντας προηγουμένως ανοίξει στην «Εspresso» τα βάθη της ψυχής του.

ΑΠΟ ΤΗ 
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ 

Ακούγοντας τη χαρακτηριστική φωνή των Γκούφυ, Δρακουμέλ, Αστυνόμου Σαΐνη και του σκίουρου του Νιλς Χόλγκερσον να αφηγείται ιστορίες που έζησε δίπλα σε ιερά τέρατα του θεάτρου και του κινηματογράφου, ξεδιπλώθηκε το προφίλ ενός αθώου και πολύ συμπαθούς γίγαντα, που κουβαλά σημαντικές εμπειρίες από το θέατρο και την τηλεόραση. Μάλιστα προς το τέλος της συνάντησής μας μου αποκάλυψε πως είχε ανεβεί στο σανίδι μόνο λίγες εβδομάδες έπειτα από σοβαρή επέμβαση που είχε κάνει, ενώ η «κυρία Κάτια Δανδουλάκη», όπως την αποκαλεί, τον περίμενε για να σηκώσουν μαζί την αυλαία.

Προτού ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για την πρεμιέρα της παράστασης «Πάμε σαν άλλοτε» στο θέατρο Βεργίνα του «Regency Casino», σε κείμενο-σκηνοθεσία Πάνου Αμαραντίδη, με τους Πασχάλη Τσαρούχα, Ευαγγελία Μουμούρη, Νικολέττα Καρρά, Τζένη Διαγούπη και Κώστα Καραφώτη, ο Τάσος Κωστής ξετυλίγει στην «Espresso» το νήμα της 45χρονης καριέρας του, η οποία άρχισε με τον... εθνικό ύμνο που τραγούδησε στον Δημήτρη Μυράτ, αφού δεν είχε προλάβει να ετοιμάσει κάποιον μονόλογο, με τον μεγάλο θεατράνθρωπο να τον προσλαμβάνει στην πρώτη δουλειά του γιατί είχε ωραία φωνή!

Ο ηθοποιός μιλά για τις συνεργασίες του με μύθους του θεάματος και νιώθεις ότι για εκείνον ήταν πάνω από όλα οι φίλοι του, με τους οποίους μοιραζόταν ένα κοινό πάθος: τη σκληρή δουλειά. Αναφέρεται στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία άνοιγε τα βράδια το σπίτι της και τραπέζωνε τους συνεργάτες της, για την Τζένη Καρέζη, η οποία ήταν γλεντζού αλλά απαιτητική στη σκηνή, για τον γόη Αλέκο Αλεξανδράκη, που δεν έδωσε ποτέ σημασία στα χρήματα, για τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, ο οποίος του πρόσφερε έναν ρόλο-κλειδί στην ταινία «Παράδεισος στη Δύση».

Και ενώ η εγγονή του, που τον βλέπει στις χιλιοπαιγμένες επαναλήψεις του «Ρετιρέ» και στην «Τρελή οικογένεια» τον ρωτά «παππού, είσαι TV star;», εκείνος δηλώνει... αγρότης. Συσκευάζει για την οικογένειά του πελτέ, από ντομάτες που καλλιεργεί μόνος σε ένα χωράφι που νοικιάζει. Θεωρεί ότι οι ξένοι μάς ζηλεύουν επειδή έχουμε θεό τον Διόνυσο και ξέρουμε ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

Αλλωστε για εκείνον η ζωή περνά και φεύγει, γι' αυτό θέλει να σκέφτεται μόνο καινούργια και όμορφα πράγματα, αφού, όπως λέει, δεν του αρέσουν τα μνημόσυνα! Για τον λόγο αυτό δεν κρατά αρχεία και φωτογραφίες, αφού μηδενίζει το κοντέρ κάθε μέρα που ξυπνά!

Από πού είναι η καταγωγή σας;
Γεννήθηκα στον Πειραιά, του πατέρα μου, όμως η καταγωγή μου είναι από τη Ζάκυνθο και υπερηφανεύομαι γι' αυτό.

Πώς γίνατε ηθοποιός; Είχε κάποιος από την οικογένειά σας καλλιτεχνική φλέβα;
Ο μπαμπάς είχε αρωματοπωλείο, καμία σχέση με το επάγγελμά μου. Ούτε ο αδελφός μου είχε καλλιτεχνικές ανησυχίες. Στο σχολείο, η ενασχόλησή μου με το θέατρο ήρθε γιατί είχα μία φουστανέλα.

Επρεπε να υποδυθεί κάποιο παιδί τον Καραϊσκάκη και ο ρόλος μού δόθηκε γιατί διατηρούσαμε πραγματική φουστανέλα στο σπίτι μας ως κειμήλιο από τον παππού μου, που ήταν ιερέας. Από την άλλη, ο πατέρας μου ήταν στην Αντίσταση και μεγάλωσα με μεγάλη αγάπη προς την πατρίδα. Τον έπαιξα λοιπόν τον Καραϊσκάκη και οι δάσκαλοί μου είπαν τότε ότι τους συγκίνησα.

Από τότε μπήκε το νερό στο αυλάκι;
Οχι. Ημουν ζωηρός νεαρός. Ο στόχος μου ήταν να γίνω πιλότος, όπως ο θείος μου, που ήταν στην Πολεμική Αεροπορία -έχω και το όνομά του- και σκοτώθηκε το 1941. Αλλά είχα θέμα με τα μάτια μου και κόπηκα στις εξετάσεις. Το διάστημα εκείνο ήμουν μπερδεμένος. Χάθηκε για εμένα αυτό που λέμε «σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός». 

Θυμάμαι ότι το καλοκαίρι έβαζα ξύλινα πατώματα στις οικοδομές, δεν μπορούσα να καθίσω σπίτι. Δεκαοχτώ χρονών και ήθελα δουλειά. Και ως πατωματζής ήμουν καλός, γιατί με ό,τι ασχολούμαι δεν το βλέπω ως χόμπι αλλά ως επάγγελμα.

Και πώς βρεθήκατε στη Σχολή Θεοδοσιάδη;
Ενας φίλος μου μού είπε «Τάσο, θέλω να γίνω ηθοποιός. Θα με πας με τη μηχανή σου να δω τρεις τέσσερις σχολές;» Ετσι κι έγινε. Πήγαμε σε αρκετές και του είπα, θυμάμαι, «σ' αυτήν να πας, έχει και ωραία κορίτσια». Μου είχε πει λοιπόν η γραμματέας «εσείς δεν θα γραφτείτε;». Αστραπιαία κοίταξα τις υποψήφιες συμφοιτήτριές μου και της απάντησα «ναι». Μάλιστα έδωσα έξι μηνιάτικα μπροστά, γιατί δούλευα και είχα χρήματα στην άκρη. Σημειωτέον, η γυναίκα που παντρεύτηκα, η Μαριάννα, με την οποία είμαστε ακόμη μαζί και αγαπημένοι, δεν ήταν ηθοποιός.

Αλλά είναι μια κούκλα, καλός άνθρωπος και την έκανα σύζυγό μου από τα 21 της χρόνια. Αποκτήσαμε έναν γιο, τον Διονύση, που σπούδασε σκηνοθέτης, αλλά τα παράτησε με την κρίση για έναν πιο σίγουρο μισθό. Μου έχει κάνει δύο εγγονάκια, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, που με ρωτούσαν όταν με έβλεπαν πέρυσι στην «Τρελή οικογένεια» στο Star «παππού, είσαι TV star;»

Βρήκατε δηλαδή τον επαγγελματικό προσανατολισμό σας!
Μπήκα στη σχολή και στο πρώτο έτος ήμουν «αγγούρι», γιατί μου έλεγαν «κάνε το δέντρο, αυτοσχεδίασε» και δεν ένιωθα ότι δημιουργώ. Περισσότερο χρήσιμος ένιωθα στην οικοδομή βάζοντας καρφιά στο πάτωμα, βλέποντας το αποτέλεσμα.

Στο δεύτερο έτος αγάπησα την υποκριτική όχι για το περιτύλιγμα, ότι θα με γνώριζε δηλαδή πάνω στη σκηνή η θεία μου η Φωτούλα, αλλά για το περιεχόμενό της. Το δώρο αυτής της δουλειάς είναι ένα συνεχές ταξίδι σε διάφορους ρόλους. Από τότε, 45 ολόκληρα χρόνια, χειμώνα καλοκαίρι ζω από αυτήν τη δουλειά και με προτιμούν γιατί είμαι ένας καλός, εργατικός μάστορας.

Απέδειξα και στον θείο μου τον γυμνασιάρχη ότι δεν πείνασα από αυτήν την επιλογή μου. Με αυτήν τη δουλειά νιώθω μάχιμος, ορεξάτος και φρέσκος. Κάθε νέος ρόλος είναι και ένα καινούργιο ταξίδι.

Η πρώτη δουλειά πώς ήρθε;
Ημουν στο τρίτο έτος της σχολής και ο Δημήτρης Μυράτ εγκαινίαζε το 1972 το καλοκαιρινό θέατρο Αθηνά, στη Δεριγνύ, με Μπρεχτ. Θα ανέβαζε την «Αγία Ιωάννα των Σφαγείων». Ενας φίλος μου πέρασε στην οντισιόν, αλλά μετά του ήρθε μια πρόταση για ένα σίριαλ στην τηλεόραση και προτίμησε τη μικρή οθόνη. Μου λέει στο παρά πέντε «Τάσο, πήγαινε εσύ».

Ετσι κι έγινε. Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει ακρόαση. Πάω να δω τον Μυράτ και με αυτήν τη χαρακτηριστική φωνή που είχε μου είπε «πες τον μονόλογο που έχεις ετοιμάσει». «Δεν έχω ετοιμάσει κάτι» του απάντησα.

Με κοίταξε παράξενα. «Πες μου τον εθνικό ύμνο» μου αντιπρότεινε. Αφού τον τραγούδησα, με κοίταξε και μου είπε «πολύ ωραία φωνή, προσλαμβάνεστε». Μπήκα στο θέατρο, λοιπόν, λέγοντας τον εθνικό ύμνο. Μια η φουστανέλα, μια ο εθνικός ύμνος, με έκαναν ηθοποιό.

Μετά τον Μυράτ πώς εξελίχθηκε η καριέρα σας;
Στην παράσταση με τον Μυράτ με είδε ο Στέφανος Ληναίος. Ο Στέφανος με ξεμπλόκαρε, δίνοντάς μου τον ρόλο του θεατή στο αντιπολεμικό έργο «Η απαγωγή του Πάπα». Καθόμουν στην τέταρτη σειρά, στη θέση δύο, και διέκοπτα τους ηθοποιούς ρωτώντας τους αν ξέρουν πόσα κιλά γάλα θα μπορούσε να είχαν αγοραστεί με μια σφαίρα και πόσο στοιχίζει η παραγωγή της. Επειδή ήμουν ευγενής, με κοστούμι και με επιχειρήματα, οι θεατές δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στα όσα έλεγα και στο τέλος μού έδιναν και συγχαρητήρια.

Ηταν πολύ προχωρημένο έργο κι εγώ δούλευα τη δεύτερη χρονιά μου ως ηθοποιός. Ωστόσο ήμουν σίγουρος γι' αυτό που έκανα. Καλό ή κακό, πάντως ήμουν έτοιμος στην πρεμιέρα. Ηξερα τα λόγια μου και πώς θα το έπαιζα. Αυτό άρεσε στους πρωταγωνιστές του θεάτρου. Ετσι με επέλεξαν μετά ο Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και ο θεατρικός επιχειρηματίας Γιώργος Λεμπέσης. Για εμένα ο Αλεξανδράκης είχε το πιο γοητευτικό βλέμμα που έχει περάσει ποτέ από το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Ο Ανδρέας Μπάρκουλης μπορεί να ήταν ο πιο όμορφος, αλλά ο Αλέκος ήταν αριστοκρατικός. Και οι δυο τους ήταν μοναδικοί. Αγαπούσαν τις γυναίκες ως πλάσματα και δεν έδωσαν ποτέ σημασία στο χρήμα.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη πώς σας διάλεξε για την παράσταση «Βίκτορ - Βικτόρια»;
Πρέπει στη ζωή να προσεύχεσαι και λιγάκι. Εγώ προσεύχομαι. Ηταν πολύ δύσκολο το να δεις από κοντά την Αλίκη, γιατί τη θωράκιζαν οι δικοί της άνθρωποι. Η ίδια ήταν πολύ απλός άνθρωπος. Με τον Γιώργο Λεμπέση παίζαμε κανένα χαρτάκι, έτσι για το καλό, κάθε Πρωτοχρονιά. Μου λέει ξαφνικά «Τάσο, θες να σε στείλω στην Αλίκη; Ανεβάζουν το Βίκτορ - Βικτόρια». Του απάντησα θετικά. Οταν πήγα, εκείνη με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

Η Αλίκη σε φλέρταρε με τη φωνή της. Τους μάγευε όλους, ήταν το πιο λαμπρό αστέρι. Με πήρε λοιπόν τηλέφωνο η γραμματέας της, η Νότα, και μου είπε «να είστε στη Στησιχόρου, στο σπίτι της Αλίκης». Πάω, βλέπω τον Μάριο Πλωρίτη, τον Ηλία Λογοθέτη, τον Βλάσση Μπονάτσο. Με έβαλε αμέσως στους δικούς της ανθρώπους, γιατί δούλευα πολύ, όπως και εκείνη. Η Αλίκη δεν κοιμόταν τα βράδια, ήθελε παρέα, συζητούσε για την παράσταση, για νέες δουλειές, έκανε καλέσματα, ήταν φιλόξενη, τόσο στο Κολωνάκι όσο και στον Θεολόγο. Εμένα όμως μου έλεγε, γι' αυτό και την εκτιμούσα, «Τάσο, έχεις οικογένεια, να πας στο σπίτι σου».

Στην Τζένη Καρέζη είχα ζητήσει ο ίδιος δουλειά. Ηταν στο Ηρώδειο, θυμάμαι, στην παράσταση «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» και της είπα «συγγνώμη, τι θα κάνετε τον χειμώνα με τον κύριο Καζάκο;» Κάπνιζε στα σκαλάκια προς τα καμαρίνια και μου λέει «πέρασε από το θέατρο να τα πούμε». Η Τζένη με είχε τσεκάρει πρώτα στη σκηνή. Ηταν πολύ σκληρή στη δουλειά της, δεν κορόιδευε. Αν και την έκανα να γελάει. Μια φορά κλείσαμε τρεις φορές την αυλαία από τα γέλια, στην «Αγριόγατα».

Τι σχέση έχετε με την Κάτια Δανδουλάκη; Εχετε ανεβεί στο ίδιο σανίδι αρκετές φορές.
Η Κάτια Δανδουλάκη δεν είναι μόνο σπουδαία ηθοποιός, αλλά και άνθρωπος. Κάποια στιγμή πέρασα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, επισκέφτηκα ένα δημόσιο νοσοκομείο, έκανα μια επίπονη εξέταση και μετά πήγα στις πρόβες της παράστασης που είχα κλείσει με την Κάτια.

Με πήραν από το νοσοκομείο και μου είπαν ότι έπρεπε να χειρουργηθώ. Εκείνη μου λέει «δεν με νοιάζει, θα σε περιμένω, Κωστή, ας αργήσουμε». Της λέω «να με αντικαταστήσεις», μου απάντησε όμως αρνητικά. Αντιμετωπίσαμε το πρόβλημα εγώ, η γυναίκα μου και η Κάτια. Η μόνη που ήθελα να ακούσω στο τηλέφωνο. Κανέναν άλλον.

Ηθελα την εσωτερική μου δύναμη. Βγαίνω από το νοσοκομείο, μέσα σε έναν μήνα, Χριστούγεννα ήταν, κάναμε πρεμιέρα. Αλλος τρελός κι εγώ. Ετσι είναι. Η ζωή συνεχίζεται. Μια με τα δύσκολα, μια με τα όμορφα. Της οφείλω ένα μεγάλο «ευχαριστώ».

Η μοίρα σάς έφερε να δουλέψετε υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά στην ταινία «Παράδεισος στη Δύση». Αυτό το περιμένατε;
Επαιζα με τον Πέτρο Φιλιππίδη στον «Μπακαλόγατο» και με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν «κύριε Κωστή, σας θέλει αύριο ο κύριος Γαβράς στο ξενοδοχείο “St George Lycabettus”. Μπορείτε να έρθετε;» Η συνάντηση ήταν στις 12 το μεσημέρι. Είχε πάει 12.15 και δεν είχε έρθει να με φωνάξει η γραμματέας του. Και τότε βλέπω να ανοίγει ο ανελκυστήρας και να έρχεται ο ίδιος ο Κώστας Γαβράς από τον έβδομο όροφο και να μου ζητάει συγγνώμη για την αργοπορία, αλλά μιλούσε με Παρίσι.

Ανεβήκαμε μαζί επάνω και μου είπε ότι είχε δύο ρόλους για μένα, αλλά είναι μικροί. Ωστόσο έψαχνε καλούς ηθοποιούς. Είχε ανάγκη το Χόλιγουντ να μου δικαιολογηθεί; Και όμως, ήταν αληθινός, ταπεινός, δεν έριχνε καμία σκιά πάνω μου. Του απάντησα «ό,τι θέλετε» και τον ρώτησα «δεν θα με ακούσετε;» «Σας έχω δει από την τηλεόραση, αγαπητέ» απάντησε.

Στην τηλεόραση η επιτυχία ήρθε το 1990 με το «Ρετιρέ»;
Η αναγνωρισιμότητα μέσα από την τηλεόραση ήρθε από τη «Φιορούλα» το 1981, από τη σειρά «Ο κόσμος και ο Κοσμάς» που βασιζόταν στα μυθιστορήματα του Ξενόπουλου. Υποδυόμουν τον φαρμακοποιό, τον Γερολυμάκη. Το 1990 ήρθε το «Ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιανίδη. Με είχε δει μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τη Νόνικα Γαληνέα στο θέατρο. Μου λέει «Τάσο, σε θέλω για έναν κόντρα ρόλο. Με αυτή τη θωριά και τη φωνή θέλω να κάνεις τον μπουφετζή σε μια κωμική σειρά». Του λέω «ΟΚ, αλλά θέλω να τον ψάξω τον ρόλο». Ημουν 38 χρονών τότε. Τον συναντάω τον Δαλιανίδη και του λέω «τα μαλλιά του Φοίβου θα είναι σαν τα ανθρωπάκια του Γαΐτη». Το σκέφτεται και μου λέει «έκλεισε».

Στις σειρές ήθελα ο κάθε μου ρόλος να είναι διαφορετικός. Αλλιώς «ο κύριος Ντιμούτρης» στο «Εκείνες κι εγώ» με τον Γιάννη Μπέζο, αλλιώς ο ταξίαρχος Τζαζλέας στης «Ελλάδος τα παιδιά». Δεν μπορεί ο ηθοποιός να παίζει τον «Καραγκιόζη μάγειρα», τον «Καραγκιόζη γιατρό», τον «Καραγκιόζη δάσκαλο». Η χαρά μας πρέπει να είναι να ψάχνουμε τους ρόλους και τα κείμενα, και όχι τις προσωπικές μας φιλοδοξίες.

Τον Αστυνόμο Σαΐνη με αυτήν τη λογική τον δημιουργήσατε;
Ολα άρχισαν με τον Νίκο Πιλάβιο στην ΕΡΤ, που ήταν υπεύθυνος παιδικού προγράμματος. Μου άρεσε πολύ το σκίτσο, γιατί κάνει αυτό που επιθυμεί η φαντασία του ανθρώπου.

Ερχεται, λοιπόν, αυτός ο γκαφατζής αστυνομικός ως κινούμενο σχέδιο και εγώ τον βαφτίζω Σαΐνη και του δίνω και τη συγκεκριμένη φωνή, γιατί δεν μιλάει έτσι ο ξένος ηθοποιός. Μετά έκανα τον Δρακουμέλ στα «Στρουμφάκια», τον Κάπτεν Χουκ, τον Γκούφυ.

Αλλά η πιο αγαπημένη μου φωνή ήταν στην παραγωγή «Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον». Εκανα το σκιουράκι, τον Κρούμελ. Αν ήμουν στο Χόλιγουντ, με τόσες μεταγλωττίσεις θα ήμουν ζάπλουτος.

Πώς έχετε ταιριάξει τόσο πολύ με τον Γιάννη Μπέζο και τον Πέτρο Φιλιππίδη;
Τόσο ο Γιάννης όσο και ο Πέτρος είναι πολύ μεγαλόκαρδοι πάνω στη σκηνή με τους συναδέλφους τους. Αλλά πολύ σκληροί με τους εαυτούς τους και άλλο τόσο απαιτητικοί με την ομάδα τους. Και όταν μιλάνε αιχμηρά καλά κάνουν, γιατί έτσι σταματάνε τη σαχλαμάρα. Ο Γιάννης και ο Πέτρος ξέρουν να κάνουν πλάκα με τον θίασο. Δεν έχουν χαζό χιούμορ.

Γίνονται παρέα με τους συμπρωταγωνιστές τους. Ερχεται μια σπαθάτη κοπέλα να παίξει στο «Εκείνες κι εγώ» και όλοι την κοιτάμε με θαυμασμό. Ο Γιάννης Μπέζος τη ρωτάει ποια σχολή έχει τελειώσει. Αυτή απαντά ότι δεν έχει πάει στη σχολή.

Τότε ο Γιάννης της απάντησε «συγγνώμη, αλλά περιμένουν τόσες άλλες κοπέλες που έχουν τελειώσει τις σπουδές τους». Ηταν δίκαιος και το χάρηκα πάρα πολύ. Από την άλλη μεριά, ο Πέτρος είναι ένα άλλο «τέρας».

Επειδή στις δουλειές του δίνει το 120% από το 100% -να σας αποκαλύψω ότι περπατούσε με σπασμένο δάχτυλο στο πόδι πάνω στη σκηνή- απαιτεί και από τους άλλους συνέπεια. Με ρώτησε αυτήν την ημέρα με το σπασμένο δάχτυλο, αν ήταν καλός. Δεν χαρίζεται σε κανέναν.

Είχε έρθει γυναίκα συνάδελφος να κάνει πρόβα με 12ποντα παπούτσια κι όλα καθυστερούσαν. Της είπε κάποια πράγματα και της έκανε καλό. Είναι ιδιοφυής και σκληρός ο Πέτρος. Μου θυμίζει την Τζένη Καρέζη, που ήταν γλεντζού στην παρέα αλλά σκληρή στη δουλειά.

Πώς βλέπετε τα χρόνια του Μνημονίου; Είναι από τις χειρότερες χρονικές στιγμές της σύγχρονης Ελλάδας;
Οχι, η χειρότερη ήταν του Εμφυλίου. Οταν ο αδελφός σκότωνε αδελφό. Τώρα ζούμε όπως θα έπρεπε να ζούμε. Οχι με τις κάρτες από τις τράπεζες. Πλέον δεν είμαστε βασιλιάδες. Πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα.

Πριν από τέσσερα χρόνια ο κόσμος είχε βυθιστεί στην κατάθλιψη. Τώρα όχι ότι έχουν φτιάξει τα πράγματα, αλλά βλέπω τους Ελληνες πιο ρεαλιστές. Ψυχολογικά είμαστε καλύτερα, ζούμε, δεν πεθάναμε. Το θέμα είναι να μάθουμε να δουλεύουμε με σύστημα. Οι ξένοι μάς ζηλεύουν. Ξέρετε γιατί; Εμείς οι Ελληνες έχουμε τον θεό Διόνυσο μέσα μας. Γλεντάμε και με λυπητερά τραγούδια. Εχουμε προσφυγιές, πολέμους, αλλά χαιρόμαστε τη ζωή.

Τη φράση «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» την κάνουμε πράξη. Αιμορραγούμε, αλλά ξέρουμε ότι είναι όλα περαστικά. Γιατί, όσοι έχουν πολλά λεφτά είναι ευτυχισμένοι; Θα τα πάρουν μαζί τους; Το θέμα είναι όσο ζούμε να περνάμε όμορφα και με τα λίγα. Να κοιτάμε συνέχεια μπροστά και όχι να σκεφτόμαστε το παρελθόν. Η ζωή δεν είναι... μνημόσυνο.

Πού βρίσκετε την απόλυτη ηρεμία;
Νοικιάζω ένα κτήμα από την Εκκλησία. Εκεί έχω βάλει ελιές, ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, άνηθο, μαϊντανό, τα πάντα. Είμαι εγώ και τα φυτά μου, τα δέντρα μου, τα ζαρζαβατικά μου. Το χώμα, το νερό, ο κόπος μου, καμία σκέψη.

Φέτος γέμισα 26 βάζα με πολτό από ντομάτα, αυτή που έβγαλα με τα χέρια μου, για την οικογένειά μου. Πάω και στο σαλέ μου (γέλια). Εχω φτιάξει δύο δωμάτια στην ορεινή Αρκαδία και ξεκουράζομαι. Δεν το επισκέπτομαι συχνά.

Ποτέ δεν πέρασα Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένεια. Δεν έτρωγα, θυμάμαι, στις γιορτές για να μη νιώθω βαρύς στις διπλές παραστάσεις.

Φέτος ευχήθηκα -ήταν οι ουρανοί ανοιχτοί και με άκουσαν (;)- να παίξω σε μια καλή σειρά στην Κύπρο. Μου ήρθε το «Μπρούσκο» στον ΑΝΤ1 κι αυτό μού φτάνει. Γιατί θα έχω και τον χρόνο να πηγαίνω να σκαλίζω τη γη.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ