«Ο χρόνος δεν με έχει αγγίξει! Αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον»

SHOWBIZ
Ο Αλμπέρτο Εσκενάζη μιλά για τα χρόνια στην τηλεόραση και τη συγγραφή βιβλίων

«Ο χρόνος δεν με έχει αγγίξει! Αποφεύγουμε ο ένας τον άλλον»

Η μικρή οθόνη τον λάτρεψε. Η σκηνή τον αποθέωσε. Από τους ωραιότερους ηθοποιούς της γενιάς του, μεσουράνησε τη δεκαετία του ’80 στο θέατρο, στην κρατική τηλεόραση και στις βιντεοταινίες. Ο Αλμπέρτο Εσκενάζη διαθέτει αυτό το εσωτερικό φως που εκπέμπει ένας καλλιτέχνης χωρίς να έχει την ανάγκη των προβολέων. Σήμερα αποφεύγει τη δημοσιότητα, αλλά παραμένει στον χώρο, σκηνοθετώντας, παίζοντας, γράφοντας βιβλία και κάνοντας επιχειρηματικά εγχειρήματα.

ΑΠΟ ΤΗΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΑΡΝΕΛΗ

Υποστηρίζει με πάθος καθετί με το οποίο καταπιάνεται και δεν επαφίεται στα εύκολα. Τολμά και πειραματίζεται. Στα νεανικά του χρόνια ήταν ατίθασος, αδάμαστος. Οταν, ων φοιτητής, συμμετείχε ως κομπάρσος σε μια θεατρική παράσταση, γνώρισε έναν κόσμο που τον μάγεψε. Και δεν δίστασε. Σε ηλικία 20 ετών κατέβηκε από τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα για να ακολουθήσει το όνειρο. Και η επιτυχία δεν άργησε να έρθει, αφού αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το Εθνικό Θέατρο βρέθηκε στη σκηνή πρωταγωνιστής. Ακολούθησαν οι μεγάλες τηλεοπτικές επιτυχίες «Ο συμβολαιογράφος», η «Λωξάντρα», «Το φως του Αυγερινού». Η μεγάλη δημοσιότητα δεν τον άλλαξε. Ηταν και παραμένει πάντοτε αφοσιωμένος στην τέχνη του και στην οικογένειά του. Παντρεύτηκε σε ηλικία 28 ετών και με τη σύζυγό του, τη Μαίρη, έχουν αποκτήσει μια ευτυχισμένη οικογένεια και δύο παιδιά, τον Λέοντα και τη Σάρα. Μαζί έχουν ανοίξει τον πολυχώρο Theatrale, ενώ ο ίδιος έχει ιδρύσει τις εκδόσεις Μονοπάτι, καθώς η συγγραφή είναι ακόμη μια μεγάλη αγάπη του. Το νέο βιβλίο του ονομάζεται «Πρώτη κραυγή της σιωπής - Σπίθα» και πρόκειται για μια πενταλογία - μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Espresso» απαντά, μεταξύ άλλων, και στο ερώτημα που όλα τα χρόνια της καριέρας του πλανάται ως φήμη: «Είναι ο γιος της Ρόζας Εσκενάζυ»;

Πού γεννηθήκατε;
Είμαι γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιός και πολύ περήφανος για την καταγωγή μου. Οχι εθνικιστικά. Είναι μια από τις πιο πολιτισμικές πόλεις. Μεγάλωσα εκεί και ήρθα στην Αθήνα σε ηλικία 20 ετών για να φοιτήσω στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
Οπως όλου του κόσμου. Ημουν από μια οικογένεια χωρίς δικό μας σπίτι, στο νοίκι. Εχασα πολύ νωρίς τον μπαμπά μου. Παλέψαμε και τα καταφέραμε.

Εχετε αδέλφια;
Μια αδελφή που δεν ζει πια δυστυχώς κι έτσι δεν έχω κανέναν, γιατί πριν από εκείνη «έφυγε» και η μητέρα μου. Εχω, όμως, τη δική μου οικογένεια.

Ησασταν καλός μαθητής;
Οχι, αντιθέτως, πολύ κακός. Δεν διάβαζα, είχα άλλες ανησυχίες. Επρεπε να ανακαλύψω το θέατρο για να αρχίσω να μορφώνομαι. Μορφώθηκα με άλλον τρόπο, λογοτεχνικά και ουσιαστικά, γιατί νομίζω ότι αυτό ήταν που με ενδιέφερε.

Ησυχος ή άτακτος;
Πολύ άτακτος.

Κι όμως φαίνεστε άνθρωπος χαμηλών τόνων.
Γιατί, μεγαλώνοντας, ηρεμείς. Αλλά πιτσιρικάς ήμουν ζωηρός. Στην τάξη μου έκανα μιμήσεις στους καθηγητές κι εν ώρα μαθήματος και εκτός. Ημουν κωμικούλης.

Ακολουθήστε την «Espresso» στο Facebook

Ησασταν και η ψυχή της παρέας;
Ναι, αυτό μπορώ να το πω.

Και ως έφηβος;
Ακόμη χειρότερα. Μηχανάκια και τέτοια πράγματα.

Φαντάζομαι, είχατε και τότε μεγάλη επιτυχία στα κορίτσια.
Γιατί οι υπόλοιποι δεν είχαν; Ημασταν μια ωραία παρέα και πολύ αγαπημένοι φίλοι. Οταν ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη, τους βλέπω. Δεν έχω και πολλούς συγγενείς. Οι φίλοι μού έμειναν.

Η Θεσσαλονίκη έχει το ίδιο άρωμα με τότε;
Το άρωμα αυτό δεν αλλάζει. Γι’ αυτό και αποφάσισα λογοτεχνικά να γράψω όλη την ιστορία της κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Το βιβλίο σας «Πρώτη κραυγή της σιωπής - Σπίθα» έχει όντως πολλά ιστορικά στοιχεία.
Γι’ αυτό γράφω κι αυτήν την πενταλογία - μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το τέλος του, με όλα τα πολιτικοκοινωνικά στοιχεία που συνθέτουν την εποχή. Εκανα πολλά χρόνια έρευνα. Εχω συλλέξει στοιχεία από την επίσημη Ιστορία και παραθέτω γεγονότα. Ωστόσο, αυτό που κυριαρχεί είναι η μυθοπλασία. Τα άλλα είναι αναφορές. Πρόκειται για πέντε βιβλία με κοινό τίτλο «Πρώτη κραυγή σιωπής». Το πρώτο, «Η σπίθα», εκδόθηκε ήδη και θα ακολουθήσει «Η φλόγα» και ούτω καθεξής. Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει κάθε μυθιστόρημα ξεχωριστά γιατί είναι αυτοτελές. Απλά, είναι γραμμένα ανά ιστορικές περιόδους.

Πότε μπήκε η σπίθα σε σας όσον αφορά την υποκριτική;
Τυχαία, στη Θεσσαλονίκη. Σπούδαζα ηλεκτρονικός και ζητούσαν κομπάρσους στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για μια μεγάλη περιοδεία με την παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Ευαγγελάτου. Πήγα και μαγεύτηκα από όλο αυτό το τσιγγαναριό. Γιατί εμένα αυτό μου αρέσει, η τσιγγάνικη ζωή. Πήγαμε τότε μέχρι τον Εβρο και παίξαμε στα χωριά και λέω: «Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Να ταξιδεύω και να διαβάζω».

Ποιοι έπαιζαν τότε στην παράσταση;
Ηταν ο Δημήτρης Καρέλλης, η Ιλιάδη Λαμπρίδη, η Νανά Σκιαδά, ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος. Ο Αντώνης είχε τον ρόλο του Τιβάλδου και επειδή είναι πολύ καλός ηθοποιός, βλέποντάς τον να παίζει, άρχισε να γεννιέται η φλόγα της υποκριτικής και έλεγα: «Εγώ θέλω να γίνω ηθοποιός σαν κι αυτόν». Και μόλις τελειώνω τη σχολή, παίζω «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», τον Τιβάλδο. Φυσικά, είχα πρότυπο εκείνον, αλλά δεν τον μιμήθηκα. Απλώς, μου άρεσε η ένταση, η παρουσία του και η εσωτερικότητα που είχε, την οποία και επεξεργάστηκα. Εγώ δεν μιμούμαι, επεξεργάζομαι. Πρωτογενές δεν είναι τίποτα στην τέχνη. Καθένας όμως χτίζει τη δική του προσωπικότητα.

Πιο πριν υπήρχε κάτι που πρόδιδε το ταλέντο σας;
Οχι. Εγώ ήμουν ζωηρός, έκανα διάφορα, αλλά το ταλέντο είναι μια φλόγα που πρέπει να την ανάψει κάποιος στο τζάκι. Θέλει δουλειά για να γιγαντωθεί η φωτιά και να παραμείνει αναμμένη, γιατί σβήνει πολύ γρήγορα. Το ταλέντο είναι αγάπη που εξελίσσεται και χτίζεται. Κατέβηκα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό, πέρασα και μετά όλα πήραν τον δρόμο τους.

Υπάρχει μια φήμη ότι είστε γιος της Ρόζας Εσκενάζυ.
Καμία σχέση. Συνωνυμία. Τη γνώρισα λίγο πριν πεθάνει, πριν πάθει το Αλτσχάιμερ. Ηταν μια εκπληκτική γυναίκα. Μάλιστα, στο πρώτο βιβλίο την έχω ηρωίδα. Ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη το 1908, ως Εσκενάζυ (το πραγματικό όνομά της ήταν Σάρα Σκιναζί), σε ηλικία 13 χρονών. Θεωρείται, και δεν είμαι ο μόνος που το λέω, η μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγουδίστρια. Αν δεις παλιά της τραγούδια του ’30 και ’35 θα πεις, δεν είναι δυνατόν αυτή η φωνή να υπάρχει. Ηταν σπουδαία.

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα πώς τα καταφέρατε οικονομικά;
Εκανα δουλειές του ποδαριού όσο ήμουν στη σχολή. Μπορεί να μην είχαμε λεφτά, αλλά είχα σπουδαία οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν λογιστής, αλλά ήταν πολύ μορφωμένος. Ηξερε έξι ξένες γλώσσες. Υπήρχε πάντα το βιβλίο μέσα στο σπίτι και πολύ καλή βάση δεδομένων, την οποία δεν είχα ανακαλύψει, γιατί ήμουν όλο έξω. Οταν συναντήθηκα με το βιβλίο, δεν είχα τον πατέρα μου. Το λέω με πίκρα. Τον έχασα όταν ήμουν 15 χρονών.

Οταν τελειώσατε τη σχολή, ο δρόμος ήταν εύκολος;
Για μένα, όλως περιέργως, ήταν, γιατί έπαιξα κατευθείαν στο θέατρο ως πρωταγωνιστής, και συγκεκριμένα στον «Ερωτόκριτο», στο Ηρώδειο. Μετά με πήραν στον θίασό τους για τρεις σεζόν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος. Στη συνέχεια ήρθαν τα υπόλοιπα.

Η συνεργασία με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο πώς ήταν;
Αψογη και με τους δύο. Μου φέρθηκαν πολύ καλά και τους ευγνωμονώ. Η Τζένη δε ήταν καταπληκτική ως ηθοποιός αλλά και ως άνθρωπος. Ηταν η καλαμπουρτζού της παρέας. Ολος ο θίασος ήμασταν μια οικογένεια. Βγαίναμε κάθε βράδυ. Συνήθως τα πολύ μεγάλα ονόματα, εκτός ορισμένων κομπλεξικών εξαιρέσεων, είναι οι πιο απλοί άνθρωποι και οι καλύτεροι. Εμένα αυτή είναι η εμπειρία μου, γιατί έχω παίξει με σπουδαίους καλλιτέχνες.


Ποιους άλλους ηθοποιούς θαυμάσατε;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Ηταν να συνεργαστούμε με τον Μάνο Κατράκη και τελευταία στιγμή δεν συνέβη. Οταν τον είδα να παίζει, άνοιξε η γη να με καταπιεί. Λέω, «αν είναι δυνατόν να μην παίζω μαζί του». Αλλά τότε είχα κλείσει συμβόλαιο με τη Δανδουλάκη και δεν μπορούσα να πάω. Είναι κάποιοι ηθοποιοί που έκαναν σπουδαία πράγματα, αλλά δεν ήμουν δίπλα τους. Είχα την τύχη, όμως, να είμαι μαζί με πολλούς άλλους. Ο Παπαμιχαήλ ήταν ένας από αυτούς. Ημασταν και φίλοι.

Ωραίος άνθρωπος, αν και λένε ότι ήταν δύσκολος ως χαρακτήρας.
Καθόλου. Μια χαρά παιδί ήταν. Να είναι καλά εκεί που είναι. Θα τα ξαναπούμε έτσι κι αλλιώς.

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη είχατε συνεργαστεί;
Δεν την έχω γνωρίσει ποτέ. Δεν συνέπεσαν οι δρόμοι μας.

Πάντα είχε ωραίους πρωταγωνιστές δίπλα της.
Εγώ ξέφυγα. Ημουν άλλο στιλ. Δεν ήμουν ζεν πρεμιέ. Επαιζα χαρακτήρες πιο δυναμικούς. Δεν έμπαινα σε αυτήν την κατηγορία. Εγώ ουσιαστικά βγήκα στο θέατρο ως κωμικός. Τώρα πώς έγινα ρολίστας και μάλιστα ηρωικός και με αρχαίο θέατρο είναι μια άλλη ιστορία. Και όταν μου δίνεται η ευκαιρία να παίξω κωμικούς ρόλους, κάνω πράματα και θάματα. Η πορεία κάθε ηθοποιού διαγράφεται από τις συγκυρίες.

Η τηλεόραση πότε μπήκε στην καλλιτεχνική πορεία σας;
Πολύ γρήγορα. Βγήκα από τη σχολή το 1976 και το 1977 έπαιξα πάλι ηρωικό ρόλο στο ιστορικό έργο «Πορφύρα και αίμα». Μετά έκανα τον «Συμβολαιογράφο», τη «Λωξάντρα» και πολλά άλλα.

Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ήρθε με τη σειρά «Το φως του Αυγερινού».
Την ώρα που προβαλλόταν, κατά διαβολική σύμπτωση συνωμότησε το σύμπαν να παίζω εγώ εκείνη τη στιγμή του μεγάλου σεισμού του 1981. Δεν ήταν, όμως, τόσο ο σεισμός που με στιγμάτισε, όσο ο ρόλος του καλού παιδιού. Επαιζα έναν ευαίσθητο χαρακτήρα, που ξέφευγε από ό,τι είχα κάνει μέχρι τότε.

Και μετά ήρθε ο κινηματογράφος.
Εκανα πέντε έξι ταινίες μόνο. Η πιο πρόσφατη ήταν το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Μανούσου Μανουσάκη, πάλι με θέμα τη Θεσσαλονίκη.

Και η «Εξοδος κινδύνου» του Νίκου Φώσκολου ήταν μια ταινία που έχει μείνει κλασική.
Ηταν το πρώτο κινηματογραφικό φιλμ που έκανα με τον Νίκο Κούρκουλο γκεστ σταρ, τον Γιώργο Φούντα και την Ολγα Καρλάτου. Εκεί έπαιζα έναν ναρκομανή. Ηταν εντελώς κόντρα ρόλος, γιατί δεν ήξερα το αντικείμενο.

Δεν μπλέξατε ποτέ.
Και ξενύχτησα και πέρασα καλά και έζησα τη ζωή μου και τα νιάτα μου πολύ ωραία, αλλά κάποια πράγματα δεν τα άγγιξα, δεν με αφορούσαν. Γυμναζόμουν πολύ, έπαιζα μπάσκετ, είχα άλλα ενδιαφέροντα. Ζούσα τη νύχτα και τα πάρτι, αλλά με τη διάθεση να βγούμε και να περάσουμε ωραία. Μέχρι εκεί. Οι καταχρήσεις φαίνονται στον άνθρωπο μεγαλώνοντας.

Πάντως ο χρόνος δεν σας έχει αγγίξει.
Ούτε κι εγώ τον έχω ακουμπήσει. Αποφεύγουμε να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε συστηθεί. Στα κιλά είμαι ίδιος και συνεχίζω να παίζω μπάσκετ. Φαίνεται η ζωή μού φέρεται καλά.

Την εποχή που ήσασταν σταρ και είχατε πολλές θαυμάστριες πώς διαχειριστήκατε τη δημοφιλία σας;
Δεν μπήκα στη διαδικασία να τη χειριστώ. Θεωρούσα ότι έκανα μια δουλειά και ότι είμαι επαγγελματίας. Οταν παντρεύτηκα, σε ηλικία 28 ετών, προσπάθησα η γυναίκα μου και τα παιδιά μου να μην εμφανίζονται πουθενά, κι έτσι είχα ιδιωτική ζωή.

Η γυναίκα σας δεν ζήλευε;
Η Μαίρη ήταν 19 ετών όταν παντρευτήκαμε. Μια κουκλίτσα. Ευτυχώς δεν έχουμε και οι δύο το μικρόβιο της ζήλιας. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Της εξήγησα τότε, κατάλαβε και με πίστεψε ότι αυτό που κάνω είναι η εργασία μου. Οταν τελείωνε το θέατρο, πήγαινα στο σπίτι και ήμουν με τα παιδιά. Μη σου πω ότι όταν επέστρεφα, μου έλεγε: «Πήγαινε σε κανένα μπαράκι». Δεν με ενδιέφερε, έζησα πολύ καλά.

Η κόρη σας, η Σάρα, είναι κι εκείνη ηθοποιός.
Δεν ήμουν αποτρεπτικός. Αυτός ο χώρος είναι μαγευτικός. Το θέμα είναι να σε εκφράζει και να έχεις διάθεση να μαθαίνεις. Ουσιαστικά, κάνεις το χόμπι σου και σε πληρώνουν. Είμαστε προνομιούχοι.

Σας έχουν κάνει πρόταση για σειρά τα τελευταία χρόνια;
Οχι ιδιαίτερα. Δεν είμαι μέσα στο παιχνίδι. Εάν μου έκαναν και με ενδιέφερε, γιατί όχι; Ομως πρέπει να είσαι μέσα στα πόδια τους. Είναι τόσο πολλοί οι ηθοποιοί. Ουδείς αναντικατάστατος. Πρέπει να το κυνηγήσεις κι εσύ. Αν με βρουν, ας έρθουν, αλλά δεν το επιδιώκω. Δεν το έχω ανάγκη.

Είχατε κάνει και βιντεοκασέτες. Τις αποποιείστε;

Καθόλου. Είχα γράψει και δικά μου σενάρια και πήρα κάποια χρήματα με τα οποία μπόρεσα να στεριώσω. Από τότε έγραφα. Συνέχισα με μυθιστορήματα, το «Στάλες έρωτα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, και το «Αρωμα της πόλης», εκδόσεις Καστανιώτης, το οποίο έκανα επανέκδοση στις δικές μου εκδόσεις, και μετά από 17 χρόνια πάει πολύ καλά. Εχω γράψει κι επτά θεατρικά κι έχω κάνει και δυο διασκευές, όπως τον «Ζορμπά», που το έχω παίξει, και τους «Αθλιους» του Βίκτωρος Ουγκό. Και επειδή μιλάμε για το βίντεο. Αυτή τη στιγμή το σινεμά τι είναι; Αυτή η ταινία που έκανα με τον Μανουσάκη βίντεο είναι και γίνεται high-definition.

Είναι πολλά χρόνια που δεν σας έχουμε δει σε δημόσιες εμφανίσεις.
Δεν χρειάζεται. Η δική μου δουλειά πια δεν βασίζεται στη δημοσιότητα. Γράφω μυθιστορήματα, έχω δημιουργήσει εδώ και μερικούς μήνες έναν πολυχώρο, το Theatrale, παλιότερα είχα δικό μου θέατρο και δραματική σχολή. Αυτό που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι το βιβλίο, το οποίο πάει στην τρίτη έκδοση. Και όταν κάποιος το διαβάζει και μου λέει καλά λόγια, φουσκώνω σαν το παγόνι. Γιατί ως ηθοποιό σε βλέπουν, σε θαυμάζουν, μπορεί να σε ξεχάσουν. Το βιβλίο, όμως, το έχουν στη βιβλιοθήκη. Κάποια στιγμή θα το ξανανοίξουν. Είσαι μέσα στο σπίτι τους. Δεν φεύγεις. Ο δημιουργός είναι πάντα δημιουργός. Οι εκδόσεις Μονοπάτι είναι δικές μου. Τις άνοιξα πριν από ενάμιση χρόνο.

Δεν αναζητήσατε εκδότη;
Οχι, γιατί ήθελα να έχω τα δικαιώματα της πενταλογίας που είναι κάτι το ιδιαίτερο. Νομίζω ότι είμαι ο πρώτος συγγραφέας που κάνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει περίπτωση να μεταφραστεί. Ηδη γίνονται επαφές με Ρωσία και Αυστρία. Είναι μια μεγάλη δουλειά που θα καταγραφεί στην ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Και παράλληλα ανοίξατε και το Theatrale.
Είναι ένας πολυχώρος, ένα καφέ μπαρ, που το έχουν τα παιδιά μου. Το πρωί, εκτός από καφετέρια, είναι λογοτεχνικό στέκι. Το απόγευμα γίνονται παρουσιάσεις βιβλίων. Κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη έχουμε παραστάσεις, τα βράδια μετατρέπεται σε μουσική σκηνή, κλαμπ και κάνουμε και βραδιές λάτιν.

Τη δραματική σχολή την κλείσατε;
Ναι, το 2011, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Την είχαμε ανοίξει το 2007. Ηταν ό,τι πιο ατυχές, γιατί πέσαμε πάνω στην κρίση. Υπήρχαν οικονομικά προβλήματα, δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε και τα κλείσαμε όλα. Ξεχρέωσα ό,τι χρωστούσα και μετά όταν ήρθα σε ισορροπία, ξεκίνησα αυτά.

Πάντως είστε ένας άνθρωπος μεθοδικός.
Οχι μεθοδικός. Τίμιος είμαι. Δεν χρωστάω πουθενά. Δεν μου αρέσει εγώ να μην πηγαίνω καλά και να μην πληρώνονται οι άλλοι. Δεν το έχω αυτό.

Ωστόσο, πήρατε την πρωτοβουλία να κάνετε κάτι καινούργιο.
Ναι, γιατί εδώ είμαι εγώ και τα παιδιά μου. Είναι οικογενειακή υπόθεση. Δεν έχω ανθρώπους να πληρώνω. Δεν είναι τα έξοδα τόσο μεγάλα όσο στη σχολή.

Θεατρικά, θα ανεβάσετε κάτι άμεσα;
Με τη Μαρία Αλιφέρη κάνουμε πρόβες για να παίξουμε στο Theatrale ένα έργο οι δυο μας, από τις 10 Νοεμβρίου. Η Μαρία είναι σαν αδελφή μου και η Κατερίνα Χέλμη με αγαπάει πολύ. Επίσης, θα ανεβάσω κι ένα δικό μου έργο. Το είχα γράψει ειδικά για τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού. Είναι μια συγκινητική κομεντί και δίνει ελπίδα στις γυναίκες αυτές. Θα το παίζουμε κάθε Κυριακή και μετά την παράσταση ένας γυναικολόγος, που εφαρμόζει μια καινούργια μέθοδο πρόληψης, θα μιλάει γι’ αυτό.

Και την ερχόμενη Τρίτη και Τετάρτη θα εμφανιστείτε στη Λάρισα.
Θα πάω με τον Κώστα Μπίγαλη και το έργο «Εκείνος και... εκείνος» του Μουρσελά στο φεστιβάλ. Θέλω να πω κάτι που πέρασε απαρατήρητο και όχι για να ευλογήσω τα γένια μου, αλλά για να τραντάξω τους συναδέλφους. Η διευθύντρια των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού παραπονέθηκε ότι απευθύνεται σε καλλιτέχνες και δεν πηγαίνουν. Της είπα: «Θα έρθω εγώ με τον Μπίγαλη να παίξουμε δωρεάν». Και παίξαμε τον περασμένο Μάιο. Ηταν πολύ συγκινητική στιγμή, γιατί το κοινό μας ήταν 80 γυναίκες κρατούμενες, οι οποίες έβλεπαν ίσως και για πρώτη φορά θέατρο. Συγκλονίστηκα, ένιωσα ότι έκανα το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή μου, και τελικά ήταν τόσο απλό. Εντάξει, πήγαμε μια φορά και δεν πληρωθήκαμε. Και λοιπόν, τι έγινε; Και βλέπεις ότι δεν ευαισθητοποιούνται. Θέλω να το πω για να το ακούσουν και οι συνάδελφοι, οι μουσικοί και οι τραγουδιστές. Πηγαίνετε, βρε παιδιά, στους ανθρώπους. Ηταν τρομερή εμπειρία. Επαθα την πλάκα της ζωής μου. Ημασταν τέσσερα άτομα, κάναμε μια ωραία παράσταση και το λέω με περηφάνια για τον εαυτό μου. Γιατί να μην το πω; Ας το κάνουν και οι άλλοι. Σε τελική ανάλυση, ας το διαφημίσουν, αλλά ας το κάνουν.

Πριν σαν γνωρίσω είχα την εντύπωση ότι είστε ένας άνθρωπος αινιγματικός και λιγάκι απρόσιτος.
Επειδή δεν έβγαινα και δεν μιλούσα πολύ. Καθόλου. Δεν έχω καμία σχέση με αυτό που λέτε. Απλά, δεν μου αρέσει πολύ να εκτίθεμαι. Βλέπω πολλούς συναδέλφους που μιλάνε πάρα πολύ, εμφανίζονται παντού, έχουν άποψη για όλα ή αλληλοκατηγορούνται. Δεν μου αρέσει αυτό. Θέλω να είμαι χαρούμενος, χωρίς εχθρούς. Αλλά αν θυμώσω και αρπάξω κάποιον, τον αρπάζω κανονικά. Δεν θέλω να φτάνω σε αυτό το σημείο, όμως αν συμβεί, θα δώσω δυο χαστούκια, δεν υπάρχει περίπτωση. Σπάνια, αλλά έχει συμβεί.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ