Χορεύοντας με τα αστέρια του σινεμά

SHOWBIZ
Υπήρχαν και υπάρχουν χορευτές που είναι κανονικά αγόρια. Γκέι συναντάμε και στους χασάπηδες και σε άλλα επαγγέλματα

Χορεύοντας με τα αστέρια του σινεμά

❱❱ Ο χορευτής Βαγγέλης Παππάς μιλά για τις στιγμές του με ονόματα-θρύλους όπως οι Φλερύ, Σειληνός και Μεταξόπουλος 
❱❱ Τα πρώτα βήματα σε μπουάτ, τα παρασκήνια στα καμαρίνια πίσω από τα φώτα της σκηνής και το μεγάλο παράπονό του

Από τον
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ

Ο Βαγγέλης Παππάς είναι ένας από τους πρώτους Ελληνες χορευτές, οι οποίοι με την εργατικότητα και το ταλέντο τους ανέδειξαν τη δουλειά διάσημων χορογράφων. Καστρινός, Φλερύ, Σειληνός, Μεταξόπουλος είναι τα μεγάλα ονόματα, με τα οποία συνεργάστηκε σε θρυλικές παραστάσεις, αλλά και στις πρώτες ψυχαγωγικές εκπομπές της δημόσιας τηλεόρασης, χωρίς όμως να έχει πάρει τα ένσημα που δικαιούνταν, έτσι ώστε να μπορέσει να λάβει σύνταξη. Κι αυτή τη σύνταξη τη χρειάζεται σήμερα όσο τίποτε άλλο, καθώς μάχεται τον καρκίνο με αξιοπρέπεια και παλικαριά.

Πού γεννήθηκες;

Στην Παλιά Κοκκινιά και έχω δύο αδελφούς. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα μεν, ανέμελα δε. Από μικρός παρακολουθούσα πολύ σινεμά, κυρίως ελληνικές ταινίες, και από κει κόλλησα το μικρόβιο της ηθοποιίας.

Οι γονείς σου πώς αντέδρασαν στην απόφασή σου να μπεις στον καλλιτεχνικό χώρο;

Τελειώνοντας το δημοτικό έλεγα ψέματα στους γονείς μου ότι θέλω να πάω στα καράβια. Το έκανα γνωρίζοντας ότι εκείνοι δεν ήθελαν με τίποτα κάτι τέτοιο, φοβούμενοι τα ναυάγια που γίνονταν τότε, και ήλπιζα ότι θα με άφηναν τελικά να γίνω ηθοποιός. Πράγματι, μόνοι τους βρήκαν μια αγγελία για μια δραματική σχολή στη Νέα Σμύρνη, της Μαίρης Γιαννούλη - Μοσχονά, και μου πρότειναν να γραφτώ!

Ο χορός πώς μπήκε στη ζωή σου;

Στην εφηβεία μου, τελειώνοντας το δεύτερο έτος της δραματικής σχολής, βρέθηκε στον δρόμο μου ο χορευτής Κωστας Κομίνης, ο οποίος μου πρότεινε να κάνουμε ένα σχήμα με λαϊκούς χορούς. Αρχικά αρνήθηκα, γιατί δεν είχα ξαναχορέψει επαγγελματικά αυτούς τους χορούς. Ανέλαβε, λοιπόν, να με διδάξει. Μαζί του χόρεψα στην μπουάτ της παλιάς ντίβας της οπερέτας Καίτης Επισκόπου, στο Μικρολίμανο. Ομως κάποια στιγμή, μέσω ενός γνωστού, κλείστηκε ένα ραντεβού να με δει ο Μανώλης Καστρινός, με την ελπίδα να με χρησιμοποιήσει στο μπαλέτο του. Οταν παρουσιάστηκα στον Καστρινό, με ρώτησε: «Τι είσαι;». Του απάντησα: «Χορευτής». Μου ζήτησε να δείξω τι μπορώ να κάνω και, αφού το έκανα, μου είπε γελώντας: «Δεν είσαι χορευτής, θέλεις να γίνεις». Ετσι με έστειλε στη σχολή μπαλέτου της Δέσποινας Γρηγοριάδου, όπου είχα δάσκαλο τον Λεωνίδα Ερενίδη και συμμαθητή μου τον πολύ σπουδαίο χορευτή Αγγελο Χατζή.

Πότε πρωτοχόρεψες επαγγελματικά;

Το 1969 με το μπαλέτο του Μανώλη Καστρινού στην επιθεώρηση «Ο κόσμος είναι πονηρός», που παιζόταν στο Κηποθέατρο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Βαγγέλη Βουλγαρίδη, Τζίμη Μακούλη και πολλούς άλλους ηθοποιούς. Συνέχισα με άλλες επιθεωρησιακές δουλειές και συνεργάστηκα με θρυλικά ονόματα όπως οι Αννα Καλουτά, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Μάρω Κοντού, Μαίρη Χρονοπούλου, Νόρα Βαλσάμη, Ζωζώ Σαπουντζάκη κ.ά.

Πάντα με το μπαλέτο του Καστρινού;

Οχι μόνο. Συνεργάστηκα και με το μπαλέτο του Γιάννη Φλερύ. Μάλιστα, μαζί του χόρεψα σε όλες τις ψυχαγωγικές εκπομπές της δεκαετίας του '70 σε ΥΕΝΕΔ και ΕΡΤ, που άφησαν εποχή όπως οι «Χαρούμενη Κυριακή», «Κυριακή χωρίς σύννεφα», «Δημιουργήστε μαζί μας». Επίσης, μέσω της Ερρικας Μπρόγιερ, που χορεύαμε στις εκπομπές, γνωρίστηκα και συνεργάστηκα για λίγο με τον Φώτη Μεταξόπουλο.

Γιατί δεν ευδοκίμησε η συνεργασία σας;

Ο Μεταξόπουλος με ξεχώρισε λόγω της εργατικότητας και του ζήλου που είχα. Το καλοκαίρι του 1974, στην παράσταση «Πάει το πουλί τους, πάει», χόρευα ως πρώτος χορευτής στο μπαλέτο του μαζί με τη Νάντια Φοντάνα και άλλους τέσσερις εξαίρετους πρωτοχορευτές: Τον Βαγγέλη Σιδέρη, τον Μπάμπη Καράμπελα, τον Κώστα Ελιγμίτη και τον Παναγιώτη Κατσαβριά. Τελικά με τον Φώτη έμεινα μόνο μία σεζόν. Εφυγα, γιατί στην επόμενη δουλειά με είχε βάλει κάπως πίσω στο μπαλέτο και φαινόταν σαν να με υποβάθμισε...

Ησουν λίγο τζόρας;

Δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου και, βέβαια, δεν ήμουνα αυλικός κανενός!

Ηταν εύκολος ο επαγγελματικός δρόμος σου;

Δεν ήταν καθόλου στρωμένος με ροδοπέταλα! Ο,τι έκανα το έκανα μόνος μου, δεν βοηθήθηκα από κανέναν. Από συγκυρίες έβρισκα δουλειά. Πιστεύω ότι θα μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα πράγματα, αλλά ίσως φταίει ο χαρακτήρας μου.

Τι έχεις να πεις σήμερα γι’ αυτούς με τους οποίους συνεργάστηκες;

Καταρχάς, ευγνωμονώ τον Γιάννη Φλερύ που στα πρώτα μου βήματα, ενώ ακόμη δεν ήμουν έτοιμος χορευτής, έδειξε κατανόηση και με πήρε σε δουλειές του. Ομως και από τον Βαγγέλη Σειληνό διατηρώ καλές αναμνήσεις. Οταν γνωριστήκαμε και πήγαμε να συνεργαστούμε, παραλίγο να μαλώσουμε. Του πρότεινα κάποια βήματα στη χορογραφία του και αντέδρασε. «Εσύ είσαι ο χορογράφος ή εγώ;» με ρώτησε. Αλλά δεν μου το κράτησε. Ηταν πολύ ωραίος άνθρωπος και πολύ ξηγημένος, που λένε. Συνεργάστηκα μαζί του στα «Δειλινά», όπου τραγουδούσαν οι Γιάννης Πάριος, Φίλιππος Νικολάου και Λίτσα Διαμάντη. Μάλιστα, το 1978 συνεργαστήκαμε και στην παράσταση «Οδός Ευκαιρίας» του Γιώργου Λαζαρίδη, όπου ο Σειληνός μού έδωσε την ευκαιρία να χορέψω ντουέτο με τη Μαρία Ιωαννίδου.

Το να γίνει ένας άνδρας χορευτής δεν ήταν κάτι πολύ προχωρημένο για τα ήθη της εποχής;

Εξεζητημένο, θα έλεγα. Στη γειτονιά μου, την Παλιά Κοκκινιά, βίωσα τον ρατσισμό, αλλά εγώ είχα βάλει τους στόχους μου και έτσι δεν με άγγιζε τίποτα.

Ωστόσο δεν υπάρχουν πολλοί γκέι στον χώρο των χορευτών;

Οχι, το... μαγαζί των χορευτών έχει απ' όλα (γέλια). Υπήρχαν και υπάρχουν χορευτές που είναι κανονικά αγόρια. Γκέι συναντάμε και στους χασάπηδες και σε άλλα επαγγέλματα... Απλώς στον καλλιτεχνικό χώρο φαίνονται περισσότερο λόγω του επαγγέλματος, που περιβάλλεται από φώτα...

Ετυχε ποτέ να... σ' την πέσει κάποιος γκέι συνάδελφός σου;

Εγώ ήμουνα ζευγαρωμένος με τη γυναίκα μου, την Τίνα, από τα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα. Ετσι ούτε γυναίκα συνάδελφος δεν με κοίταζε (γέλια).

Tι έχεις να πεις για τη δήλωση του Θόδωρου Ρουμπάνη ότι είχε δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση από τον Γιάννη Δαλιανίδη και, επειδή ήταν αρνητικός, δεν έπαιξε σε ταινία του;

Mου φαίνεται περίεργο και τραβηγμένο. Εγώ τον Δαλιανίδη τον ήξερα εξ αποστάσεως, αλλά ποτέ δεν μου έκανε τέτοια νύξη. Πάντως, αν κάποιοι νομίζουν ότι έτσι θα βοηθηθούν επαγγελματικά, είναι γελασμένοι. Αν δεν έχεις ταλέντο, όσες πόρτες και να σου ανοίξουν -με οποιονδήποτε τρόπο- δεν πας πουθενά...

Πότε κρέμασες τα παπούτσια του χορού;

Η τελευταία μου δουλειά είναι η επιθεώρηση «Ελλάς, το καφενείο σου», το 1992, με τον Σωτήρη Μουστάκα. Τότε τα κρέμασα, γιατί κατάλαβα ότι δεν ήμουν πλέον ο χορευτής που ήθελα να είμαι.

Εκανες ποτέ κάποια δουλειά που να είσαι ο αρχηγός;

Τη δεκαετία του '80 δημιούργησα για τρία χρόνια την Πελοποννησιακή Σκηνή με έδρα το Αίγιο. Είχα οραματιστεί ένα θέατρο που θα περιόδευε σε όλη την Αχαΐα και την Πελοπόννησο, κάτι που το πέτυχα εν μέρει. Οι παραστάσεις που ανεβάζαμε είχαν μεγάλη επιτυχία. Τότε η Πάτρα δεν είχε ΔΗΠΕΘΕ, η μόνη θεατρική δραστηριότητα ήταν η δική μου, η οποία τελείωσε όμως λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Εχεις παιδιά;

Την Τεριάννα και τον Κώστα. Εχω ένα, αβάφτιστο ακόμη, εγγόνι από τον γιο μου και μια εγγόνα από την κόρη μου, τη Ραφαέλα, που είναι πολύ χαρισματικό πλάσμα και ασχολείται με τον χορό.

Πριν από λίγες ημέρες γιορτάσαμε την Κοίμηση της Θεοτόκου. Πιστεύεις στον Θεό;

Πιστεύω και το ότι ζω οφείλεται σε θαύμα. Το λέω αυτό, γιατί από το 2012 μάχομαι τον καρκίνο. Ολοι είμαστε φθαρτοί και έχουμε ημερομηνία λήξης, αλλά δεν πρέπει να καταθέτουμε τα όπλα. Οι άνθρωποι που δίνουν μάχη με τον καρκίνο δεν επιζητούν τον οίκτο κανενός. Δεν είναι αξιολύπητα πλάσματα. Μαχητές είναι και έτσι πρέπει να τους αντιμετωπίζει η κοινωνία.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο παράπονο στην καριέρα σου;

Υπήρχαν επιχειρηματίες οι οποίοι δεν μας πλήρωσαν ποτέ τις πρόβες που κάναμε και ποτέ δεν μας έβαλαν τα ένσημα που έπρεπε, με αποτέλεσμα σήμερα οι παλιοί χορευτές να μην έχουμε μια σύνταξη. Ακόμη και η δημόσια τηλεόραση μας εκμεταλλεύτηκε σε αυτό το θέμα. Ολοι φέρθηκαν αχάριστα στους Ελληνες χορευτές. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί σπουδαίοι πρώτοι χορευτές, που θα έπρεπε να έχουν συνταξιοδοτηθεί, αναγκάζονται να κάνουν ό,τι δουλειά βρουν, προκειμένου να συγκεντρώσουν τα ένσημα και να πάρουν σύνταξη.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ