Πάνος Καλίδης: Ημουν για δύο χρόνια εθισμένος στον τζόγο!

SHOWBIZ
Ο θάνατος του πατέρα μου με έριξε στα αντικαταθλιπτικά! Επρεπε να συνδυάσω τον χαμό του με τη διασκέδαση

Πάνος Καλίδης: Ημουν για δύο χρόνια εθισμένος στον τζόγο!

❱❱ Ο Πάνος Καλίδης εξομολογείται στην «Espresso» πως η οικογένεια τον βοήθησε να ξεπεράσει την καταστροφική εξάρτηση
❱❱ Θυμάται τα πρώτα δύσκολα χρόνια του στο τραγούδι και τη γνωριμία με τη Νατάσα Γερασιμίδου που του άνοιξε δρόμους

Από την
ΚΛΑΡΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι αυτό που λέμε «η χαρά της ζωής»! Εξυπνος, με χιούμορ, χαμογελαστός, δυναμικός και ταλαντούχος, ο Πάνος Καλίδης μιλάει στην «Espresso» για τη ζωή του, την καριέρα του, τις εύκολες και τις δύσκολες στιγμές του, αποκαλύπτοντας άγνωστες έως τώρα πτυχές και λεπτομέρειες.

Πού γεννηθήκατε και πότε, αν λέτε την ηλικία σας;

Σήμερα δεν μπορείς να κρυφτείς από πουθενά. Μπαίνεις στη Βικιπαίδεια, όπου αναγράφεται η ηλικία όλων. Αρα, δεν ντρέπομαι να πω ότι είμαι... 22 χρόνων! (γέλια) Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό της Δράμας, τη Νέα Σεβάστεια, έως τα 19 μου, οπότε πήγα φαντάρος.

Ως παιδί πώς ήσασταν;

Ατακτο! Χωρίς φρένο... μόνο το γκάζι ήξερα πάντα. Με έψαχναν οι δικοί μου, γιατί πήγαινα για κυνήγι ή για ψάρεμα και δεν ενημέρωνα ούτε έδινα σημεία ζωής.

Την επομένη παρακολουθούσαν ειδήσεις μήπως ακούσουν ότι βρέθηκε κάποιος... Τον πατέρα μου τον έχασα στα 63 του από καρκίνο, όταν ήμουν 25 χρόνων.

Μου στοίχισε πολύ. Με έριξε στα αντικαταθλιπτικά, γιατί έπρεπε να συνδυάσω τον χαμό του με τη διασκέδαση που πρόσφερα στον κόσμο, και ήταν δύσκολο. Χρειάστηκε να πάρω φαρμακευτική αγωγή, αλλά όλα καλά.

Τελειώσατε τον Στρατό, λοιπόν, και τι κάνατε;

Βρέθηκα χωρίς κανένα χαρτί στα χέρια μου, χωρίς να έχω σπουδάσει κάτι.

Μόνο με το απολυτήριο λυκείου, δηλαδή;

Ούτε! Απολυτήριο δημοτικού. Γυμνάσιο πήγα, αλλά έφυγα... νύχτα! Δεν μπορούσα. Μου φαινόταν πολύ δύσκολο.

Το μόνο που είχα ήταν μία ποντιακή λύρα που είχα μάθει να παίζω, γιατί ο πατέρας μου ήταν Πόντιος τραγουδιστής. Ετσι άρχισα να παίζω σε γάμους κι εκδηλώσεις, και παράλληλα δούλευα ως βοηθός ζαχαροπλάστη.

Με το τραγούδι πώς ασχοληθήκατε;

Μπλέχτηκα με ένα συγκροτηματάκι και πηγαίναμε σε γάμους και μικρές εκδηλώσεις και παίζαμε μόνο ποντιακά. Κάποια στιγμή ήρθε στη Δράμα η συχωρεμένη η Νατάσα Γερασιμίδου, η οποία θα έκανε ένα show σε μαγαζί της πόλης κι έψαχνε ποντιακή λύρα. Και από τους μεγάλους λυράρηδες, επέλεξε εμένα.

Με πήρε λοιπόν και της ζήτησα μαζί με το ποντιακό να κάνω και κάτι λαϊκό, και το δέχτηκε. Κι εκεί που έλεγα μόνο ποντιακά κι έπαιζα λύρα, έλεγα και δύο τραγούδια του Γονίδη!

Σας έδωσε, λοιπόν, την ευκαιρία...

Οι μεγάλοι καλλιτέχνες σέβονται και το μυρμήγκι. Ετσι ήταν και η Νατάσα. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως εκείνη, δίνουν αξία στη ζωή και τις ομορφιές της.

Στη συνέχεια τι κάνατε;

Εκεί με είδαν κάποιοι και ξεκίνησα να δουλεύω ως λαϊκός πλέον. Οχι στη Δράμα, γιατί κανείς δεν «άγιασε» στον τόπο του... Σε Ξάνθη, Κομοτηνή, Κιλκίς και άλλες επαρχίες της βόρειας Ελλάδας, και σιγά σιγά «ψήθηκα» στο λαϊκό τραγούδι.

Βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, μετά έφυγα πάλι για Ξάνθη και την επόμενη σεζόν δούλεψα στο Ρόδον.

Ηταν μία εποχή που βγήκαν πολλά ταλέντα από αυτό το μαγαζί: Νίκος Βέρτης, Κέλλυ Κελεκίδου, Νίκος Κουρκούλης, Νίκος Μακρόπουλος, εγώ... Μέσα σε μία τριετία όλοι αυτοί.

Η δισκογραφία πότε ήρθε;

Το 2003 ήρθε η σειρά μου κι έκανα το «Ασε με μόνο μου». Ομως δεν προωθήθηκε το κομμάτι, γιατί εκείνη τη σεζόν μπήκε άλλος πρώτο όνομα στο Ρόδον, ενώ μέχρι τότε ο επιχειρηματίας είχε την εξής τακτική: αυτοί που έβγαζαν τραγούδι έμπαιναν πρώτα ονόματα, ώστε να ακουστεί και να προωθηθεί το κομμάτι μέσα από το μαγαζί.

Στη δική μου περίπτωση δεν έγινε αυτό κι ένιωσα αδικία... Και μου έτυχε εκείνη την εποχή μια πρόταση για Αθήνα από έναν επιχειρηματία που τότε δεν τον ήξερε κανείς, τον Στέλιο Μαρμαρά, ο οποίος μου είπε: «Ξέρω ότι δεν σε ξέρει κανένας, ξέρω ότι έχεις ένα καλό τραγούδι, έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε γνωστό και να ξεκινήσει μία καριέρα. Θα κάνουμε ένα καινούργιο μαγαζί και θα ποντάρω επάνω σου». 

Επρεπε, λοιπόν, να διαλέξω ανάμεσα σε έναν νέο επιχειρηματία με όνειρα κι έναν επιχειρηματία που μου πρόσφερε σταθερή δουλειά, αλλά με είχε αδικήσει.

Και τι κάνατε;

Διάλεξα να ρισκάρω και να κατέβω στην Αθήνα. Δούλευα τρεις μήνες, αλλά το μαγαζί πήγαινε άπατο! Ηταν το Caramela!

Ξεκινήσαμε Σεπτέμβριο, έφτασαν οι γιορτές και είχε μέσα πέντε παρέες. Παράλληλα, όμως, είχαμε ξεκινήσει να διαφημίζουμε το προϊόν: Καλίδης και «Ασε με μόνο μου». Στο μεταξύ, ο συνέταιρος του Μαρμαρά ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στο Πάντειο και στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Στα πάρτι, λοιπόν, αυτών των δύο σχολών πήγα και τραγούδησα. Στους φοιτητές άρεσε το πρόγραμμα που έκανα και άρχισαν σιγά σιγά να έρχονται και να στηρίζουν το μαγαζί κι εμένα. Αρχισε να ακούγεται το τραγούδι μου στα ραδιόφωνα και έτσι το μαγαζί πήρε πολύ τα πάνω του και γρήγορα.

Την επόμενη σεζόν γινόταν το αδιαχώρητο από το ξεκίνημα. Δεν έβρισκαν τραπέζι... Το παράπονό μου ακόμα και σήμερα είναι ότι οι υπόλοιποι επιχειρηματίες και οι συνάδελφοί μου δεν θεωρούσαν ότι το μαγαζί αυτό ήταν σημαντικό.

Κάποιοι άνθρωποι είναι διπρόσωποι και σιχαμένοι, γιατί δεν έχουν οι ίδιοι αξία. Συνέχισα σε πολλά μαγαζιά, με ωραίες συνεργασίες, όπως με τους Βανδή, Αργυρό, Τσαλίκη, κ.ά. Δώδεκα χρόνια στη νύχτα της Αθήνας. Μετά είχα κάποιες ατυχίες...

Δηλαδή;

Στα τέλη της σεζόν με τον Τσαλίκη, στο Club 22, έκανα κάτι εργασίες στο σπίτι κι έκοψα το νεύρο του χεριού μου. Ετσι ήμουν αναγκασμένος να πηγαίνω να τραγουδάω με το χέρι μπανταρισμένο.

Εμεινα έναν χρόνο εκτός, ενώ είχα δύο τεράστια σουξέ, το «Κουπεπέ» και το «Ανάστα», και επέλεξα να κάνω πολλά εξτρά στην επαρχία, για οικονομικούς λόγους.

Στη συνέχεια τραγούδησα στην Αυτοκίνηση και μου άρεσε πολύ, γιατί ήταν live club. Εγινε χαμός από την πρώτη μέρα, αλλά τρεις εβδομάδες μετά πήγα για ψάρεμα και έγινε κάτι απίστευτο: λύθηκε το χειρόφρενο από το αμάξι και πέρασε το αυτοκίνητό μου (τζιπ) από πάνω μου. Μου έσπασε τέσσερα πλευρά κι ένα πόδι. Σταμάτησα να δουλεύω, γιατί δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Η δουλειά μου πήγε πίσω.

Αλλά είμαι εδώ, συνεχίζω να κάνω τραγούδια με τον Χριστόδουλο Σιγανό και τον Βαλεντίνο στην εταιρία μου, και τα καλύτερα έρχονται!

Με τη σύντροφό σας Λεάννα Μάρκογλου πώς γνωριστήκατε;

Ηταν θαυμάστρια. Ηρθε στο καμαρίνι για να πάρει αυτόγραφο και πήρε... φιλόγραφο! (γέλια) Μου άρεσε εμφανισιακά! Αρχισε να έρχεται πιο συχνά, προχώρησε η γνωριμία μας, έμαθα ότι είναι μακιγιέζ και της ζήτησα να με βάψει.

Είδα ότι είναι καλή στη δουλειά της και της πρότεινα να αναλάβει το μακιγιάζ μου.

Η σχέση ξεκίνησε έπειτα από δύο μήνες συνεργασίας. Υστερα από ενάμισι χρόνο, μπορεί και λίγο παραπάνω, προέκυψε εγκυμοσύνη.

Το ένα παιδί έφερε το δεύτερο, το δεύτερο το τρίτο και αυτή τη στιγμή είμαστε 15 χρόνια μαζί και δεν έχουμε παντρευτεί ακόμα!

Θα παντρευτείτε;

Θα το κάνω, θέλω να το κάνω, ναι. Θα κάνω θρησκευτικό γάμο, γιατί είμαι κοντά στον Θεό και ότι έχω παιδιά χωρίς να παντρευτώ είναι αμαρτία.

Κάθε Σεπτέμβρη θέλω να παντρευτώ, αλλά περνούν οι Σεπτέμβρηδες και δεν παντρεύομαι.

Πόσες φορές έχετε ερωτευτεί δυνατά στη ζωή σας;

Καμία. Δεν θεωρώ ότι είμαι ερωτευμένος με τη Λεάννα. Την αγαπώ πάρα πολύ!

Ερωτας είναι κάτι έντονο και σύντομο. Εγώ αυτόν τον ενθουσιασμό δεν τον έχω νιώσει. Πάντα ο έρωτάς μου κι η καψούρα μου ήταν η δουλειά μου!

Είχατε ποτέ πρόβλημα εθισμού;

Από ουσίες το μόνο που έχω πάρει είναι τα αντικαταθλιπτικά που σου είπα, όταν πέθανε ο πατέρας μου. Αλκοόλ δεν έπινα ποτέ πολύ, γιατί έχω ευαίσθητο στομάχι. Η μόνη μου κατάχρηση είναι το τσιγάρο κι ότι δεν μπορούσα να κοιμηθώ μετά τη δουλειά από την υπερένταση.

Με τον τζόγο είχα εθιστεί κάποια στιγμή και παρέμεινα εθισμένος για δύο χρόνια.

Μετά τη δουλειά, όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους που είναι στη νύχτα και τον τζόγο, πηγαίνεις στα λημέρια τους. Ηθελα το εύκολο χρήμα, που στην αρχή σε γλυκαίνει και μετά στα παίρνει πίσω...

Μετά σοβάρεψε. Το είχα για κέρδος κι έχανα... Εχανα, έχανα, ώσπου ήμουν περισσότερο χαμένος παρά κερδισμένος. Ενας πνευματικός μού είχε πει κάποτε: «Ο τζόγος είναι σαν το μαχαίρι που βγάζει ο χασάπης έξω κι έχει αίμα επάνω, και πάει ο σκύλος και το γλείφει. Δοκιμάζει αίμα, αλλά ταυτόχρονα κόβεται και αφήνει και το δικό του αίμα πάνω στο μαχαίρι.

Την επόμενη μέρα δεν έχει αίμα από τον χασάπη, αλλά το δικό του αίμα, ξαναγλείφει και ξανακόβεται κ.ο.κ».

Πώς ξεφύγατε;

Με την οικογένεια. Αλλαξαν οι προτεραιότητές μου κι οι χαρές μου και ξεκόλλησα.

Πώς είστε ως άνθρωπος;

Νοήμων, ρομαντικός και προβληματισμένος με τη ζωή. Επίσης, θέλω να κάνω τον κόσμο να χαίρεται και να περνάει καλά.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ