Το "αηδόνι του Αττικ" πέθανε σε οικοτροφείο 5ης κατηγορίας

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Μία από τις τελευταίες φωτογραφίες της Δανάης. Η μούσα του Αττίκ δεν αποχωριζόταν στις δημόσιες εξόδους τα γυαλιά της. «Ηταν κοκέτα και πίστευε ότι είχε μικρά μάτια, γι’ αυτό δεν έβγαζε ποτέ τα γυαλιά» είπε στην «Espresso της Κυριακής» η βιογράφος της Πόπη Μαγουλά-Γαϊτάνου.

Το "αηδόνι του Αττικ" πέθανε σε οικοτροφείο 5ης κατηγορίας

«Η ηλικία τού κάθε ανθρώπου είναι μια εσωτερική υπόθεση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι έδωσαν ό,τι έδωσαν μέχρι τα είκοσί τους, ενώ άλλοι άρχισαν ως μεσήλικες ή ηλικιωμένοι. Δεν έχω σταματήσει να ενδιαφέρομαι για τη ζωή γύρω μου κι αυτό είναι ζωή, νομίζω…». Τα λόγια ανήκουν στη Δανάη Στρατηγοπούλου-Χαλκιαδάκη, την αποκαλούμενη και «αηδόνι του Αττίκ», που σίγησε μια για πάντα το πρωί της περασμένης Κυριακής 18 Ιανουαρίου λίγες ημέρες πριν από τα ενενηκοστά έκτα γενέθλιά της, σφραγίζοντας με τον μύθο της μια ολόκληρη εποχή.

Ως πνεύμα ελεύθερο και ασυμβίβαστο που «ρουφούσε» μέχρι το τέλος την κάθε στιγμή της ζωής θυμούνται τη σπουδαία τραγουδίστρια και μεταφράστρια του Πάμπλο Νερούδα οι φίλοι και οι γείτονές της στη Ραφήνα, όπου έζησε είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια. Ετσι τη θυμάται και η βιογράφος της Πόπη Μαγουλά-Γαϊτάνου, η οποία στο βιβλίο της «Δανάη, το αηδόνι του έρωτα» (από τις εκδόσεις Αγκυρα) ξεδιπλώνει την πολυτάραχη ζωή της μεγάλης αρτίστας. Σε μία εκ βαθέων εξομολόγηση, η κυρία Μαγουλά-Γαϊτάνου, που υπήρξε επί μακρόν στενά φίλη της Δανάης, αποκάλυψε στην «Espresso της Κυριακής» άγνωστα στο ευρύ κοινό στοιχεία για την ντίβα με το τεράστιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Δεν παρέλειψε όμως να αναφερθεί και στην ξαφνική «εξαφάνισή» της πριν από έξι μήνες και τη φοβερή ανακάλυψη των φίλων της, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είχε οδηγηθεί (παρά τη θέλησή της) σε ένα οικοτροφείο ηλικιωμένων στους Αμπελοκήπους, κάπου στη λεωφόρο Μεσογείων...

- Πώς γνωριστήκατε με τη Δανάη και σας ανέθεσε να γράψετε τη βιογραφία της;
Η οικογένειά μου είχε ένα εξοχικό στη Ραφήνα. Είχα ακούσει τόσο πολλά για εκείνη και είχα πάντα κατά νου να τη γνωρίσω. Ετσι, μια μέρα την επισκέφθηκα στο σπίτι της φέρνοντάς της και κάποια ποιήματά μου για να τα αξιολογήσει. Ετσι αρχίσαμε να κάνουμε παρέα και μια μέρα μου ζήτησε να γράψω για τη ζωή και το έργο της. Μου εμπιστεύθηκε, όπως και η ίδια συνήθιζε να λέει, «τα ιερά και τα όσιά της».

- Εχουν γραφτεί τόσα για τη ζωή της. Για τη συνεργασία της με τον Πάμπλο Νερούδα και τον Αττίκ. Για τις διώξεις, την αυτεξορία... Ξεχωρίζετε κάποιες περιόδους ή στιγμές της ζωής της που ενδεχομένως ο κόσμος να μη γνωρίζει;
Ενδεχομένως να μην είναι πολύ γνωστά τα ταξίδια της στη Χιλή και η βράβευσή της με το Αριστείο της Δημοκρατίας της Χιλής. Ή ότι έχει μεταφράσει το «Κάντο Χενεράλ», το οποίο μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Επίσης, πολύ λίγα έχουν γίνει γνωστά για τον έρωτά της για τον άντρα της, τον Γιώργο Χαλκιαδάκη (...). Ηταν ένας τρελός έρωτας. Γνωρίστηκαν στην ΕΑΜική Εθνική Αλληλεγγύη στην Κατοχή. Η Δανάη υπέγραφε τότε τα ποιήματά της με το ψευδώνυμο Αργυρώ Καλλιγά. Μερικά από τα τραγούδια του Κώστα Χατζή και της Μαρινέλλας φέρουν αυτήν την υπογραφή. Ο Χαλκιαδάκης ήταν ο «Αύγουστος» της ζωής της, όπως συνήθιζε να λέει. Ο γάμος έγινε το 1945 σε ένα φθηνό ξενοδοχείο της οδού Αθηνάς. Η νύφη φορούσε ένα απλό, μπεζ ταγεράκι και δεν κρατούσε ανθοδέσμη. Ηταν και οι δύο κυνηγημένοι και πολύ φτωχοί. Και μεταπολεμικά κυνηγήθηκε. Μετά φυλακίστηκε και τελικά αυτοεξορίστηκε στη Χιλή. Στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο δίδασκε ελληνική λαογραφία. Συνέβαλλε καθοριστικά ώστε να γίνουν γνωστά σε όλη τη Λατινική Αμερική τα δημοτικά μας τραγούδια.

- Χήρεψε πολύ νέα. Δεν σκέφτηκε να ξαναφτιάξει τη ζωή της;
Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Είχε και την κόρη της, τη Λήδα...

- Πείτε μου για τη γνωριμία της με τον Πάμπλο Νερούδα...
Τον Νερούδα τον γνώρισε μέσω της Μίρκας, της αδελφής της, η οποία ήταν φλαουτίστα και ηθοποιός. Η Μίρκα είχε παντρευτεί έναν Γερμανό καθηγητή που ήξερε τον ποιητή και έτσι γνωρίστηκαν.

- Οι γονείς της είχαν χρήματα για να τη σπουδάσουν;
Οχι, δεν είχαν. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, αφού τελείωσε τη Μέση
Εμπορική Σχολή, προσελήφθη σε εφημερίδα της εποχής της σαν «δημοσιογραφάκι», όπως συνήθιζε να λέει. Εκεί, στο διπλανό γραφείο, καθόταν ο σκιτσογράφος Κώστας Μπέζος, ο οποίος εργαζόταν και ως μουσικός στη «Μάντρα του Αττίκ». Αυτός ήταν ο πρώτος, μετά τον Επιτροπάκη, που ανακάλυψε τη σπουδαία φωνή της. Της είπε: «Δεν έρχεσαι να σε συστήσω στον Αττίκ;».

- Τι είπε όταν την είδε ο Αττίκ;
Τη βρήκε λίγο άχαρη. Εξέπεμπε μεν μια γοητεία, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Της είχε πει: «Βρε κορίτσι μου, είσαι λίγο άχαρη. Πώς θα σε παρουσιάσω; Ούτε ένα σκισμένο φουστάνι δεν μπορείς να φορέσεις; Να φανεί λίγο το πόδι σου...». Οταν πήγε στο σπίτι του για να την ακούσει πρώτη φορά, ενθουσιάστηκε. Εκείνη τη σημαντική στιγμή για τη ζωή της ο Αττίκ είχε προγραμματίσει μιαν εξόρμηση, μια καλλιτεχνική «εκστρατεία», ας πούμε, στην Αίγυπτο. Εκεί την παρουσίασε πρώτη φορά και ο κόσμος ενθουσιάστηκε. Μετά γύρισε στην Αθήνα και εντάχθηκε πια στην ομάδα του Αττίκ. Στην πρεμιέρα της δεν είχε φόρεμα να βάλει. Ετσι, σκέφτηκε να πάει στη μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη, στου Ζωγράφου, για να ζητήσει ένα. Πήρε το θάρρος να παρουσιαστεί μπροστά της, γιατί ήταν εγγονή του σπουδαίου λόγιου Ιδομενέα Στρατηγόπουλου, ο οποίος γνώριζε τον πατέρα της Κοτοπούλη και είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν. Οταν τη ρώτησε η Κοτοπούλη τι ήθελε, εκείνη απάντησε: «Θέλω να μου δανείσετε μια τουαλέτα σας, γιατί σήμερα έχω πρεμιέρα στη “Μάντρα του Αττίκ”». Το ίδιο βράδυ παρουσιάστηκε με μια δανεική γκρενά τουαλέτα και ένα μαντίλι «για να κρύβεις, κορίτσι μου, τα κουλάδια σου», όπως τη συμβούλεψε η Κοτοπούλη. Στο πάλκο ο Μπέζος της πέταξε και μια κιθάρα και από τότε έγινε σύμβολο η Δανάη με την κιθάρα της...

- Εχει γράψει και πολλά τραγούδια...
Είχε γράψει το «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη» σε μουσική του Τάκη Μωράκη, το οποίο τραγουδήθηκε στην ταινία το «Παιδί και το Δελφίνι» με τη Σοφία Λόρεν. Επίσης, είχε δώσει τραγούδια στον Χαιρόπουλο, τον Πλέσσα... Το τραγούδι «Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου» είναι κι αυτό δικό της και τραγουδιέται μέχρι σήμερα.

- Γιατί πήγε στη Ραφήνα;
Γιατί της είχαν συστήσει να έχει καθαρό αέρα. Πήγε και έμεινε. Το σπίτι της που κάηκε στην οδό Βενιζέλου 7 είχε δύο δωμάτια και ήταν ένα… χαρτοβασίλειο. Δηλαδή, έψαχνες να βρεις κάτι και δεν το έβρισκες (...). Εμένα με υποδεχόταν καθισμένη στο πιάνο της τραγουδώντας. Αφού κάηκε το σπίτι της, πήγε για κανένα χρόνο κι έμεινε με την κόρη της στην Καλλιτεχνούπολη. Αλλά δεν μπορούσε να φυλακιστεί η Δανάη σε τέσσερις τοίχους. Ούτε το κορμί της ούτε το πνεύμα της... Ηταν επίσης ένα ζωντανό πανεπιστήμιο. Οποιος πήγαινε εκεί, κάτι έπαιρνε. Ηταν σοφός άνθρωπος. Μετά μετακόμισε για δύο τρία χρόνια, ίσως και περισσότερο, στον αριθμό 13 της Ελευθερίου Βενιζέλου και από το καλοκαίρι του 2008 και μετά εξαφανίστηκε. Την αναζητούσα στη Ραφήνα, στις φίλες της, στη σπιτονοικοκυρά της. Κανένας δεν ήξερε πού ήταν...

- Αφού ήταν ένας τόσο ανεξάρτητος άνθρωπος που δεν είχε ενοχλήσει ποτέ, γιατί την έκλεισαν στο γηροκομείο; Τι εξήγηση δίνετε εσείς;
Γιατί δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με ορισμένα πράγματα και είχε τη δική της νοοτροπία...

- Σας είχε εκφράσει την αγωνία της γι’ αυτό το θέμα;
Αυτό το είπε σε μερικούς φίλους. Οχι, εγώ δεν το είχα ακούσει.

- Εσείς πώς μάθατε για την εξαφάνισή της;
Αναζητώντας την στη Ραφήνα. Αφού διάβασα και δημοσιεύματα του δημοσιογράφου κυρίου Δημήτρη Γκιώνη, άρχισα να ανησυχώ. Στην αρχή, νόμιζα ότι την έχουν πάρει, ότι τη φιλοξενούσαν κάπου για το καλοκαίρι. Μετά, την αναζήτησα στην παλιά της σπιτονοικοκυρά, την Ελπίδα, και μου είπε: «Κάπου την έχουν πάει και δεν ξέρω πού είναι». Μετά, το συζήτησα με την Ελίζα Μαρέλλι η οποία έψαξε και τη βρήκε. Οταν την... ξετρύπωσε, με πήρε και μου είπε: «Ξέρεις, βρέθηκε η Δανάη σε κακό χάλι». «Πού είναι, βρε παιδί μου, να πάω να τη δω» της είπα εγώ. «Δεν θα μπορέσεις να τη δεις γιατί δεν βλέπεται» μου απάντησε. Υστερα από δυο τρεις μέρες μάθαμε ότι πέθανε...

- Πώς ήταν οι συνθήκες εκεί; Τι σας είπαν;
Μου είπαν ότι ήταν απαράδεκτες οι συνθήκες. Ενα γηροκομείο πέμπτης κατηγορίας. Πριν βρεθεί, μου τηλεφώνησε και ο κύριος Γιώργος Λαζαρίδης και μου είπε να γράψω μια επιστολή στην εφημερίδα «Παρόν» για τις ανησυχίες μου. Δεν πρόλαβα, δυστυχώς.

- Πώς ήταν οικονομικά η Δανάη;
Είχε δύο συντάξεις. Μία από την Εθνική Αντίσταση και μία από το υπουργείο Πολιτισμού. Θα μπορούσε να ζει αξιοπρεπώς και να έχει και μια κοπέλα στο σπίτι για να τη φροντίζει. Κοιτάξτε, υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού που έχουν την ευθύνη γι’ αυτά τα πρόσωπα. Εμείς δεν μπορούμε να επέμβουμε σε τέτοιες περιπτώσεις (...). Υπήρχε η κόρη, υπήρχαν τρία εγγόνια...


«Ετρωγε στο μαγέρικο, πήγαινε σινεμά, μετά τη χάσαμε»

Λάτρευε τη Ραφήνα. «Πουθενά δεν είναι σαν τη Ραφήνα έλεγε. Της άρεσε να περπατά δίπλα στη θάλασσα, στην πλατεία, και να τρώει κάθε μεσημέρι σε ένα συγκεκριμένο μαγέρικο. Παλιότερα πήγαινε συχνά στο σινεμαδάκι που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι της. Ακούσαμε ότι την έκλεισαν σε ίδρυμα. Μάλλον μαράζωσε από τη στενοχώρια». Αυτά είπαν στην «Espresso» οι γείτονες της Δανάης στη Ραφήνα, που και αυτοί είχαν αναρωτηθεί όταν έπαψαν ξαφνικά να τη βλέπουν.

Η Δανάη έζησε είκοσι πέντε χρόνια στη Ραφήνα. Τα περισσότερα τα πέρασε στο σπίτι της, στον αριθμό 7 της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου. Οταν αυτό κάηκε, έμεινε για λίγο με την κόρη της (Λήδα Χαλκιαδάκη) στην Καλλιτεχνούπολη και στη συνέχεια, έπειτα από παρέμβαση και του δημάρχου Ραφήνας Ανδρέα Κεχαγιόγλου (ο οποίος της πλήρωνε το ενοίκιο), στον αριθμό 13 της Ελευθερίου Βενιζέλου. Από τον Ιούλιο χάθηκαν τα ίχνη της... Μετά το δημοσίευμα της «Ελευθεροτυπίας» με τίτλο «Αναζητώντας τη Δανάη», το οποίο υπέγραφε ο φίλος της δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης, υπήρξε συγκινητική κινητοποίηση των θαυμαστών της. Οπως υποστήριξαν, έψαξαν και τη βρήκαν σε ένα οικοτροφείο ηλικιωμένων στους Αμπελοκήπους.

Η «Espresso» είχε επικοινωνήσει με την κόρη της Λήδα για το συγκεκριμένο δημοσίευμα, για το οποίο μας είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Τόνισε δε ότι ήταν μαζί με τη μητέρα της μέχρι το τέλος. «Λίγα λεπτά μετά τον θάνατό της εμφανίστηκε ο Μανώλης Γλέζος, ένας από τους ανθρώπους που πραγματικά ήθελα να δω μπροστά μου. Εκείνος δεν ήξερε και είχε έρθει για να την δει» είχε πει χαρακτηριστικά.

ΜΑΡΙΑ ΜΕΪΜΑΡΗ
ΦΩΤ.: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΟΛΦΟΜΗΤΣΟΣ, ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΟΥΛΟΓΕΝΗΣ

Μία από τις τελευταίες φωτογραφίες της Δανάης. Η μούσα του Αττίκ δεν αποχωριζόταν στις δημόσιες εξόδους τα γυαλιά της. «Ηταν κοκέτα και πίστευε ότι είχε μικρά μάτια, γι’ αυτό δεν έβγαζε ποτέ τα γυαλιά» είπε στην «Espresso της Κυριακής» η βιογράφος της Πόπη Μαγουλά-Γαϊτάνου.
Η κυρία Μαγουλά-Γαϊτάνου υπήρξε βιογράφος και επί σειρά ετών φίλη τής αξέχαστης Δανάης.
Με την πρέσβειρα της Χιλής, ενώ παραλαμβάνει το βραβείο Νερούδα για την προσφορά της στην έρευνα και τη μετάφραση. Η βράβευσή της έγινε το 2004.
Η γειτονιά τής Δανάης στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου στη Ραφήνα. Το «αηδόνι του Αττίκ» λάτρευε τη Ραφήνα, όπου πέρασε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής της. Αριστερά (στον αριθμό 7) η είσοδος του πρώτου σπιτιού της Δανάης που κάηκε.
Η μοναχοκόρη τής Δανάης Λήδα Χαλκιαδάκη συνόδευσε τη μητέρα της στην τελευταία της κατοικία.