Διαμάντι παντοτινό

Διαμάντι παντοτινό

Είναι το... διαμάντι της ελληνικής δισκογραφίας. Μια τραγουδίστρια που μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες μεγάλων επιτυχιών.

Η Λίτσα Διαμάντη γεννήθηκε στον Κολωνό και σε ηλικία τεσσάρων ετών μετακόμισε με τους γονείς της στο Αιγάλεω. Η μητέρα της είχε πολύ ωραία φωνή. Δυστυχώς όμως δεν έκανε τίποτε. Δεν την άφησαν τα αδέλφια της, επειδή το επάγγελμα του τραγουδιστή ήταν τότε πολύ παρεξηγημένο. Αυτός ήταν ο λόγος που μόλις συνειδητοποίησε πως η Λίτσα είχε έφεση στην καλλιτεχνία, αποφάσισε να τη στηρίξει με όλες τις δυνάμεις της.

«Τράβα εσύ μπροστά και εγώ είμαι στο πλάι σου» της είπε. Και η Λίτσα ήταν μόλις έξι χρόνων όταν τραγούδησε για πρώτη φορά σε μια οικογενειακή γιορτή το «Εκεί ψηλά στον Αϊ-Λια». «Κοίτα να δεις, τόσο μικρό παιδί και τραγουδάει τόσο σωστά» ήταν το σχόλιο που άκουσε από τους πρώτους ακροατές της. Τα περισσότερα τραγούδια τα είχε μάθει από τη μητέρα της πριν ακόμη πάει σχολείο. Ακουγε βέβαια και πολύ ραδιόφωνο και η μεγάλη της αγάπη ήταν ο Καζαντζίδης. Οταν ήταν στη Β’ Δημοτικού, πήγε με την οικογένειά της στο «Ροσινιόλ» και τον απόλαυσε live μαζί με τη Μαρινέλλα. Ολο το βράδυ το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του και τον χάζευε σαν μαγεμένη. Μέσα στο μαγαζί ο κόσμος φώναζε και χειροκροτούσε. Δεν το ήξερε αυτό το πράγμα η Λίτσα. Δεν το είχε ξαναζήσει.

Πιτσιρίκι με ακορντεόν

Τα παιδιά της γειτονιάς και τα παιχνίδια στο σχολείο έκαναν τη Λίτσα να αγαπήσει και τον αθλητισμό, και συγκεκριμένα τον στίβο. Δημοτικό πήγαινε ακόμα όταν έκανε ένα άλμα 4,20μ. σε σχολικούς αγώνες και πέρασε ακόμη και τα παιδιά της Γ’ Γυμνασίου! Πάντως δεν ασχολήθηκε περαιτέρω. Την πρόλαβε το μεροκάματο.

Σε ηλικία οκτώ ετών ζήτησε από τους δικούς της ένα ακορντεόν. Και το απέκτησε. Στη γειτονιά έμενε ο Πολυκανδριώτης. Μια και δυο, γνωρίστηκε στο σχολείο με τον γιο του, τον Γιάννη, και κάθε μέρα μετά το σχόλασμα μελετούσαν παρέα. Εκείνος μπουζούκι και εκείνη ακορντεόν. Από τον Πολυκανδριώτη πληροφορήθηκε το ταλέντο της στο ακορντεόν και ο Φίλιος Φιλιππίδης. Αμέσως την πήρε τηλέφωνο και της ζήτησε να δουλέψει μαζί του σε θερινά σινεμά, που έπαιζαν τότε και θέατρο μία φορά την εβδομάδα. Μαζί με τη Σόφη Ζαννίνου, που επίσης έκανε τα πρώτα της βήματα, η Λίτσα έβγαινε στη σκηνή με το ακορντεόν και έλεγε δύο τραγούδια. Το κοινό την έβλεπε μικρή και ταλαντούχα και την αποθέωνε.

Στα πανηγύρια...

Από εκεί την έμαθε πολύς κόσμος και στη συνέχεια τη ζήτησε ένας βιολιστής να τον ακολουθήσει σε πανηγύρια. Η Λίτσα βρέθηκε σε τουλάχιστον είκοσι πανηγύρια μέσα σε έναν χρόνο και ήταν πάντα το ακορντεόν της ορχήστρας. Ξεκινούσαν το πρόγραμμα στις 8 το βράδυ και δεν τελείωναν πριν από τις 7 το πρωί! Βέβαια το ακορντεόν ήταν βαρύ και πολλές φορές οι ώμοι της Λίτσας έβγαζαν πληγές. Ομως τα λεφτά ήταν πολύ καλά και η οικογένεια τα χρειαζόταν. Και φυσικά το γούσταρε πολύ και η ίδια αυτό που έκανε.

Ούσα πιτσιρίκα ακόμη εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια της σκηνικά απείρου κάλους. Τη μια σε ένα πανηγύρι στη Θήβα, κάποιος πέταξε τρία άτομα έξω από μια τζαμαρία, επειδή δύο φορές του χάλασαν την παραγγελιά. Την άλλη σε ένα άλλο πανηγύρι, κάποιος πέθανε από καρδιά μπροστά στα μάτια της την ώρα που χόρευε. Αυτό το τελευταίο τη σοκάρισε πολύ. Εκανε τρεις μήνες να ξαναπαίξει.


Το… σαμποτάζ

Κοντά στο σπίτι της ήταν ένα μαγαζί που λεγόταν «Παράδεισος», στο οποίο τραγουδούσαν γνωστά και άγνωστα ονόματα. Κάποια στιγμή μαζί με τους άλλους άγνωστους, πήραν και τη Λίτσα για δουλειά. Εκεί την άκουσε ένας άνθρωπος του χώρου, ο Πελαγίδης, και της πρότεινε να πάει να δουλέψει στο κέντρο «Βεντέτα» στην Αχαρνών, όπου τραγουδούσε τότε η Πόλυ Πάνου. Η Λίτσα ήταν δεκαπέντε ετών πια. Και πάλι όμως ήταν μικρή για πίστα. Οι μουσικοί της ορχήστρας της έκαναν σαμποτάζ γιατί είχαν συνηθίσει να δουλεύουν με τραγουδίστριες εμφανίσιμες και μεγαλύτερες σε ηλικία.

Στην αρχή λοιπόν της έπαιζαν τα τραγούδια σε άλλον τόνο για να την εκθέσουν. Βλέπετε, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι το «μικρό» ήξερε και από μουσική και όταν την άκουσαν να τους λέει πώς έπρεπε να παίξουν το τραγούδι, έμειναν κάγκελο. Από την άλλη, η Πόλυ Πάνου την έβαλε αμέσως στην καρδιά της. Διορατική γαρ, προφήτευσε τη μεγάλη καριέρα της. Δυόμισι χρόνια έμεινε μαζί της η Λίτσα. Πέντε ολόκληρες σεζόν.


«Συννεφιές»

Μέσω της Πόλυς Πάνου, η Λίτσα Διαμάντη γνώρισε τον Μπάμπη Μπακάλη, ο οποίος τη σύστησε στη Minos και πήγαν μαζί στο στούντιο στη Νέα Ιωνία, για να περάσει από ακρόαση. Εκεί η Λίτσα τραγούδησε ένα κομμάτι της Γκρέυ και ένα της Λύδια. Δύο μέρες μετά υπέγραψε συμβόλαιο, ή μάλλον υπέγραψε ο κηδεμόνας της για εκείνη.

Στην αρχή έκανε μόνο σιγόντο σε ηχογραφήσεις. Πήγαινε στο στούντιο πέντε φορές την εβδομάδα, 10 το πρωί με 5 το απόγευμα. Και πληρωνόταν με το κομμάτι: 150 δραχμές το σιγόντο, 300 δραχμές το σόλο. Για να κάνει σόλο όμως χρειάστηκε να περάσουν οκτώ μήνες. Το πρώτο της σόλο το έκανε με τον Μητσάκη. Ηταν οι «Συννεφιές», τραγούδι κλασικό και αγαπημένο για περισσότερα από τριάντα χρόνια.

Στη συνέχεια οι δύο τους ηχογράφησαν και άλλα τραγούδια που έγιναν επιτυχίες. Στο μεταξύ η Λίτσα είχε αρχίσει να συνεργάζεται και με άλλους συνθέτες. Οι «Συννεφιές» όμως υπήρξαν το εφαλτήριο για μια τεράστια καριέρα.

Στέλιος - Μαρινέλλα

Το δεύτερο μεγάλο σουξέ της Λίτσας ήταν το «Σε συνήθισα τόσο» του Μπακάλη, ενώ αμέσως μετά της εμπιστεύτηκε τραγούδια και ο Απόστολος Καλδάρας. Το νερό είχε μπει πια στ’ αυλάκι… Για πολλές σεζόν η Λίτσα δούλεψε με τον Βασίλη Βασιλειάδη. Στο «Περιβόλα», το «Can-Can», με τον Τσετίνη, με τον Παπαδάκη, με τον Χατζηαντωνίου…

Τα σχήματα που συμμετείχε έκαναν πάταγο. Ανέβαινε στην πίστα και γινόταν σαματάς! Η Λίτσα δούλευε χωρίς ρεπό. Το πρωί στο στούντιο, το βράδυ στο μαγαζί. Κάποια στιγμή την ειδοποίησε ο Βασιλειάδης πως έγραφε τραγούδια για τον Καζαντζίδη και ότι την ήθελε να του κάνει τα σιγόντο. Για τρεις μέρες ούτε έφαγε ούτε κοιμήθηκε. Ο Καζαντζίδης ήταν ο θεός της. Εκαναν μαζί το «Δεν σε πιστεύω» και το «Ενα σίδερο αναμμένο έχω στην καρδιά».

Του Στέλιου του άρεσε πολύ η φωνή της Λίτσας και από τότε όλα τα σιγόντο του τα έκανε εκείνη. Μάλιστα έγιναν και καλοί φίλοι. Η Μαρινέλλα, που λίγο καιρό πριν είχε χωρίσει με τον Στέλιο, μόλις άκουσε τα καινούργια του τραγούδια, άρχισε να ρωτάει για τη Λίτσα και κάποια στιγμή της έστειλε μήνυμα μέσω του κουμπάρου της, πως ήθελε να τη γνωρίσει. Η Λίτσα πήγε και τη βρήκε στο «Στορκ» (το μεταγενέστερο «Στράτος»). Οταν της συστήθηκε, η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού την αγκάλιασε και της είπε: «Μπράβο, είσαι πολύ καλή και ας είσαι τόσο μικρή» και πρόσθεσε: «Αν ήταν σε μια πλατεία μαζεμένες όλες οι τραγουδίστριες, εγώ σ’ αυτή θα έβγαζα το καπέλο».

Οι παραγγελίες της "Τζάκι Ω"

Αφού πραγματοποίησε για πρώτη φορά μια μεγάλη περιοδεία σε Αμερική και Καναδά, η Λίτσα Διαμάντη επέστρεψε γεμάτη εμπειρίες στην Ελλάδα και έκανε έναν δίσκο με τον Ακη Πάνου, στον οποίο, εκτός από την ίδια, συμμετείχαν ο Καζαντζίδης, ο Χρηστάκης και ο Θυμάκης. Η συνέχεια τη βρήκε στη «Νεράιδα», κέντρο που θεωρεί σταθμό στην καριέρα της. Εκεί γνώρισε μεγάλες δόξες αλλά και σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Στιβ Μακουίν, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον και ο Ομάρ Σαρίφ. Τρεις φορές την εβδομάδα έβλεπε τον Ωνάση πρώτο τραπέζι. Τον θυμάται να λέει στην Τζάκι: «Για πες σ’ αυτήν τη μικρή τι θες να ακούσεις» και έλεγε εκείνη με ξένη προφορά τις «Συννεφιές».

Εννέα σεζόν έμεινε η Λίτσα στη «Νεράιδα». Εκεί γνώρισε τον Γιάννη Πάριο και έδεσαν αμέσως. Συνεργάστηκαν αρμονικά για πολύ καιρό και έγιναν πολύ καλοί φίλοι, σχεδόν σαν αδέλφια. Τότε ο Γιάννης δεν είχε ακόμη αυτοκίνητο και η Λίτσα τον πήγαινε στο σπίτι με το δικό της κάθε ξημέρωμα. Οταν γιόρταζε, της έστελνε λουλούδια και σημειώματα και της έγραφε: «Αν είχες αδελφό, αυτός θα ήμουν εγώ».


Το μεγάλο στοίχημα που κέρδισε από τον Καρβέλα

Μετά τις επιτυχίες με τον Πάριο ακολούθησε η συνεργασία με τον Χρήστο Νικολόπουλο, με τον οποίο ήταν ήδη καλοί φίλοι. Της έδωσε το «Νύχτα, στάσου» και μερικά ακόμη μεγάλα σουξέ. Για άλλη μία φορά η Λίτσα έκανε πάταγο. Μια φορά στη Ρόδο ο κόσμος έσπασε τα τζάμια για να μπει μέσα στο κέντρο όπου τραγουδούσε.

Στη συνέχεια, σειρά είχε το τραγούδι «Ασε με να σ’ αγαπάω». Επιτυχία άνευ προηγουμένου. Μετά τη «Νεράιδα» πήγε στη «Φαντασία», όπου συναντήθηκε και πάλι με τον Πάριο. Κατόπιν πήγε στον «Διογένη» και από εκεί πάλι στη «Φαντασία». Και συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους μεγάλους αστέρες. Και με τον Καρβέλα. Το «Δεν παντρεύομαι» το είχε πει εκείνος έναν χρόνο πριν το πει η Λίτσα. Τον έπιασε λοιπόν και τον ρώτησε: «Μπορείς να μου το αλλάξεις, να μου το κάνεις λίγο γυναικείο;». Και της απάντησε ο Καρβέλας: «Εναν χρόνο που το λέω εγώ, δεν έχει γίνει τίποτε». Η Λίτσα όμως επέμεινε: «Θα σου το κάνω σουξέ μεγάλο. Αν θες βάζουμε και στοίχημα. Αν το κερδίζω, θα σου δώσω το ένα σκουλαρίκι μου» του είπε. Και βγήκε αληθινή. Ο δίσκος πούλησε 95.000 αντίτυπα και από τα 12 τραγούδια που είχε, τα οκτώ έγιναν σουξέ. Την ημέρα της απονομής του χρυσού δίσκου της λοιπόν η Λίτσα έβγαλε το ένα σκουλαρίκι της και το φόρεσε στον Καρβέλα!
Πάντα έτοιμη να δοκιμάσει καινούργια πράγματα, χρόνια μετά η Λίτσα Διαμάντη συνεργάστηκε με την Αλέκα Κανελλίδου, τραγουδώντας τανγκό για πρώτη φορά στη ζωή της. Ακολούθησαν συνεργασίες με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου.


Εχει αλλάξει 21 αυτοκίνητα!


Από ένα σημείο και μετά, η τραγουδίστρια αποφάσισε να χαλαρώσει λίγο τον ρυθμό της δουλειάς. Κουράστηκε και πήρε μια απόφαση: να δουλεύει μόνο τους χειμώνες και τα καλοκαίρια να ξεκουράζεται. Αγόρασε ένα σπίτι στη Μύκονο, όπου άρχισε να πηγαίνει συχνά για να κάνει τα μπάνια της. Εκανε και πολλά ταξίδια, στην Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία.
Παλιά είχε ψώνιο με την ταχύτητα και έκανε ταξίδια με το αυτοκίνητο. Τώρα πια αυτό της έχει φύγει. Προτιμά το πλοίο ή το αεροπλάνο. Αυτοκίνητο πάντως είχε από τα 18 της -παρ’ όλο που το δίπλωμα το έβγαλε στα 19 της. Συνολικά έχει αλλάξει 21 αυτοκίνητα. Η Λίτσα δεν παντρεύτηκε ποτέ. Μάνα όμως ήθελε να γίνει. Το 1975 έμεινε έγκυος, αλλά δυστυχώς απέβαλε.
Εχει όμως τα ανίψια της, τα παιδιά της αδελφής της, που υπεραγαπά. Σαν άνθρωπος είναι πολύ αυθόρμητη και αισιόδοξη. Αποφεύγει τους καβγάδες και τα κουτσομπολιά, ενώ την ενοχλεί πολύ η αχαριστία. Τα τελευταία χρόνια κάνει επιλεκτικές εμφανίσεις. Κάθε μία από αυτές όμως αποτελεί γεγονός για τα καλλιτεχνικά δρώμενα του τόπου μας. Είπαμε, είναι… διαμάντι.


ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ

2-3: Επάνω το 1981 και κάτω το 1985.
4: Μητροπάνος, Διαμάντη, Κανελλίδου και Μπίγαλης.
5: Με τον Γιάννη Κάραλη.
6: Respect... από τον Γιάννη Πλούταρχο.
7: Το εξώφυλλο του «Εχεις τρελάνει κόσμο».