Καλεσμένος στην εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι» με τη Σίσσυ Χρηστίδου βρέθηκε το πρωί του Σαββάτου ο Γιάννης Στάνκογλου, ο οποίος μίλησε με ειλικρίνεια για τη ζωή του, τον έρωτα και τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος.

Ο αγαπημένος ηθοποιός, που αυτόν τον καιρό προετοιμάζεται για την παράσταση Λόλα στο Θέατρο Παλλάς, έκανε έναν προσωπικό απολογισμό και αποκάλυψε πως εξακολουθεί να βλέπει τον έρωτα ως δύναμη ζωής.
«Καθόλου δεν έχει κλείσει το κεφάλαιο έρωτας. Ίσα ίσα είμαι πάρα πολύ ανοιχτός και μια χαρά, περνάω πολύ όμορφα. Μόνος από επιλογή νομίζω, δεν ξέρω, κάπου μπορεί να το είχα πει πριν 4-5 χρόνια, ίσως. Η αλήθεια είναι ότι περνάω πάρα πολύ όμορφα, ξέρεις, έτσι με τον τρόπο, με τον χρόνο με τον οποίο έχω. Γιατί έχω χρόνο και για μένα και για τα παιδιά μου και για τη δουλειά μου. Είναι κάτι το οποίο μου αρέσει και με βοηθάει. Μου δίνει λίγο περισσότερη ενέργεια, ας το πούμε έτσι, να αντέξω».

Ο ίδιος μίλησε και για το πώς αλλάζει ο έρωτας με την ηλικία:
«Ο έρωτας αλλάζει με την ηλικία σίγουρα. Πιστεύω ότι αλλάζει. Δηλαδή αν θα ερωτευτώ ή αν μου συμβαίνει κάτι τέτοιο, σίγουρα είναι διαφορετικό από αυτό το οποίο ζούσα στα 25 ή στα 30 ή στα 35. Σίγουρα. Δεν υπάρχει ψύχραιμος έρωτας, αλλά εσύ τον κάνεις ψύχραιμο. Γιατί ξέρεις τι είναι ο έρωτας».
Ο Γιάννης Στάνκογλου εξήγησε ότι ο πραγματικός έρωτας δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά:
«Το ‘χω πει δηλαδή, νομίζω ότι τόσες φορές ερωτευόμαστε. 3μισι άντε 4 το πολύ, νομίζω ότι λέω και πολύ, κατά τη γνώμη μου. Δεν ξέρω αν κάποιος έχει ερωτευτεί πέντε φορές, αλλά μιλάμε για τον πραγματικό έρωτα τώρα, όχι αυτό που ξέρεις, που λέμε τον ενθουσιασμό».
Και κατέληξε με ωριμότητα:
«Μεγαλώνοντας και έχοντας ζήσει τουλάχιστον εγώ αρκετά όμορφα με τον έρωτα, είμαι λίγο πιο… όχι επιφυλακτικός, αλλά ξέρω τι θέλω, κρίνω κιόλας εμένα τον ίδιο, πώς ήμουν τότε, πώς είμαι τώρα και προσπαθώ εκεί πέρα να βρω…».
Ο ηθοποιός αναφέρθηκε επίσης και στις φήμες που τον ήθελαν, μετά το διαζύγιό του, σε νέα σχέση με γνωστή παρουσιάστρια, τις οποίες είχε διαψεύσει δημόσια:
«Απάντησα γιατί κατάλαβα ότι θα εξελισσόταν με έναν τρόπο τον οποίο δεν θα μπορούσα να ορίσω εγώ. Έπρεπε να απαντήσω για να μη συμβεί τίποτα άλλο. Δεν θα με παίρνανε μετά από μία εβδομάδα για να απαντήσω κάτι στο οποίο δεν ισχύει».
