Ήταν ένας άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, πασίγνωστο όνομα στον καλλιτεχνικό χώρο, ήταν η αιτία που ο Γιώργος Μαρίνος έπεσε σε κατάθλιψη για πολλά χρόνια, αλλά και που εξανεμίστηκαν όλα τα χρήματα που με τόσο κόπο είχε βγάλει πάνω από μισό αιώνα στο σανίδι και στις μπουάτ.
- Από τον Νίκο Νικόλιζα
Αυτή ήταν, όπως θα αποκαλύψει σήμερα η «Espresso», η αρχή του τέλους του μεγαλύτερου σόουμαν της Ελλάδας, που έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή. Ο χαμός του 87χρονου Γιώργου Μαρίνου την περασμένη εβδομάδα γέμισε θλίψη όλους τους Έλληνες. Ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα «ιερά τέρατα» των Ελλήνων, καθώς για περισσότερα από πενήντα χρόνια γέμιζε χαρά τον κόσμο, όπου και αν εμφανιζόταν.

Αλλά και η συνειδητή επιλογή του να μιλήσει ανοιχτά για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις τη δεκαετία του 1970, καθώς και το θάρρος να φύγει από το επάγγελμά του όταν οι
επιχειρηματίες τού έστρωναν με χρυσάφι τον δρόμο στα κέντρα και στην τηλεόραση έκαναν τον κόσμο να τον λατρέψει ακόμα περισσότερο και να τον κάνει είδωλο.
Ουσιαστικά, η στάση ζωής του ήταν ό,τι πιο σημαντικό κατάφερε να αφήσει πίσω του αυτός ο μεγάλος και ολοκληρωμένος καλλιτέχνης.

Ο Γιώργος Μαρίνος ποτέ δεν έκανε υπερβολές στη ζωή του – ούτε πολλά ξενύχτια
ούτε άστατη ζωή. Μάζευε τα χρήματά του, γιατί, όπως έλεγε στους ελάχιστους
φίλους του, «είναι βαριά τα γηρατειά». Αναμφισβήτητα, για τρεις ολόκληρες δεκαετίες μαζί με τη Μαρινέλλα και τον Τόλη Βοσκόπουλο ήταν οι πιο ακριβοπληρωμένοι καλλιτέχνες. Άλλωστε, τα «έφερναν» στους επιχειρηματίες, αλλά και τα «έπαιρναν», όπως ακριβώς άξιζαν.

Τις τελευταίες ημέρες, μάλιστα, πλήθος δημοσιευμάτων στα σάιτ αναφέρεται στην αμύθητη περιουσία του, αλλά και στα πλούτη που θα έπρεπε να είχε ο σπουδαίος σόουμαν. Ωστόσο, τη δεκαετία του 2000, όταν η οικονομική κρίση ήταν προ των πυλών και ο Γιώργος έψαχνε ένα χέρι βοηθείας για να κρατηθεί, καθώς είχε εγκαταλείψει το επάγγελμά του, που για εκείνον ήταν πηγή ζωής, εμπιστεύτηκε τον λάθος άνθρωπο. Έναν άνθρωπο που πίστευε ότι θα τον βοηθήσει, έναν φίλο ζωής, καθώς μαζί πορεύτηκαν σε πολλές καλές και κακές στιγμές. Κάπως έτσι, του εμπιστεύτηκε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό με πολλά μηδενικά, με σκοπό να τα φυλάξει εκτός Ελλάδος και να επιστραφούν μόλις η κρίση θα κόπαζε.
Δεν είναι
τυχαίο ότι αρκετούς μήνες μετά, και ενώ ληστές είχαν εισβάλει στην υπέροχη βίλα
του στον Νέο Βουτζά, δεν βρήκαν απολύτως τίποτα από χρήματα, παρά μόνο τιμαλφή, τα οποία ήταν και τα τελευταία που είχε στην κατοχή του από τις ένδοξες εποχές που σάρωνε στα νυχτερινά κέντρα. Και ενώ ο καιρός περνούσε και ο Γιώργος Μαρίνος περίμενε σαν μάννα εξ ουρανού να επιστρέψει αυτός ο δικός του, πολύτιμος άνθρωπος από το εξωτερικό, τελικά δεν επέστρεψε ποτέ.
Ένα από εκείνα τα βράδια που ήταν βυθισμένος στην κατάθλιψη, απομονωμένος, ξεχασμένος και χωρίς χρήματα, στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ήταν μια παλιά του φίλη, με την οποία έκαναν πολλές εκπομπές στην ιδιωτική τηλεόραση, η Καίτη Γκρέυ.
Για ώρες μιλούσαν στο τηλέφωνο, με εκείνη να προσπαθεί να τον ηρεμήσει, όταν της
έλεγε το μεγάλο μυστικό. «Έμεινα μόνος και απένταρος» ήταν η φράση που αντηχούσε στα αυτιά της, ακόμα και τα τελευταία χρόνια της ζωής της. «Ποιος; Ο Μαρίνος, που θα μπορούσε να έχει τη μισή Αθήνα δική του» έλεγε στους φίλους της. Οταν μάλιστα του ζήτησε να κινηθεί νομικά και να πάει εκείνη μάρτυρας, η μεγαλοψυχία του δεν τον άφησε να κάνει καμιά κίνηση.
«Δεν θέλω σκάνδαλα. Δεν θέλω να κλείσω κανέναν φυλακή. Θα πουλήσω το σπίτι μου αυτό και θα έρθω να μείνω στο κέντρο» της είπε, δίνοντάς της ραντεβού για να βρεθούν από κοντά. Κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ, καθώς τον πρόλαβαν τα γεγονότα της ζωής.
