Το μπουζούκι ή, αλλιώς, το «πολυεργαλείο» της Μαρινέλλας, Δημήτρης Μαργιολάς, μιλά στην «Espresso» για τις ημέρες στο πλευρό της
Από τη Μαρία Ανδρέου
Σταθερή αξία στο μπουζούκι, δεξιοτέχνης από τους λίγους, για πάνω από 45 χρόνια στην πρώτη γραμμή στο ελληνικό πεντάγραμμο, ο μουσικός Δημήτρης Μαργιολάς ήταν ο σταθερός συνεργάτης της αξέχαστης και μοναδικής Μαρινέλλας τόσο τη δεκαετία του 1980 όσο και από το 2008 έως το 2023 σε συνεχόμενη βάση.
Η μουσική για τον δεξιοτέχνη του μπουζουκιού ήταν οικογενειακή υπόθεση. Ο πατέρας του Γιώργος υπήρξε βιρτουόζος στο βιολί, ο παππούς του μεγάλο ταλέντο στο κλαρίνο, ο θείος του μερακλής στο λαούτο, ενώ η μητέρα του η Σοφία τραγουδούσε υπέροχα.
Με καταγωγή από τη Νάξο και την Αμοργό, ο σεμνός και συνεπής στη δουλειά του Δημήτρης Μαργιολάς ενθουσίασε με το «καλημέρα σας» την υπέροχη αρχόντισσα της μουσικής σκηνής Μαρινέλλα, που τον έβαλε μεμιάς δίπλα της και τον καθιέρωσε για τα καλά στον κόσμο των μπουζουκιών και της μουσικής.
Ο ίδιος ξεκίνησε να παίζει μπουζούκι από τα γυμνασιακά του χρόνια και μετέπειτα η οικογένειά του, βλέποντας το φιλότιμο αλλά και τη μεγάλη αγάπη του για το μπουζούκι, τον έστειλε για ανώτερες θεωρητικές σπουδές στο Εθνικό Ωδείο.
Η Μαρινέλλα τον έλεγε «πολυεργαλείο» και «ελβετικό σουγιά», γιατί έπαιζε και μαντολίνο και λαούτο και τζουρά. Οταν έριχνε τις πενιές του, η Μαρινέλλα τού ψιθύριζε στο αυτί στην Αυστραλία «Α, ρε Δημήτρη, τώρα θα κάνεις τους Ελληνες να ανοίξουν τις σαμπάνιες» και πράγματι, οι σαμπάνιες έρρεαν, τα πανέρια με λουλούδια γέμιζαν τη σκηνή και οι ομογενείς στο Σίδνεϊ και στη Μελβούρνη αποθέωναν τη Μαρινέλλα και τον Δημήτρη Μαργιολά μέχρι το πρωί. Το μπουζούκι του «μύριζε» πατρίδα μαζί με τη φωνή της Μαρινέλλας.
Η «Espresso» μίλησε με τον εξαιρετικό καλλιτέχνη Δημήτρη Μαργιολά, μετά την κηδεία της Μαρινέλλας, όταν τα φώτα και τα πολλά λόγια «έσβησαν». Ο καλλιτέχνης έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί, αλλά στην καρδιά του έχει ιδιαίτερη θέση η Μαρινέλλα.

Κύριε Μαργιολά, πόσους καλλιτέχνες έχετε συνοδεύσει με το μπουζούκι σας;
Θα ξεκινήσω από τον Στέλιο Καζαντζίδη, που του είχα μεγάλη αδυναμία, τον Στράτο Διονυσίου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τη Χαρούλα Αλεξίου, τη Βίκυ Μοσχολιού, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τον Γιώργο Νταλάρα, την Ελένη Βιτάλη, την Αννα Βίσση, την Τάνια Τσανακλίδου, τη Γλυκερία, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Κώστα Μακεδόνα, τον Δημήτρη Μπάση, την Ελένη Τσαλιγοπούλου, την Ελευθερία Αρβανιτάκη, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, την Ελένη Δήμου.
Με τη Μαρινέλλα, όμως, «κολλήσατε».
Ναι. Την αγαπούσα και με αγαπούσε πολύ. Τη δεκαετία του 1980 συνεργαστήκαμε αλλεπάλληλα. Αλλά ουσιαστικά ήμουν το μπουζούκι της από το 2008 έως το 2023. Τη συνόδευσα σε όλες τις μεγάλες συναυλίες της σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, και μάλιστα πολλές φορές. Μόνο στην Αυστραλία πήγαμε μαζί τέσσερις φορές! Οι ομογενείς έπιναν νερό στο όνομά της, έκλαιγαν με αναφιλητά. Για τους Ελληνες της διασποράς η Μαρινέλλα ήταν η πατρίδα, της είχαν τεράστια λατρεία. Να βλέπεις τεράστια γήπεδα και να μην πέφτει «καρφίτσα». Συναυλιακοί χώροι να κάνουν αλλεπάλληλα sold out. Απίθανα πράγματα! Ουρές χιλιομέτρων.
Γιατί ταιριάξατε με τη Μαρινέλλα;
Γιατί ήταν τελειομανής και εγώ εργασιομανής. Αυτό θα θυμάμαι από εκείνη, το πόσο σεβόταν το κοινό της. Τα ήθελε όλα στην εντέλεια. Τη θυμάμαι να λέει στους εργάτες της σκηνής ότι η αυλαία δεν πέφτει ωραία, ότι δεν έχει χάρη η κουρτίνα όταν πέφτει. Η Μαρινέλλα μάς ήθελε όλους τους μουσικούς της «στην πένα», που λέμε, και τη θυμάμαι να σιδερώνει τα ρούχα της, να γυαλίζει τα παπούτσια της, όλα να είναι περιποιημένα, καθαρά. Ηταν τρομερή νοικοκυρά!

Πώς σας έκανε πρόταση συνεργασίας;
Είχε έρθει να με βρει και θυμάμαι να μου λέει: «Σε παρακολουθώ χρόνια, είσαι άριστος επαγγελματίας. Θέλω να με συνοδεύσεις στη μεγάλη μου συναυλία στην Αμερική και στον Καναδά». Και έτσι έγινε. Με ρώταγε για την οικογένειά μου, για το νησί μου, και θυμάμαι να της λέω ότι άκουγα μπουζούκι στο ραδιόφωνο από 5 χρονών και έπαιζα μετά λαούτο στις σχολικές εορτές.
Η Μαρινέλλα με ήξερε από τις συνεργασίες μου με τον Μητροπάνο και γνώριζε πόσο τον λάτρευα. Ετσι έμελλε να λατρέψω και εκείνη. Η Μαρινέλλα δεν ήταν μόνο υπέροχη τραγουδίστρια με κρυστάλλινη φωνή. Ηταν λαϊκή γυναίκα, έξυπνη, σοφή. Ναι, έγινε και κυρία και αρχόντισσα του τραγουδιού, με θεατρικές καταβολές και παιδεία, με κομψότητα στην κίνηση, στα κοστούμια της, στο μακιγιάζ, στα χτενίσματα. Αλλά, πέρα από όλα αυτά, η Μαρινέλλα δεν ήταν σνομπ.
Ηταν φιλική και ανθρώπινη με όσους δούλεψε. Ντίβα ήταν μόνο πάνω στη σκηνή. Οταν κατέβαινε από αυτήν θα σε έκανε να γελάσεις, είχε πολύ χιούμορ, θα σε ρωτούσε αν ήταν καλή ερμηνευτικά, αν τα πήγε καλά. Ποια; Η Μαρινέλλα! Με τη φωνή «διαμάντι». Αλλά ήταν οξυδερκής. Η Μαρινέλλα στο τραγούδι ήταν πάντα μαθήτρια. Ρωτούσε για να γίνει ακόμα καλύτερη.
Πώς ήταν, λοιπόν, εκτός δουλειάς η διάσημη Μαρινέλλα;
Πιο θερμή από ποτέ! Υστερα από κάθε συναυλία της, θα είχε τραπέζι με όλα τα φαγητά και τα γλυκά για τους μουσικούς της. Και του πουλιού το γάλα! Πήγαινα στο σπίτι της και της έλεγα «ήρθα για να δουλέψουμε ή για να φάμε;». «Μα εσύ» μου έλεγε «είσαι ο υπεύθυνος της ορχήστρας». Τα τραπέζια στο σπίτι της θα μου μείνουν αξέχαστα. Σπάνια γυναίκα, φιλόξενη, ήθελε να νιώσεις οικεία.
Ακόμη και στο στούντιο θα ερχόταν με γλυκά για τους ηχολήπτες, στις πρόβες τη θυμάμαι με τα τάπερ γεμάτα φαγητά για την ορχήστρα, τους φωτιστές, τους χορευτές. Για αυτό τη λέγαμε «μάνα» όλοι μας.
Η Μαρινέλλα ήταν άνθρωπος του Θεού, με εικόνες της στα καμαρίνια πάντα. Βαθιά θρησκευόμενη. Είχε μέχρι και ξωκλήσι στο σπίτι της με ωραίες αγιογραφίες. Για αυτό ήταν ταπεινή, απλή και δεν είχε έπαρση. Ελεγε ότι τη φωνή της την έδωσε ο Θεός για να την επιστρέψει στον κόσμο.
