Οι θρύλοι της πενιάς!

❱❱ Η χρυσή τετράδα των σπουδαίων καλλιτεχνών που ζωντάνεψαν σπάνια λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια, μόνο στην «Espresso»Από τον
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ

«Ενας αλήτης πέθανε», «Το βουνό», «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Οι βεργούλες», «Tη ζούλα μου ανακάλυψαν», «Προσευχή». Αυτά είναι μερικά από τα 40 αθάνατα ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια του διπλού -συλλεκτικού!- CD «Oι μάγκες της πενιάς», το οποίο κυκλοφορεί με την «Espresso» αυτού του Σαββατοκύριακου!

Ποιοι ερμηνεύουν αυτά τα υπέροχα κομμάτια; Μιλάμε για μια χρυσή τετράδα σπουδαίων λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο Λουκάς Νταράλας, ο Νίκος Γιουλάκης, ο Δημήτρης Ευσταθίου και ο Απόστολος Νικολαΐδης, οι οποίοι «ζωντάνεψαν», είτε με τη φωνή τους είτε με το μπουζούκι τους, στο πάλκο αλλά και στο βινίλιο, μια σπάνια… σοδειά από παλιότερα και νεότερα λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια (μάλιστα, μερικά από αυτά είναι και «απαγορευμένα» του είδους) στις δεκαετίες ’50, ’60 και ’70.

ntaralas2

Ο Λουκάς Νταράλας, πατέρας του Γιώργου Νταλάρα, που όμως δεν διατηρούσε μαζί του στενές σχέσεις, ήταν ένας κορυφαίος λαϊκός τραγουδιστής και εξαιρετικός μπουζουξής. Εζησε όλη του τη ζωή (1927-1977) ως αυθεντικός ρεμπέτης, περιπλανώμενος και ελεύθερος. Ανάμεσα στα τεράστια σουξέ του είναι το «Βουνό», σε δική του μουσική, και, φυσικά, τα κομμάτια «Ενας αλήτης πέθανε», «Το πλουσιόπαιδο» και «Μακριά μου να φύγεις». Ο Νταράλας είχε συνεργαστεί με πολλούς μεγάλους συνθέτες και τραγουδιστές (Βαμβακάρης, Χιώτης, Καζαντζίδης), αλλά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η καλλιτεχνική ανεξαρτησία του.
Προτιμούσε να περιδιαβαίνει στα πανηγύρια στη βόρεια Ελλάδα ή να δουλεύει στα καράβια που μετέφεραν τους Ελληνες μετανάστες στην ξενιτιά.

Ο Δημήτρης Ευσταθίου ή Μήτσος ή Μπαχαβιόλος ήταν μεταπολεμικός δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, τραγουδιστής και μεγάλος τραγουδοποιός του ρεμπέτικου! eystathioyΜπήκε στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού το 1947-1948 και εργάστηκε σε ταβέρνες της γειτονιάς με τον αδερφό του Σπύρο, αλλά και παρέα με τους γείτονες και φίλους του μπουζουξήδες Στέλιο Μακρυδάκη, Γιάννη Κοντογιάννη, τον πιτσιρικά τότε Σταματίου ή Σπόρο κ.ά. Επαιζε όλα τα έγχορδα (μπουζούκι, μπαγλαμάς, τζουράς κ.λπ.). Στη συνέχεια ανέβηκε στο πάλκο των ονομαστότερων κέντρων του είδους. Αρχισε να τραγουδάει σε δίσκους το 1950, ενώ ο ίδιος πρωτόγραψε τραγούδια το 1959. Υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος στο συγκρότημα του Τσιτσάνη! Εκτός από εκτελεστής μπουζουκιού, διετέλεσε και διευθυντής λαϊκής ορχήστρας στην Τριάνα του Χειλά.

Μαντολίνο και κιθάρα

Ο Απόστολος Νικολαΐδης, όταν ήταν έφηβος ακόμη, αγόρασε ένα μαντολίνο και μια κιθάρα, αλλά του τα έσπασαν οι γονείς του για να τον αποτρέψουν από τη μουσική. Στο πρώτο του, ερασιτεχνικό πάντα, ρεπερτόριο συμπεριλαμβάνονται γνωστές καντάδες και ελαφρά τραγούδια της δεκαετίας του ’50. Οταν όμως άκουσε τον Στέλιο Καζαντζίδη, έγινε φανατικός του ύφους και του είδους των τραγουδιών του και προσπάθησε να ενταχθεί στη «σχολή» του. Ωστόσο -αν και υπέγραψε συμβόλαιο με την Columbia- στην Ελλάδα δεν βρήκε αυτό που ήθελε ως καλλιτέχνης και ξενιτεύτηκε για πολλά χρόνια στην Αμερική. Εκεί διέπρεψε όχι μόνο κάνοντας ξεχωριστές εμφανίσεις σε μαγαζιά για τους Ελληνες ομογενείς, αλλά ηχογραφώντας τα λεγόμενα «μάγκικα τραγούδια» (απαγορευμένα και μη), με τους πρωτότυπους στίχους. Μιλάμε για μια εποχή (1967-1974) που αυτό το είδος της μουσικής λογοκρίθηκε στη χώρα μας από τη χούντα.

Το άλμπουμ του «Οταν καπνίζει ο λουλάς» (1973) πούλησε πάνω από 3.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Μόλις κυκλοφόρησε, οι Ελληνες του εξωτερικού -ακόμη και στην Ιαπωνία- έκαναν ουρές σε καταστήματα δίσκων για να το αγοράσουν! Να τονίσουμε ότι η ερμηνεία του (που χαρακτηρίζεται από ειδική εκφορά στα φωνήεντα και τα σύμφωνα) ανέδειξε με τον καλύτερο… μάγκικο τρόπο αυθεντικά ρεμπέτικα κομμάτια, όπως είναι τα «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Μάνα μου, το στήθος μου πονεί» «Τη ζούλα μου ανακάλυψαν», «Πέντε ποντικοί βαρβάτοι» κ.ά.

nikos gioylakis

Ο Νίκος Γιουλάκης -για τον οποίο δεν υπάρχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία- τραγούδησε παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια που με την ερμηνεία του απέκτησαν μια ιδιαίτερη αυθεντικότητα, κυρίως στις δεκαετίες του ’60 και ’70. Ο σεβασμός του απέναντι στις προσωπικότητες και στο έργο των παλιότερων συνθετών είναι αυτός που τον οδήγησε αργότερα να τραγουδήσει τα μάγκικα τραγούδια κι έτσι να γίνει ο γεφυροποιός που συνδέει τις εποχές Τούντα, Βαμβακάρη και Στράτου Παγιουτζή, με την εποχή του Στέλιου Καζαντζίδη και του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Δύο από τα κλασικά κομμάτια που έχει τραγουδήσει -και συμπεριλαμβάνονται στο διπλό CD «Οι μάγκες της πενιάς»- είναι το «Βαδίζω και παραμιλώ» του Γιάννη Παπαϊωάννου και η «Προσευχή» του Σπύρου Ζαγοραίου.

offer

{{-PCOUNT-}}13{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ