Στην αγκαλιά της θρυλικής Μπε Μπε!

❱❱ Ο ηθοποιός Ζανό Ντάνιας αποκαλύπτει το περιστατικό με την Μπαρντό στο ατελιέ του πατέρα του και θυμάται την πρεμιέρα του στο θέατρο 
❱❱ Η ατάκα της Ειρήνης Παππά που τον… προσγείωσε, οι ρόλοι στην τηλεόραση και τα show σε κρουαζιερόπλοια όταν τα βρήκε σκούραΑπό τον
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ

Ο γαλλοτραφής Ζανό Ντάνιας είναι ένας ταλαντούχος ηθοποιός χαμηλών τόνων και, παρότι βρίσκεται στον χώρο από παιδί, δεν κρύβει στην «Espresso» το παράπονό του ότι δεν αξιοποιήθηκε στο θέατρο και στην τηλεόραση όσο θα του άξιζε…

Μετά τη φετινή επιτυχία του στην παράσταση «Toc-Toc» ετοιμάζει για το καλοκαίρι την «Ελένη» του Ευριπίδη σε διασκευή του Γιάννη Βασιλειάδη. Η πρεμιέρα του έργου θα γίνει στις 25 Ιουνίου στην ταράτσα του χώρου Δέντρο art Roof στο Μοναστηράκι.

Πού γεννήθηκες;

Στο Παρίσι από Ελληνες γονείς, μετανάστες, που πήγαν εκεί μετά τον πόλεμο του ’40 λόγω φτώχειας στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ήταν ράφτης και έραβε για τους οίκους Ιβ Σεν Λοράν και Τεντ Λαπιντούς. Οταν ήμουν μωρό, είχαν έρθει στο ατελιέ του η Ζαν Μορό και η Μπριζίτ Μπαρντό και με πήραν αγκαλιά.

Εξ ου και το γαλλικό όνομά σου;

Ναι, είμαι βαφτισμένος Ιωάννης, αλλά έχω κι ένα δεύτερο όνομα, το Σωκράτης.

Τα παιδικά σου χρόνια πώς ήταν;

Ως παιδάκι, θυμάμαι τους γονείς μου να ράβουν συνέχεια, ενώ εγώ να είμαι κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να παρακολουθώ γαλλική τηλεόραση. Επίσης, θυμάμαι ότι μου άρεσε να κάνω πλάκες στους άλλους. Μεταμφιεζόμουν και τους έκανα να γελούν. Μάλιστα, απέναντι από το σπίτι μας ήταν ένα αστυνομικό τμήμα και οι αστυνομικοί με φώναζαν «petit, petit» («μικρέ, μικρέ») για να τους κάνω κάποια μίμηση. Συνήθως τον Ντε Γκολ, που τους άρεσε όπως τον μιμούμουν.

Βλέποντας τον πατέρα σου να ράβει, πώς δεν σου γεννήθηκε η επιθυμία να ασχοληθείς κι εσύ με τη ραπτική;

Οχι μόνο ο πατέρας μου, αλλά και η μητέρα μου ασχολιόταν με το ράψιμο. Τον βοηθούσε. Ομως εγώ το μίσησα το επάγγελμα αυτό γιατί έβλεπα συνέχεια τον πατέρα μου σκυμμένο να ράβει, ακόμη και τις Κυριακές και τις γιορτές. Παιδευόταν, κυριολεκτικά. Σκοπός των γονιών μου ήταν να μαζέψουν λεφτά και να χτίσουμε το σπίτι μας στο Ψυχικό, που έχουμε μέχρι σήμερα.

Μέχρι πότε έμεινες στο Παρίσι;

Μέχρι το 1960 που επιστρέψαμε στην Ελλάδα. Εγώ τότε ήμουν έξι χρόνων. Θα πρέπει να σου πω ότι δεν τα έπαιρνα τα γράμματα. Μάλιστα, από τότε είχα προβλέψει πως κάποια στιγμή θα βγουν τα κομπιούτερ και θα μας λύσουν τα χέρια πάνω στον τομέα των γνώσεων, και όχι μόνο. Αν ήταν να σπουδάσω κάτι, θα ήταν κομπιουτεράς, αλλά δεν χρειάστηκε γιατί από μικρός με κέρδισε το θέατρο, που τόσο πολύ το αγαπούσα.

Πότε ξεκίνησες να παίζεις;

Στη σκηνή πρωτοβγήκα στην… κοιλιά της μάνας μου, αφού στο Παρίσι, μαζί με τον μπαμπά μου, ασχολούνταν ερασιτεχνικά με το ελληνικό θέατρο για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Οπως να μαζέψουν χρήματα για τα παιδιά άπορων μεταναστών στη Γαλλία, με σκοπό αυτά να πάρουν το τρένο και να έρθουν στην Ελλάδα για να πάνε σε κάποια κατασκήνωση. Στα δεκάξι μου ξεκίνησα να παίζω με το παιδικό θέατρο τον Διονύση Χιόνη. Τότε έδωσα εξετάσεις στα εξαιρετικά ταλέντα -στην επιτροπή ήταν ο Κώστας Μουσούρης, η Ελένη Χατζηαργύρη και άλλα «ιερά τέρατα»- και πέρασα με ένα δικό μου αυτοσχεδιαστικό κείμενο, που έβγαλε πολύ γέλιο. Αμέσως μετά πήγα και στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη. Η πρώτη μου, ας το πούμε, επίσημη επαγγελματική εμφάνιση έγινε τη σεζόν 1971-1972 στο Θέατρο Αθηνών με τον θίασο Μυράτ – Ζουμπουλάκη και στο έργο «Ενα παράξενο τάμα», όπου υποδυόμουν ένα παπαδοπαίδι.

Και συνέχισες με επίσης ωραία θεατρικά έργα και πολύ καλούς θιάσους, όπως ήταν του Δημήτρη Ποταμίτη, της Τζένης Καρέζη, της Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Αλίκης Γεωργούλη κ.ά. Αλήθεια, πώς και δεν πήγες να δοκιμαστείς καλλιτεχνικά και στο Παρίσι όπου γεννήθηκες;

Πήγα. Το 1973 υπηρέτησα στον γαλλικό στρατό και, όταν απολύθηκα, έμεινα στη Γαλλία, όπου για έξι μήνες σπούδασα παντομίμα με τον Μαρσέλ Μαρσό. Στη συνέχεια πήγα στο πανεπιστήμιο Βενσέν για να σπουδάσω θέατρο, αλλά δεν με κράτησε το Παρίσι. Ισως γιατί ζούσα μίζερα σε ένα μικρό δωματιάκι κι από την άλλη η μάνα μου μού έλεγε συνέχεια: «Παιδί μου, γύρνα πίσω». Εκεί συνάντησα και την Ειρήνη Παππά και με προσγείωσε. «Οι Γάλλοι είναι ρατσιστές και δεν πρόκειται να παίξεις κάτι άλλο εκτός από ρόλους ξένων. Δεν βλέπεις ότι κι εγώ παίζω μόνο Ισπανίδες, Αργεντίνες» μου είπε… Αλλά δεν το μετάνιωσα που γύρισα στην Ελλάδα.

Παράλληλα με το θέατρο έπαιξες και στην ελληνική τηλεόραση. Ενας από τους ρόλους σου που έχει αφήσει ιστορία είναι αυτός του «Γάλλου Ζεράρ» στους θρυλικούς «Απαράδεκτους».

Ναι, αλλά πριν από τους «Απαράδεκτους», στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ακόμη ήταν σε άνθηση η ΕΡΤ, έπαιξα -χάρη στον Γιώργο Κατσαρό που με σύστησε- σε μια πολύ αγαπημένη παιδική σειρά της ΕΤ2, τον «Πατατούφ», όπου υποδυόμουν τον «Τσαφ -Τσουφ». Για να καταλάβεις πόσο σουξέ είχε αυτή η σειρά, θα σου πω ότι την ίδια εποχή γέμιζα τους κινηματογράφους, όπου έπαιζα παιδικές παραστάσεις, με 2.500 κόσμο.

Πότε συνάντησες μεγάλη δυσκολία στη δουλειά σου;

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα βρήκα σκούρα, αλλά, ευτυχώς, είχα έναν ξάδερφο που δούλευε σε κρουαζιερόπλοια και με σύστησε για να κάνω σόου εν πλω για τουρίστες. Δούλεψα για δεκατέσσερα χρόνια στο κρουαζιερόπλοιο και με είδαν περισσότεροι από 1.500.000 τουρίστες! Μεγάλο σουξέ είχαν οι μιμήσεις μου ως Ντέμης Ρούσσος και Νάνα Μούσχουρη, αλλά και ως γάτα που νιαουρίζει σε δέκα διαφορετικές γλώσσες. Σε αυτή τη δουλειά απέκτησα και πολλά ένσημα και ορθοπόδησα επαγγελματικά, αλλά πάντα μου έλειπε το θεατρικό σανίδι.

Μια άσχημη στιγμή που θυμάσαι;

Το 1987 ετοιμαζόμαστε να παίξουμε με τη Μαρία Αλιφέρη στη «Μαντάμ Ορτάνς» στο Rex και το θέατρο καταστράφηκε από πυρκαγιά. Κάηκαν και προσωπικά μου αντικείμενα στο καμαρίνι μου.

Σου έβαλαν… πεπονόφλουδες στην καριέρα σου;

Δεν έπαιξα στην επιθεώρηση όσο θα ήθελα. Κάποια στιγμή μού αποκάλυψε ο Φώτης Μεταξόπουλος πως δεν με έπαιρναν σε επιθεωρήσεις γιατί προηγούνταν άλλοι για τους μεγάλους ρόλους. «Δεν μου πάει η καρδιά να σε βάλω να λες ατάκες…» μου είπε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, καλύτερα που δεν έπαιξα επιθεώρηση γιατί ως είδος, στη δεκαετία του ’80 που θα έπαιζα εγώ, είχε ξεφτίσει και ήταν πολύ κιτσάτο… Ευτυχώς που δεν συνδέθηκα μαζί της!

Πιστεύεις πως έχεις αξιοποιηθεί στο θέατρο και στην τηλεόραση όσο θα σου άξιζε;

Εννοείται πως όχι! Για να καταλάβεις, στην τηλεόραση έχω να εμφανιστώ από το 1995 όταν έπαιζα στη σειρά «Ελλη και Αννα» με τις Νόρα Βαλσάμη και Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Πάντως, δεν κρατάω κακία σε κανέναν. Είμαι ευτυχισμένος που φέτος έκανα ένα εντυπωσιακό comeback στο θέατρο.

Παίζεις στο Ηβη, στην παράσταση «Toc-Toc», όπου υποδύεσαι έναν Ελληνογάλλο, ο οποίος πάσχει από το ψυχολογικό σύνδρομο Ζιλ ντε λα Τουρέτ και βρίζει και γαβγίζει χωρίς να το ελέγχει. Στη ζωή σου έτυχε ποτέ να αντιμετωπίσεις κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα;

Οχι, αν και έχω ένα τικ που με πιάνει μερικές φορές από αμηχανία. Ακουμπάω τον καρπό του χεριού μου στο μέτωπο και μετά τον… μυρίζω (γέλια). Αλλωστε, όπως λέω κι εγώ -κατά το «ουδείς αναμάρτητος»-, ουδείς… ανε-τίκ-τατος!

Το 1989 παντρεύτηκες με τη Μαρία, μια Τζαμαϊκανή, και έχεις αποκτήσει μαζί της μια κόρη, την Ξένια, που ακολουθεί τα χνάρια σου…

Ναι, αλλά από τον πρώτο γάμο μου, το 1979, με την ηθοποιό Κατερίνα Ταρλή έχω ακόμη μια κόρη κι έναν γιο. Από την πρώτη κόρη μου έχω, μάλιστα, και δύο εγγόνες, που φαίνεται κι αυτές πως έχουν καλλιτεχνικές κλίσεις.

{{-PCOUNT-}}37{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ