Η Μαίρη Λίντα αποχαιρετά με πόνο τον δικό της Μίκη!

Το φευγιό του Μίκη Θεοδωράκη σηματοδοτεί αναμφισβήτητα το τέλος μιας ολόκληρης εποχής γεμάτης με αγώνες και επαναστατικά τραγούδια. Από ερμηνευτικής πλευράς, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Μίκη Θεοδωράκη είναι συνδεδεμένο με τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαρίας Φαραντούρη. Oμως, ο μέγιστος δημιουργός είχε την τύχη ν’ ακούσει τις μελωδίες του και από άλλες σημαντικότατες φωνές και ειδικά στο ξεκίνημα της καριέρας του, το οποίο έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την εδραίωσή του στη συνείδηση του λαού.

  • Από τον
    Νίκο Νικόλιζα

Η Μαίρη Λίντα είναι μία από αυτές, με 24 μουσικά «διαμάντια». Μούσα του Μανώλη Χιώτη, που τον ενέπνευσε σε πολλά τραγούδια, και έχοντας πίσω της μια πολύ επιτυχημένη πορεία, η Μαίρη Λίντα κλήθηκε να βοηθήσει στο ανέβασμα του τότε νέου συνθέτη, ερμηνεύοντας κάποια από τα πρώτα έργα του ως η βασική γυναικεία φωνή του. Και έτσι, ο Μίκης δίνει στη Μαίρη Λίντα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 τρία ολοκληρωμένα έργα του. Ο λόγος για τα θρυλικά «Επιτάφιος», «Πολιτεία» και «Αρχιπέλαγος», αλλά και άλλα τραγούδια που έγιναν τεράστιες επιτυχίες με την πρώτη εκτέλεση της Μαίρης Λίντα.

f1 Με τη Μαίρη Λίντα
Η Μαίρη Λίντα με τον Μίκη Θεοδωράκη στις αρχές της δεκαετίας του ’60

Η «Espresso» βρήκε τη μεγάλη ερμηνεύτρια στο Γηροκομείο Αθηνών, όπου φιλοξενείται. Η ίδια, με μεγάλο πόνο ψυχής, μέσα από την εφημερίδα αποχαιρετά τον δικό της Μίκη, τον άνθρωπο που ένωσαν τις δυνάμεις τους και η μουσική τους συνύπαρξη αποτελεί πλέον ιστορικό ντοκουμέντο για την Ελλάδα του σήμερα και του αύριο.

«Ήταν πρωτοποριακό»

«Με τον Μίκη μάς συνδέουν στιγμές μοναδικές. Στιγμές που αν έγραφα κάποιο βιβλίο θα έπρεπε να κατέχει το 1/3 αυτού. Θυμάμαι, ήμουν ήδη με τον Χιώτη, έχουμε κάνει μεγάλες επιτυχίες και μας καλεί ο Μίκης να ερμηνεύσουμε μερικά τραγούδια από τον δίσκο του “Επιτάφιος”. Ήταν κάτι πολύ πρωτοποριακό για την εποχή μας. Ο Μίκης με τη συνεργασία αυτή θα έβαζε το μπουζούκι του Χιώτη σε άλλες διαδρομές, αλλά και ο Μίκης θα έμπαινε με τη βοήθεια του Χιώτη σε άλλα μονοπάτια. Ήταν μια συνύπαρξη γεμάτη καλές στιγμές. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι η συνύπαρξη αυτή γράφεται στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Το καταλάβαμε όλοι πολύ αργότερα, όταν στις φτωχογειτονιές άρχισαν να τραγουδιούνται αυτά τα τραγούδια, ενώ παράλληλα η “φλόγα” των τραγουδιών αυτών τραγουδιόταν και στα μεγάλα σαλόνια».

Η Μαίρη Λίντα αρκετές φορές κατά την περιγραφή της -πάντα χαμογελαστή- πίνει λίγο νεράκι, κομπιάζει και προσπαθεί να θυμηθεί τις ιστορικές εκείνες στιγμές. «Τι να πρωτοθυμηθώ από τον Μίκη. Υπέροχος σαν άνθρωπος και ογκόλιθος σαν καλλιτέχνης. Γλυκύτατος. Θυμάμαι και τον Χιώτη που όταν μιλούσε για τον Μίκη έβλεπες το δέος που είχε στο πρόσωπό του. Τον σεβόταν απόλυτα» λέει η μεγάλη ερμηνεύτρια που συνδέθηκε απόλυτα με τρεις ιστορικές δισκογραφικές δουλειές με τον παγκόσμιο μουσικό δημιουργό. Για την ιστορία να πούμε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης μπαίνει δυναμικά στα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας μας το 1960, όταν παρουσιάζει τον «Επιτάφιο», σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται μελοποίηση του ποιητικού έργου και με την ενορχηστρωτική επιμέλεια του Μάνου Χατζιδάκι κυκλοφορεί με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη.

Ωστόσο, ο συνθέτης ακούγοντάς το διαπιστώνει ότι δεν διαθέτει τη δυναμική που χρειαζόταν, ώστε να φτάσει κοντά στον απλό λαό και να τον αγγίξει. Έτσι, αποφασίζει να τον ηχογραφήσει σε πιο λαϊκή εκδοχή, με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι και ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

f3
Ο συνθέτης με τον Μανώλη Χιώτη (αριστερά) και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση

Ωστόσο, έναν μήνα αργότερα παρουσιάζει μια διαφορετική μουσική προσέγγιση του «Επιταφίου». Τον ενορχηστρώνει με βάση πνευστά κι έγχορδα όργανα (βιολί, τσέλο κ.λπ.), κάνοντάς τον πιο «κλασικό», αλλά ο Χιώτης παραμένει ως σολίστ του μπουζουκιού και τον ερμηνεύει η Μαίρη Λίντα. Ποιος δεν έχει τραγουδήσει το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», «Πού πέταξε τ’ αγόρι μου», «Στο παραθύρι στεκόσουν» και τα υπόλοιπα αριστουργήματα, τα οποία θα περάσουν με πιο μελωδικό τρόπο σε όλα τα σπίτια της Ελλάδας.

«Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια, αλλά το “Μέρα Μαγιού” είναι και από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια. Εκεί, νομίζω έδωσα το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής μου. Θυμάμαι όταν το είπα στο μικρόφωνο του στούντιο, βγαίνει ο Μίκης και φωνάζει “ναι, αυτό είναι. Αυτό θέλω”. Ο Μίκης πάντα χαιρόταν σαν μικρό παιδί όταν τελείωνε μια φωνογράφηση και του άρεσε» τονίζει η Μαίρη Λίντα, η οποία πληροφορήθηκε τον θάνατο του Μίκη από την κόρη της. «Νιώθω ένα μεγάλο κενό για τον Μίκη, γιατί ήταν ο άνθρωπος που έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στην καριέρα μου. Επίσης τα τραγούδια του Μίκη που ερμήνευσα είναι τόσο μεγάλα, τόσο διαχρονικά, που οφείλω να πω ότι του χρωστάω και ένα μέρος της καριέρας μου».

Προς τα τέλη της ίδιας χρονιάς, ο κορυφαίος δημιουργός θα δώσει άλλα δύο τραγούδια στη σπουδαία ερμηνεύτρια πάνω σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Είναι η «Μυρτιά» και το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου». Και ενώ το 1960 ο Μίκης με τον «Επιτάφιό» του έχει ήδη γίνει μεγάλο όνομα σε όλους τους κύκλους, μελοποιώντας μεγάλους ποιητές, στις αρχές του 1961, θα ετοιμάσει δύο νέους κύκλους λαϊκών τραγουδιών, το «Αρχιπέλαγος» και την «Πολιτεία», που παρουσιάστηκαν στις θρυλικές πλέον συναυλίες στο θέατρο Κεντρικόν, τον Μάρτιο του ’61.

Το «Αρχιπέλαγος» ηχογραφείται ταυτόχρονα τόσο με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση όσο και με τη Μαίρη Λίντα, η οποία όμως λέει μόνον εννιά τραγούδια και για να κλείσει η «δεκάδα» προστίθεται και η ήδη πασίγνωστη «Μυρτιά».

«Όταν μου έδωσε τη “Μυρτιά” μού είπε: αυτό το τραγούδι θέλω να το πεις καλύτερα απ’ όλα. Παραξενεύτηκα γιατί δεν ήξερα γιατί μου το έλεγε αυτό. Γυρίζει και μου λέει: “είναι γραμμένο για τη σύζυγό μου, τη Μυρτώ. Είναι τα πάντα για μένα”. Τότε τον Μίκη ειλικρινά τον λάτρεψα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μιλούσε πάντα για την οικογένειά του και τα μάτια του βούρκωναν. Υπέροχος ως συνθέτης, αλλά υπέροχος και ως οικογενειάρχης. Πόσες φορές μάς έκανε το τραπέζι και πόσες άλλες καθόμασταν με τις ώρες, εγώ, ο Μίκης και ο Χιώτης, να μιλάμε για ιστορίες του μπουζουκιού και πώς τα τραγούδια γίνονται μεγάλα μέσα από τα στόματα των απλών ανθρώπων. Φιλοσοφημένος άνθρωπος» μας λέει συγκινημένη.

Κι έτσι, η Μαίρη Λίντα σιγά σιγά γίνεται μια από τις κορυφαίες μούσες του μεγάλου δημιουργού. Όσο για τους τίτλους των κομματιών που της έδωσε: «Μαργαρίτα Μαργαρώ», «Σε πότισα ροδόσταμο», «Ροδιά τετράκλωνη», «Είχα φυτέψει μια καρδιά» κ.ά., πάντα με τη συνοδεία του μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη…

Τον Ιούλιο του 1961 διεξάγεται το τρίτο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ, στον Ιππόδρομο Φαλήρου. Είναι η τελευταία ανάλογη διοργάνωση που γίνεται στην Αθήνα. Τότε ένα από τα μεγάλα φαβορί της βραδιάς είναι και πάλι ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος είχε κερδίσει και τα προηγούμενα δύο πρώτα βραβεία. Ωστόσο, ο Μίκης Θεοδωράκης ανακηρύσσεται νικητής με την πασίγνωστη «Απαγωγή», που ερμηνεύει με ανεπανάληπτο τρόπο η Μαίρη Λίντα, με το μπουζούκι του Χιώτη να κελαηδάει για άλλη μια φορά. Παράλληλα, η σπουδαία ερμηνεύτρια θα ηχογραφήσει και δύο κομμάτια από την «Πολιτεία», τα οποία όμως ακούστηκαν και αγαπήθηκαν με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση: τη «Δραπετσώνα» και «Μάνα μου και Παναγιά». «Είχα τόσα πολλά τραγούδια πει του Μίκη, που η “Δραπετσώνα” που είπε ο Γρηγόρης δεν θα μπορούσε να ερμηνευτεί καλύτερα από κανέναν μας. Αυτό το τραγούδι έχει τη σφραγίδα του σερ» μας λέει και χαμογελάει.

f2 theodorakis 017
Ο Θεοδωράκης (κρατώντας μουσικό βραβείο) ανάμεσα στη Μαίρη Λίντα και στον Μάνο Χατζιδάκι

Η θρυλική παράσταση

Το 1963 η Μαίρη Λίντα με τον Μανώλη Χιώτη και τη συνεργασία τους με τον Μίκη Θεοδωράκη έχουν ήδη περάσει σε μια άλλη φάση της καλλιτεχνικής τους οντότητας. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς στο θέατρο Παρκ, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, η επιθεώρηση «Μαγική πόλη», με τη συνεργασία του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, γράφει άλλη μια χρυσή σελίδα της μουσικής μας ιστορίας. Όμως, είναι η εποχή που ο Μίκης θ’ αρρωστήσει βαριά και θα εισαχθεί στο νοσοκομείο.

Η θρυλική παράσταση θ’ αρχίσει να «πέφτει» εμπορικά και ο ίδιος αποφάσισε να ζητήσει τη συνδρομή των ζευγαριών Καζαντζίδη – Μαρινέλλας και Χιώτη – Λίντα για να σώσουν την κατάσταση. Έτσι και έγινε. Η εμφάνιση των δύο ζευγαριών γίνεται θρυλική, με τη Μαίρη Λίντα να γράφει νέα ιστορία, τραγουδώντας μοναδικά την πασίγνωστη «Μαργαρίτα Μαγιοπούλα», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη. Μέχρι τότε, το τραγούδι ακουγόταν από την Κλειώ Δενάρδου. Την ίδια χρονιά θα ηχογραφήσει και το 24ο και τελευταίο τραγούδι της καριέρας της σε μουσική Θεοδωράκη. Είναι το «Δεληβοριά-Δεληβοριά» σε στίχους του ίδιου. Δεν είχε όμως καμιά επιτυχία.

Περίπου 20 χρόνια μετά, δηλαδή το 1984, τα 16 από τα 24 κομμάτια της συνεργασίας του Μίκη Θεοδωράκη με τη Μαίρη Λίντα θα κυκλοφορήσουν σ’ έναν δίσκο βινυλίου, με τίτλο «Η Μαίρη Λίντα τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη». «Δυστυχώς με τον Μίκη είχαμε αρκετά χρόνια να βρεθούμε.

Ο καθένας είχε τα προβλήματά του, αλλά πάντα θα τον ευγνωμονώ για τα τραγούδια που μου έδωσε. Αν δεν κάνω λάθος, τελευταία φορά βρεθήκαμε με τον Μίκη στο Μέγαρο Μουσικής. Όμως η καρδιά, το μυαλό μου θα είναι πάντα κοντά του. Αντίο, γλυκέ μου Μίκη».

{{-PCOUNT-}}21{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ