Με πορεία δεκαετιών στο θέατρο και στην τηλεόραση, ο Θάνος Καληώρας ανήκει στους ηθοποιούς που δεν χρειάζονται συστάσεις. Κάθε του εμφάνιση κουβαλά εμπειρία, πειθαρχία και μια βαθιά αγάπη για την τέχνη της υποκριτικής.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια

Με αφορμή τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στον «Τέλειο φόνο», το αστυνομικό θρίλερ του Φρέντερικ Νοτ, που έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσα από την κινηματογραφική μεταφορά του Αλφρεντ Χίτσκοκ «Dial M for Murder» και ανεβαίνει φέτος στο Θέατρο Eliart, ο σπουδαίος ηθοποιός ανοίγει την καρδιά και τη σκέψη του σε μια συνέντευξη ζωής στην «Espresso». Μιλά για το θέατρο ως καταφύγιο, για τις επιλογές του, για την οικογένεια, την απώλεια, αλλά και για εκείνη την εσωτερική φλόγα, που παραμένει άσβεστη όσο υπάρχει δημιουργία.

Τι ήταν αυτό που σας κέντρισε το ενδιαφέρον, όταν σας προτάθηκε ο ρόλος του Τόνι Γουέντις στον «Τέλειο φόνο»;
Καταρχάς, το έργο. Οταν μου είπε ο σκηνοθέτης Γιώργος Φρατζεσκάκης ότι πρόκειται για θεατρική μεταφορά της ταινίας του Χίτσκοκ, με δελέασε αμέσως. Η αρχική μου σκέψη ήταν ότι θα πρέπει να είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον. Δεν είχα δει την ταινία, κάθισα και την είδα για να πάρω μια ιδέα και να σχηματίσω άποψη, και ενθουσιάστηκα. Ηταν ένα δύσκολο εγχείρημα, γιατί πρόκειται για έναν ρόλο-ραχοκοκαλιά στο σύνολο του θεατρικού έργου, από την αρχή έως το τέλος. Οφείλω να ομολογήσω ότι αρχικά δίστασα λίγο, λόγω του μεγάλου βάρους που έχει ο χαρακτήρας, όμως το εγχείρημα ήταν τόσο ενδιαφέρον, που αποφάσισα να το κάνω. Ξέρετε, είναι μεγάλη υπόθεση για έναν ηθοποιό να του αρέσει τόσο πολύ αυτό που κάνει. Πολλές φορές δεχόμαστε προτάσεις που ίσως να μη μας ικανοποιούν απόλυτα, όμως η συγκεκριμένη πρόταση, πραγματικά, με ενθουσίασε.

Ο ήρωάς σας κινείται ανάμεσα στη γοητεία και τη σκοτεινή ηθική. Εντοπίσατε καθόλου δικά σας στοιχεία «ψάχνοντας» τον χαρακτήρα του;
Οχι, ευτυχώς (γέλια). Πρόκειται για έναν χαρακτήρα πολύπλοκο, δύσκολο και αδίστακτο. Είναι επίσης οργανωτικός, γι’ αυτό οργανώνει κάποια πράγματα που δεν είναι καθόλου ιδανικά για τη γυναίκα του. Μιλάμε για ένα αστυνομικό θρίλερ με πολύ υψηλή ένταση, γεμάτο αγωνία και ανατροπές. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και το τέλειο έγκλημα αποδεικνύεται επικίνδυνα ανθρώπινο. Μόνο ένα δόλιο μυαλό θα μπορούσε να σκεφτεί όλα όσα κάνει ο Τόνι Γουέντις. Κυκλοφορούν, βέβαια, πολλά δόλια μυαλά στην εποχή μας, αλλά για την εποχή στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία νομίζω ότι αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Μιλάμε για έναν καθαρά κακό άνθρωπο ή παρασύρεται από τις επιλογές του;
Εκδικητικό θα τον χαρακτήριζα περισσότερο. Πληγώνεται ως άντρας από την απιστία της γυναίκας του και, θέλοντας να την εκδικηθεί και να πάρει την περιουσία της, φτάνει στο σημείο να κάνει όλα όσα κάνει.
Υπάρχει σήμερα αυτό που λέμε «τέλειο έγκλημα»;
Στο παρελθόν, που δεν υπήρχαν τόσο εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, ίσως θα μπορούσε να υπάρξει. Σήμερα όμως τα μέσα που χρησιμοποιούν οι Αρχές είναι τόσο προηγμένα, που δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από την τσιμπίδα του νόμου. Εδώ ανασύρουν «παγωμένες» υποθέσεις ετών και τις λύνουν. Κάθε φορά μού κάνει εντύπωση πώς με τα αποτυπώματα, το DNA και άλλα μέσα φτάνουν σε θετικά αποτελέσματα. Και αυτό είναι βέβαια πολύ καλό, γιατί έτσι εντοπίζονται οι ένοχοι. Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει γίνει πολύ επικίνδυνη από όλες τις πλευρές, τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα.

Το θέατρο παραμένει ένα καλλιτεχνικό καταφύγιο για εσάς; Είναι πάντα η μεγάλη σας αγάπη ή υπήρξαν στιγμές που ήρθε σε κόντρα με την τηλεόραση;
Είναι ακριβώς όπως το είπατε: καταφύγιο. Δεν υπήρξε ποτέ σύγκριση με την τηλεόραση για μένα. Το θέατρο είναι μια μεγάλη αγάπη. Είναι μια σπουδή από το Εθνικό, όπου τελείωσα και γαλουχήθηκα με πολύ σπουδαίους δασκάλους και πήρα εφόδια για την πορεία μου. Το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Ο θεατής βλέπει τον ηθοποιό επί σκηνής, τον κρίνει, παρακολουθεί τις εκφράσεις, τις κινήσεις του, όλο τον σχεδιασμό του ρόλου. Στην τηλεόραση λόγω των γυρισμάτων μπορείς να διορθώσεις πράγματα. Στο θέατρο όμως «ξεγυμνώνεσαι» πάνω στο σανίδι. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί κάθε φορά πρέπει να αποδεικνύεις την αξία σου, ακόμα και έπειτα από πολλά χρόνια.
Το θεατρικό κοινό έχει αλλάξει και πώς από τότε που αρχίσατε την πορεία σας έως σήμερα;
Ναι, έχει αλλάξει. Παρατηρώ ότι έρχονται πολλοί νέοι στο θέατρο. Στην παράστασή μας, στο θέατρο Eliart, έρχεται πολύ νεανικό κοινό. Υπάρχουν πλέον πολλά θέατρα και εκτός κέντρου, κι ο κόσμος επιλέγει παραστάσεις με βάση το περιεχόμενο και το έργο, όχι μόνο τα μεγάλα ονόματα.

Η τηλεόραση σας χάρισε μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Ηταν πάντοτε καλές οι συνεργασίες σας ή είχατε και δύσκολες;
Δεν θα έλεγα ότι είχα δύσκολες συνεργασίες. Ξεκίνησα μέσα από το «Θέατρο της Δευτέρας» και συνέχισα τόσο στα κρατικά κανάλια όσο και αργότερα στην ιδιωτική τηλεόραση, συμμετέχοντας σε πολύ ωραίες δουλειές. Πάντα επέλεγα πράγματα που με ενδιέφεραν. Μικροπράγματα μπορεί να συμβούν παντού, αλλά μεγάλες συγκρούσεις δεν είχα ποτέ. Θέλω ηρεμία και ασφάλεια στη δουλειά μου για να μπορώ να έχω και πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Στο παρελθόν είχατε μιλήσει περί «ρατσισμού» απέναντι σε ηθοποιούς της τηλεόρασης. Πιστεύετε ότι έχει αλλάξει αυτό;
Υπήρχε αυτό, ναι. Νομίζω, όμως, ότι πλέον έχει εκλείψει. Βλέπουμε πια και ανθρώπους του θεάτρου να μπαίνουν ενεργά στην τηλεόραση και πολύ σωστά κάνουν. Οι αξίες πρέπει να φαίνονται.
Σας φόβισε ποτέ η ταύτιση με έναν τηλεοπτικό ρόλο; Για παράδειγμα, πολύς κόσμος σάς θυμάται από το «Καλημέρα Ζωή», μια σειρά που έκανε «τρελή» τηλεθέαση.
Ηταν η αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης τότε και η δυναμική της σειράς τεράστια, κάτι πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Σίγουρα, ο κόσμος ταυτίζεται με κάποιους ρόλους, αλλά εγώ έκανα πάντα παράλληλα και πολύ θέατρο, ενώ έπαιξα και σε άλλες επιτυχημένες τηλεοπτικές δουλειές στη συνέχεια.

Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι ταυτίστηκα, δηλαδή, με το συγκεκριμένο σίριαλ. Προϋπήρχα τηλεοπτικά του «Καλημέρα Ζωή». Απλώς, κάποιες φορές η δυναμική της τηλεόρασης είναι τέτοια που σε φέρνει στην επικαιρότητα. Τώρα πια είναι τόσες πολλές κι οι επιλογές και τόσα τα κανάλια, που μοιράζεται και η «πίτα».
Με τα social media ποια είναι η σχέση σας;
Δεν είμαι ιδιαίτερα ενεργός. Προβάλλω μόνο θέματα δουλειάς. Δεν θέλω να εξαρτώμαι από το κινητό. Βλέπω νέους ανθρώπους να βρίσκονται μαζί σε μαγαζιά, να μη μιλούν μεταξύ τους και να είναι αφοσιωμένοι μπροστά σε μια οθόνη, και αυτό με στενοχωρεί.

Το ξέρατε από μικρός ότι η υποκριτική θα ήταν μονόδρομος για εσάς;
Από μικρός είχα έφεση στα καλλιτεχνικά, μου άρεσε να τραγουδώ, να βρίσκομαι στην εκκλησία και να ψέλνω. Στα γυμνασιακά μου χρόνια οι καθηγητές μου διέκριναν την αγάπη μου για το θέατρο και με παρότρυναν να ασχοληθώ περισσότερο. Συμμετείχα σε παραστάσεις, απήγγελλα ποιήματα και ήμουν μέλος χορωδιών. Αυτή η παρότρυνση των καθηγητών μου, σε συνδυασμό με την αγάπη που ένιωθα για το θέατρο, υπήρξε καθοριστική για να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή, που θα σας εμπιστευτώ, ήταν όταν επισκέφτηκα πρώτη φορά το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, κοντά στη Δράμα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Εκεί μαζί με κάποιους συμμαθητές μου διαβάσαμε αποσπάσματα αρχαίας τραγωδίας, που κάναμε τότε στο σχολείο. Εκείνη η εμπειρία ήταν για μένα τεράστιο ερέθισμα. Μπαίνοντας στο θέατρο των Φιλίππων μαγεύτηκα. Λίγο καιρό μετά κατέβηκα στην Αθήνα για να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο και στη συνέχεια να υπηρετήσω τόσο το ίδιο το Εθνικό όσο και την Επίδαυρο, το Ηρώδειο κι όλους αυτούς τους μεγάλους θεατρικούς χώρους.

Υπήρξαν στιγμές αμφιβολίας ή κόπωσης στη διάρκεια της πορείας που σας έβαλαν τη σκέψη να απομακρυνθείτε από το επάγγελμα;
Ποτέ. Εχω το ίδιο πάθος και την ίδια αγάπη, όπως στην αρχή. Γι’ αυτό και η χαρά μου είναι πολύ μεγάλη, όταν πηγαίνω στο θέατρο να παίξω. Ποτέ δεν βαρέθηκα ούτε κουράστηκα ούτε επαναπαύτηκα στη δουλειά μου. Το αποζητώ αυτό το πράγμα, γιατί αυτό μου δίνει ενέργεια, μου δίνει ζωή.
Ποια είναι η σχέση σας με την εικόνα σας; Είναι γεγονός ότι φαίνεστε πολύ νεότερος.
Δεν κάνω κάτι ιδιαίτερο (γελάει). Ισως είναι το γονίδιο. Βέβαια, φροντίζω τον εαυτό μου. Γυμνάζομαι, προσέχω τη διατροφή μου, δεν καπνίζω, δεν πίνω…
Τι σας δίδαξε η πατρότητα και τι η εμπειρία του παππού, που ακολούθησε;
Οταν γεννήθηκε ο γιος μου, πήρα τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Το μεγάλωμα ενός παιδιού είναι φιλοσοφία ζωής. Πάντα ήμουν κοντά στον γιο μου, γι’ αυτό έχω και τη σχέση που έχω μαζί του έως σήμερα. Τώρα με την εγγονή μου, τη μικρή Τζεσούλα, τα ξαναζώ όλα αυτά με ακόμη μεγαλύτερη τρυφερότητα.

Είστε ο κλασικός παππούς, δηλαδή, που θα πάρει την εγγονή να την πάει στην παιδική χαρά;
Τα πάντα κάνω. Χθες, ας πούμε, ήμουν στη γιορτή της στο σχολείο. Σήμερα, που μιλάμε, θα φάμε όλοι μαζί. Δεν ξεφεύγω ποτέ από τον κλοιό της οικογένειας.
Η οικογένεια λειτουργεί σαν άγκυρα σε έναν καλλιτέχνη, σε έναν άνθρωπο;
Σίγουρα, είναι το αποκούμπι του. Από εκεί αρχίζουν όλα. Οι δικοί σου άνθρωποι θα σε καταλάβουν πιο πολύ από τον καθένα.
Την απώλεια πώς τη διαχειρίζεστε; Σας άλλαξε ως άνθρωπο η απώλεια της πρώτης σας συζύγου, Τζέσης Παπουτσή;
Δεν ήταν μόνο η απώλεια της Τζέσης που με δυσκόλεψε. Η πρώτη απώλεια ήταν των γονιών μου. Ο πατέρας μου ειδικά έφυγε πολύ νωρίς, μετέπειτα η μητέρα μου… Ηταν πολύ δύσκολο, όπως είναι δύσκολο για όλους τους ανθρώπους. Δεν είμαι συμβιβασμένος με την απώλεια. Είναι κάτι που ποτέ δεν το αποδέχεσαι πραγματικά.

Νιώθετε σήμερα ευτυχισμένος;
Δόξα τω Θεώ, νιώθω ήρεμος και δημιουργικός. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα.
Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο ηθοποιό;
Να αγαπά αυτό που κάνει, να δουλεύει σκληρά και να έχει μεράκι και αισιοδοξία. Η δουλειά είναι δύσκολη, αλλά αξίζει.

Και μια ευχή για το 2026;
Οι άνθρωποι να κάνουν τις επιλογές που τους κάνουν πραγματικά ευτυχισμένους – για τον εαυτό τους και για τους δικούς τους.


