Η συνάντηση με τη Βίκυ Χατζηβασιλείου έγινε στο ξενοδοχείο «St. George Lycabettus» στο Κολωνάκι. Υπέρλαμπρη, με αφοπλιστική καθαρότητα σκέψης και λόγου, παραμένει ένα από τα κορυφαία πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης, παρότι δεν έχει το ραντεβού της με τους τηλεθεατές εδώ και λίγα χρόνια!

- Από τον Γιάννη Αρμουτίδη
Στη συζήτησή μας μίλησε με ειλικρίνεια για την τηλεόραση, τους κύκλους που κλείνουν, την αυτογνωσία, τον Γιώργο Παπαδάκη και την ουσία της ζωής, χωρίς να χαϊδεύει αυτιά και χωρίς να διεκδικεί ρόλους που η ίδια θεωρεί πως έχει ήδη ολοκληρώσει.
Νομίζω ότι φέτος η τηλεόραση σας χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά…
Δεν νομίζω.
Γιατί το λέτε αυτό;
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται κάποιον συγκεκριμένο η τηλεόραση. Η τηλεόραση είναι μία αυτόνομη κατάσταση. Εξελίσσεται από μόνη της και νομίζω ότι εγώ προσωπικά έχω δώσει αρκετά πράγματα ήδη και νομίζω ότι πρέπει να δοθεί χώρος και σε άλλους ανθρώπους.

Εδώ τίθεται ένα σημαντικό ζήτημα. Οτι υπάρχει προσδιορισμός στο πόσο πρέπει κάποιος να ασχοληθεί με την τηλεόραση. Ετσι το προσδιορίζετε ή το καταλαβαίνω λάθος;
Εγώ προσωπικά το προσεγγίζω διαφορετικά. Πρέπει να ξεκινάμε από την εσωτερική μας ανάγκη. Το προσδιορίζω σε σχέση με το τι έχει ανάγκη ο καθένας να κάνει ή τι μπορεί να δώσει την εκάστοτε περίοδο, την εκάστοτε στιγμή και συνθήκη. Εγώ ένιωσα ότι είχα δώσει κάτι πολύ δυνατό! Μετά το «Πακέτο» τι να δώσεις… Δηλαδή το «Πακέτο» ήταν κάτι που είχε καθηλωτικό χαρακτήρα! Ο κόσμος έμενε στα σπίτια, έκλειναν τα καφενεία στα χωριά, ερήμωναν οι πλατείες. Μου έγραψε ένα κοριτσάκι 15 χρονών ότι βλέπει το «Πακέτο» στο YouTube, παίρνει δύναμη από αυτό, παίρνει ενέργεια! Αυτά είναι δημοσιευμένα, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου. Μου έγραφε ότι γίνεται καλύτερος άνθρωπος γιατί συνδέεται μέσα από την εκπομπή με έννοιες όπως η αλήθεια, ο σεβασμός και το συναίσθημα. Μετά απ’ όλα αυτά, θα πρέπει να είναι κάτι καλύτερο και συγκεκριμένο για να το κάνω εγώ στην τηλεόραση. Οχι απαραίτητα κάτι σαν το «Πακέτο».

Ωστόσο, εάν έρθει, είστε έτοιμη;
Εάν έρθει, ναι. Νομίζω ότι θα έρθει να με βρει ό,τι είναι να γίνει, είτε είναι με τηλεόραση είτε κάτι άλλο, δεν έχω τέτοια αγωνία. Ζω πολύ ήρεμα και ωραία και εκτός τηλεόρασης, και αυτό το έχω αποδείξει.
Κι εσείς, που υπερασπίζεστε τον νόμο της έλξης, δεν θα πρέπει να το ζητήσετε;
Αυτό είναι το θέμα. Το θέλει η δική μου εξέλιξη, η εσωτερική, κάτι τέτοιο; Δεν είμαι σίγουρη.
Ισως επειδή για πρώτη φορά η τηλεόραση έχει φτάσει στο σημείο να κόβει εκπομπές εν τω μέσω μιας τηλεοπτικής περιόδου; Μήπως αυτό σοκάρει, κυρία Χατζηβασιλείου;
Εμένα δεν θα με φόβιζε κάτι τέτοιο. Δεν είναι αυτό που με αναστέλλει να σκεφτώ να κάνω τηλεόραση. Είναι πραγματικά το πόσο αυτό έχει να δώσει κάτι στον κόσμο. Διότι ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα στη ζωή μου ήταν κάτι που είχε το κομμάτι της προσφοράς στους ανθρώπους. Τους προχωρούσε έστω ένα βηματάκι παραπέρα. Για να κάνω κάπου τηλεόραση ξανά θα πρέπει να υπάρχει αυτή η συνθήκη. Και αυτός ο όρος. Αυτό που θα κάνω να μπορεί να δώσει κάτι στους ανθρώπους. Να τους εξελίξει έστω λίγο. Διαφορετικά δεν με ενδιαφέρει καθόλου να κάνω τηλεόραση για να κάνω τηλεόραση. Δεν έχω καμία ανασφάλεια να βγω στο γυαλί απλά για να με βλέπουν. Αυτά τα ’χω ξεπεράσει εδώ και χρόνια που κάνω αυτογνωσία, ασχολούμαι 14 χρόνια με την αυτογνωσία και την αυτοεξέλιξη. Εχω γίνει πια και life coach και με σπουδές και στο Καποδιστριακό.

Ησασταν η πρώτη παρουσιάστρια στην ιδιωτική τηλεόραση…
Είναι γεγονός.
Έχετε πια μια εμπειρία μέσα από την πορεία σας, η οποία μπορεί να σας καθιστά πλέον επιτελικό στέλεχος, επικεφαλής τηλεοπτικών προγραμμάτων και τηλεοπτικών σταθμών. Σας έχει γίνει μια τέτοια κρούση;
Μου έχει γίνει. Μου έγινε πρόταση πριν από ενάμιση χρόνο να αναλάβω τη διεύθυνση της ΕΤ3 και με πολλή σεμνότητα, σύνεση και ευγνωμοσύνη βεβαίως για την πρόταση αυτή απεφάνθην ότι δεν έχω τον χρόνο για να κάνω κάτι τέτοιο. Διότι για να διευθύνεις ένα κανάλι σημαίνει ότι πρέπει να είσαι ολοκληρωτικά αφοσιωμένος εκεί. Ομως είμαι αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού Κεντρικής Μακεδονίας. Μία θέση η οποία προηγήθηκε της πρότασης, μετά τις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές του 2023. Οπότε έχω όλη την ευθύνη: Να υποστηρίξω αυτήν την ιδιότητα και να λειτουργήσω σωστά μέσα από αυτήν τη συντεταγμένη.

Αρα δεν θα αφήνατε τα πάντα για την τηλεόραση…
Δεν άφησα ποτέ τίποτα για την τηλεόραση. Η τηλεόραση δεν είναι η δική μου η ζωή. Είναι η δουλειά μου. Και το μπερδεύουν κάποιοι άνθρωποι αυτό. Η τηλεόραση όταν εργαζόμαστε εκεί είναι ένα κομμάτι της ζωής μας. Δεν είναι η ζωή μας. Είναι τελείως λάθος να περιμένουμε να μας δώσει τα πάντα, γιατί δεν θα στα δώσει ποτέ. Πρέπει να έχουμε εσωτερική επάρκεια. Να διαθέτουμε χρόνο. Για την οικογένειά μας, τους φίλους μας, τον εαυτό μας, τους ανθρώπους που αγαπάμε, τα ενδιαφέροντά μας.
Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει απόγνωση σε παρουσιαστές που «κόβονται» σε μία σεζόν ξαφνικά και πελαγοδρομούν και δεν ξέρουν τι να κάνουν;
Σίγουρα πρέπει να υπάρχει δυσαρέσκεια. Απόγνωση δεν πρέπει να υπάρχει για μένα ποτέ όταν έχουμε την υγεία μας. Γιατί όλα είναι μπροστά. Και όλα είναι ανοιχτά και δεν ξέρουμε ποτέ την άλλη μέρα.

Από εσάς έχω ακούσει για πρώτη φορά το τι σημαίνει αυτοαναφορικότητα και πόσο σημαντικό είναι στη ζωή ενός παρουσιαστή και γενικότερα στη ζωή ενός ανθρώπου. Μιλήστε μου για αυτό και αν θέλετε να σχολιάσετε την απομάκρυνση της Ελένης Τσολάκη από την εκπομπή της…
Δεν σχολιάζω τι έγινε στην ελληνική τηλεόραση, γιατί έχουν συμβεί τέρατα κατά καιρούς. Και σε μένα την ίδια. Οπότε τι να σχολιάσω από κει και πέρα; Δεν έχει νόημα, αυτή είναι η τηλεόραση. Ξέρετε, όταν είπα μια σχετική κουβέντα σε κάποιους διευθυντές σε ένα κανάλι, μου είπαν «ξέρεις, αυτή είναι η τηλεόραση», δηλαδή κάνουμε ό,τι θέλουμε. Εχουμε και το μαχαίρι και το πεπόνι, και οπότε δεν θέλουμε και αντιδράσεις και μην πολυμιλάτε… Τι να πεις τώρα σε αυτή τη φασιστική προσέγγιση! Δεν λες τίποτα και προχωράς και ανοίγεις άλλους δρόμους. Οσον αφορά την αυτοαναφορικότητα, θεωρώ ότι έχει κουράσει όλο αυτό το πράγμα. Η τηλεόραση έχει έναν ρόλο. Να ενημερώνει τον κόσμο, να τον ψυχαγωγεί και, αν μπορεί, να του δώσει εσωτερικότητα, λίγο συναίσθημα, όπως έδινε το «Πάμε πακέτο».

Οι απότομες αλλαγές είναι διαχειρίσιμες στην τηλεόραση;
Ημουν στο «Καλημέρα, Ελλάδα» εννέα χρόνια. Οταν ένιωσα ότι δεν εξελίσσομαι μέσα από αυτό και ότι είχα δυνατότητες να κάνω κι άλλα πράγματα, διαφορετικά, που θα με ολοκλήρωναν περισσότερο ή θα έδινα στον κόσμο κάτι περισσότερο, χωρίς να έχω plan Β, τι θα κάνω την επόμενη μέρα ή κάποια πρόταση, είπα «εγώ οφείλω προς τον εαυτό μου και στο κοινό μου να αποχωρήσω». Ο Γιώργος ο γλυκός μου -εκεί που είναι ώρα του καλή- μου έλεγε «σε χρειαζόμαστε, μη φύγεις, αλλά από κει και πέρα είναι η δική σου βούληση…» Και τη σεβάστηκε. Κι έφυγα xωρίς να έχω τι να κάνω την επόμενη μέρα. Γιατί ένιωθα ότι πρέπει να έχω μία εξέλιξη και οι κύκλοι να κλείνουν, για να ανοίξουν καινούργιοι.
Η είδηση του αιφνίδιου θανάτου του Γιώργου Παπαδάκη πώς σας βρήκε, πώς αντιδράσατε;
Δεν το πίστευα. Οταν με πήραν, μου έπεσε το τηλέφωνο από το χέρι. Δεν το ακούω αυτό, είπα. Ο Γιώργος είχε πάρα πολλά ακόμα να δώσει. Κυρίως στον εαυτό του. Από τον εαυτό του στέρησε πάρα πολλά και δεν πρόλαβε, δυστυχώς. Και ήταν άδικο. Εδωσε πάρα πολλά στην ελληνική τηλεόραση, έδωσε πάρα πολλά σε εμάς τους συνεργάτες, πολλά μαθήματα, πολλές διδαχές, πολλή εμπειρία. Αλλά δεν έδωσε στον εαυτό του. Στο τέλος δεν πρόλαβε να ζήσει, δεν πρόλαβε να ζήσει.
Η ζωή του ήταν μόνο τηλεόραση. Δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο για τον εαυτό του, για την οικογένειά του, για τα παιδιά του. Και πώς να είχε, όταν κάθε πρωί να το πω, αυτό είναι βαθιά μεσάνυχτα, δεν είναι πρωί, όταν ξυπνούσε 2:30 κάθε πρωί, κάθε χαράματα. Δεν είναι ζωή αυτή, είναι εντελώς αντίθετη στον βιολογικό μας ρυθμό. Εντελώς αντίθετη σε αυτό που λέμε κιρκάδιος ρυθμός. Και αυτό επιβαρύνει την υγεία πάρα πολύ.

Πότε μιλήσατε τελευταία φορά;
Στην εκπομπή του και την επόμενη μέρα που με πήρε να με ευχαριστήσει, και ξέρετε, εγώ είχα βαθιά αγάπη για τον Γιώργο. Και δεν ήξερα αν εκείνος είχε τόσο βαθιά. Οταν όμως πήγα στην κηδεία και συναντήθηκα με τον γιο του τον Φοίβο, τον οποίο τον ήξερα από μικρό και είχα να τον δω πολλά χρόνια, μου είπε κάτι που με συγκίνησε πάρα πολύ. Μου λέει «ο μπαμπάς μου σου είχε πολύ μεγάλο σεβασμό και αγάπη, ήσουν ένα από τα τρία άτομα για τα οποία μιλούσε με τόσο θετικά λόγια. Και το ’κανε μες στο σπίτι». Οπότε αυτό με βεβαίωσε ότι ήταν αμοιβαία αυτή η αγάπη τελικά.
Εβαλε ο Γιώργος Παπαδάκης ένα μικρό λιθαράκι;
Φυσικά! Φυσικά! Οχι μικρό, τεράστιο. Γιατί εγώ μέσα από το «Καλημέρα Ελλάδα» είχα την ευκαιρία από ένα τοπικό κανάλι, την TV 100, να κάνω μία εθνική διαδρομή. Με έβλεπε όλη η Ελλάδα… Βεβαίως και του οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη.
Ανθρώπους που ευεργέτησε, του το ανταπέδωσαν, πιστεύετε;
Δεν ξέρω. Νομίζω ότι ο Γιώργος είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που δεν περίμενε να τον βοηθήσει κάποιος. Τι αρωγή να πάρει ο Γιώργος από ποιον;

Έστω ένα «ευχαριστώ»…
Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω. Νομίζω, όμως, ότι εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους, δεν γνωρίζω βέβαια αν το έκαναν όλοι.
Υπήρξαν ενδείξεις μήπως, γιατί είστε στον χώρο, που να οδηγούν στο ότι βίωσε τον ηλικιακό ρατσισμό;
Είπαν ότι ο Γιώργος μεγάλωσε. Μπήκε εκεί ένας ηλικιακός ρατσισμός. Υπάρχει αυτός. Υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός παντού, σε όλες τις δουλειές σε όλο τον κόσμο. Μόνο στην τηλεοπτική προσέγγιση της Αμερικής δεν υπάρχει. Στην Ελλάδα υπάρχει σίγουρα.
Είναι ορθό;
Δεν ξέρω να σας απαντήσω σε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι η τηλεόραση είναι και εικόνα και, κατά κάποιους, η εικόνα πρέπει να είναι και φρέσκια και χαρούμενη. Ο Γιώργος ήταν εξαιρετικός σε αυτό που έκανε, αλλά… Υπάρχουν κι άλλες συνθήκες. Τι να πω! Δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Θα το κρίνει ο χρόνος, αυτός που θα τα κρίνει όλα στην τελική.
