Ο σχεδιαστής Ερωτόκριτος μιλά στην «Espresso» για την καριέρα του και το πώς άφησε πίσω τον χαμό του γιου του
Από τη Σπυριδούλα Τριάντου
Η ζωή δεν του χαρίστηκε. Tου δόθηκε, όμως, η δύναμη να τη μεταμορφώσει.
Μεγαλωμένος σε ένα μικρό χωριό της Κρήτης, μέσα στη λιτότητα αλλά και στην άνευ όρων αγάπη της γιαγιάς του, έμαθε από νωρίς τι σημαίνουν αντοχή, εργασία και αξίες.
Η απουσία των γονιών, η σιωπή της παιδικής μοναξιάς και οι πρώτες σκληρές εμπειρίες δεν έγιναν πληγές που αιμορράγησαν, αλλά σπόροι που αργότερα άνθισαν σε συνειδητότητα.
Ο καταξιωμένος Ελληνας σχεδιαστής μόδας, γνωστός για τον οίκο ανδρικών κοστουμιών Prince Erotokritos, που ειδικεύεται σε custom-made (sur mesure) κοστούμια, με ένα λαμπερό πελατολόγιο, μιλά για όλα στην «Espresso».
Η απώλεια του γιου του, Μανώλη, στάθηκε το πιο οδυνηρό σημείο της διαδρομής του. Κι όμως, εκεί ακριβώς γεννήθηκε μια νέα αποστολή ζωής.
Αντί να εγκλωβιστεί στον ρόλο του θύματος, επέλεξε να μετατρέψει το πένθος σε αγάπη, την απελπισία σε προσφορά και τον πόνο σε συλλογική θεραπεία.
Μέσα από την αυτογνωσία, την πνευματική αναζήτηση, τη δημιουργία και την πίστη, οικοδόμησε έναν δρόμο που αγκαλιάζει τον άνθρωπο στο σύνολό του.

Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια και τι θυμάσαι πιο έντονα από εκείνη την περίοδο;
Μεγάλωσα με τη γιαγιά μου στο Ρέθυμνο, σε ένα μικρό χωριουδάκι που λέγεται Αρχοντική. Οι γονείς μου έλειπαν από τη ζωή μου από τότε που ήμουν έξι μηνών, όμως μεγάλωσα με πολλή αγάπη. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ λιτά. Θυμάμαι πολλές φορές, αντί για γλυκά, να τρώμε χαρούπια ή ψωμί με νερό και ζάχαρη. Από πολύ μικρή ηλικία συμμετείχα σε όλες τις αγροτικές εργασίες. Στα τρία μου θυμάμαι να γεννάει η κατσίκα μέσα στο σπίτι, να μαζεύουμε ελιές και να φυτεύουμε στο περιβόλι μας πατάτες, ντοματιές και βλήτα. Η γιαγιά μου με γαλούχησε με αρχές, αξίες και την κρητική παράδοση.

Πότε είδες για πρώτη φορά τον πατέρα σου;
Τον πατέρα μου ουσιαστικά τον είδα για πρώτη φορά όταν ήμουν έξι ετών, στην πρώτη δημοτικού. Είχα χτυπήσει σοβαρά στο κεφάλι, παίζοντας με τους συμμαθητές μου, και η γιαγιά μου τον ειδοποίησε. Ηρθε εσπευσμένα από την Αθήνα. Από εκείνη τη μέρα και για περίπου έναν χρόνο, χτυπούσα συνεχώς ασυνείδητα -όπως κατάλαβα αργότερα-, μόνο και μόνο για να έρχεται και να τον βλέπω. Ηταν ένας άνθρωπος της νύχτας, με απίστευτη ψυχραιμία. Αυτή η ψυχραιμία που έχω σήμερα σε κάθε γεγονός της ζωής μου είναι ένα δώρο που μου άφησε εκείνος.

Ποια ήταν η σχέση σου με τη μητέρα σου;
Τη μητέρα μου την είδα για πρώτη φορά 11 ετών, όταν ήρθα στην Αθήνα. Ζούσε σε ένα χωριό στην Αρτα και αντιμετώπιζε σοβαρές ψυχικές ανισορροπίες. Ουσιαστικά, δεν είχε καμία ευθύνη για τον διαχωρισμό μας, και εγώ προσωπικά δεν ένιωθα κάποια σύνδεση μαζί της. Δεν μπόρεσα ποτέ να την αποκαλέσω «μαμά», μέχρι που ξεκίνησα μαθήματα αυτογνωσίας. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, το 2016, άρχισα να τη φωνάζω «μαμά» και της έλεγα πόσο πολύ την αγαπώ.

Πότε ξεκίνησε το εσωτερικό σου ταξίδι αυτογνωσίας;
Τον Οκτώβριο του 2008, αμέσως μετά τον χωρισμό μου και όντας πατέρας τριών παιδιών, ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο «Το Μυστικό και η Δυναμική της Επιτυχίας» του αείμνηστου Αντώνη Καλογήρου. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε για μένα ένας εντελώς νέος κόσμος, γεμάτος δυνατότητες και θαύματα που μέχρι τότε δεν πίστευα ότι υπάρχουν.
Πόσο σε βοήθησαν αυτά τα εργαλεία στη δύσκολη πορεία με την ασθένεια του Μανώλη;
Ο Μανώλης «έφυγε» τον Δεκέμβριο του 2009, σε ηλικία 11 ετών, ύστερα από ενάμιση χρόνο δύσκολης διαδρομής του με τη λευχαιμία. Λίγο αργότερα, μια αδελφική μου φίλη με σύστησε σε σεμινάρια αυτοβελτίωσης και αυτογνωσίας. Εκεί ξεκίνησε ουσιαστικά η εσωτερική μου μεταμόρφωση. Εκανα ένα μεγάλο ταξίδι σε πολλές μεθόδους αυτογνωσίας, αυτοβελτίωσης και εναλλακτικών θεραπειών -Reiki, Theta Healing, NLP- και πάνω από 40 διαφορετικές πνευματικές προσεγγίσεις. Περιπλανήθηκα σε Ανατολή και Δύση, γνώρισα νέες οπτικές, ασχολήθηκα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την πυθαγόρεια αριθμοσοφία. Εχω γράψει έξι συγγραφικά έργα και σήμερα νιώθω πως έχω επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: στον Χριστό.

Πώς γεννήθηκε η ανάγκη για προσφορά στους άλλους;
Η τελευταία επιθυμία του Μανώλη ζει μέσα από τον οργανισμό «Μανώλη, Μαζί Μπορούμε» και τη Σχολή Αγάπης Εαυτού σε Αθήνα και Ρέθυμνο. Εχασα τον γιο μου, αλλά μέσα από αυτές τις δράσεις έχω γίνει μπαμπάς δεκάδων παιδιών. Υποστηρίζουμε ανθρώπους που έχουν βιώσει απώλειες ή έχουν χάσει την ψυχική τους ισορροπία. Πάνω από 200 εισηγητές βοηθούν χιλιάδες ανθρώπους να αλλάξουν τη ζωή τους.

Ποια είναι η σχέση σου με τον γιο σου, Χρήστο;
Εχουμε μια βαθιά σχέση που ξεπερνά το «μπαμπάς – γιος». Συνεργαζόμαστε επαγγελματικά, είναι πέντε χρόνια ενεργός στο ατελιέ, σπουδάζει μόδα και σχεδιάζει συλλογές. Περισσότερο είμαστε φίλοι. Είναι μια υπέροχη ψυχή.
Πώς έχει μετουσιωθεί σήμερα η απώλεια του Μανώλη στη ζωή σου;
Η τελευταία επιθυμία του Μανώλη έχει γίνει πραγματικότητα. Από πατέρας τριών παιδιών, μέσα από τον οργανισμό «Μανώλη, Μαζί Μπορούμε» και τη Σχολή Αγάπης Εαυτού, έχω γίνει μπαμπάς δεκάδων παιδιών. Οι βοήθειες που έχουμε προσφέρει είναι αμέτρητες, και όλο αυτό μου δίνει τεράστια δύναμη να συνεχίζω. Εχω πει και στο παρελθόν ότι αυτό το γεγονός, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ήταν ένα ευτύχημα και μια ευλογία. Αντί να μπω στη θέση του θύματος και να κλάψω τη μοίρα μου, επέλεξα να μετατρέψω τον πόνο σε προσφορά και αγάπη για τον άνθρωπο.

Πότε μπήκε η μόδα στη ζωή σου;
Τη δεκαετία του ’70, σχεδόν κάθε σπίτι είχε μια ραπτομηχανή – έτσι και η γιαγιά μου. Δεν είχαμε πολλά παιχνίδια, οπότε άρχισα να παίζω με τη ραπτομηχανή, να σχεδιάζω και να φτιάχνω ρούχα. Με συνεπήρε όλη αυτή η διαδικασία. Εκείνη την εποχή, όμως, στην Κρήτη ήταν σχεδόν απαγορευτικό για ένα αγόρι να θέλει να γίνει σχεδιαστής μόδας.
Πώς εξελίχθηκε αυτή η αγάπη σε επαγγελματική πορεία;
Στην εφηβεία μου ξεκίνησα να δουλεύω με υφάσματα. Είμαι ήδη 33 χρόνια στον κόσμο τους. Από το 2010 άρχισα να φτιάχνω και να φοράω τα δικά μου ρούχα. Τα υφάσματα ήταν πάντα η βασική μου πηγή έμπνευσης.
Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Σίσσυ Χρηστίδου;
Θαύμαζε τα ρούχα που φορούσα και την ψυχοσύνθεσή μου. Μου πρότεινε να σχεδιάσω μια σειρά για μπαμπάδες και γιους, καθώς ήδη υπήρχε σειρά για μαμά και κόρη. Μου ήταν πολύ εύκολο να το υλοποιήσω. Παράλληλα, βοηθούσα νέους σχεδιαστές μέσω της επιχείρησής μου και του διαγωνισμού Fashion Erotokritos Contest, όπου χορηγούσαμε πλήρως τη συμμετοχή τους στην Εβδομάδα Μόδας της Ελλάδας. Από αυτή τη συνεργασία έμαθα ότι, όταν οι άνθρωποι δεν συν-ηχούν, δημιουργούνται ανισορροπίες. Ανέλαβα, όμως, πλήρως την ευθύνη και απορρόφησα όλα τα έξοδα. Από τη συνεργασία μας δεν κέρδισα ούτε ένα ευρώ.

Υπήρξαν στιγμές στην καριέρα σου που ένιωσες βαθιά ευλογημένος;
Το 2015 συνεργάστηκα με τον Λάκη Γαβαλά για φωτογράφιση κοστουμιών στο Μιλάνο και το Κόμο. Κάποια στιγμή, πολύ απλά, μου είπε ότι η Dsquared² μάς παραχωρεί τις εγκαταστάσεις της για τη φωτογράφιση. Για πολλούς αυτό είναι όνειρο ζωής. Σε μένα ήρθε αυθόρμητα. Δεν μου ζήτησε ποτέ τίποτα, ενώ με βοήθησε τα μέγιστα. Ο Λάκης, όταν αγαπάει, αγαπάει αληθινά.
Ποια είναι σήμερα η στάση ζωής σου;
Αγαπώ τους ανθρώπους, δεν κρατάω κακία, γελάω με τους εγωισμούς μας. Εχω συγχωρήσει τους γονείς μου εδώ και χρόνια. Ολα τελούνται ιδανικά. Μου φαίνεται πια αστείο να θυμώνω.
Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι στη ζωή σου;
Δεν θα άλλαζα τίποτα. Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα τι είναι ωφέλιμο για εμάς. Υπάρχει μια βαθιά σύνδεση με την ψυχή του Μανώλη, και αυτή μου δίνει δύναμη, πίστη και αισιοδοξία να συνεχίζω.
