Ο Βασίλης Μπισμπίκης και η Λένα Κιτσοπούλου συναντιούνται για πρώτη φορά θεατρικά στον «Ζωσμένο» του Εντουαρντ Μποντ, σηματοδοτώντας μια συνεργασία που φαίνεται να έχει έντονη χημεία.
Οι δυο τους μίλησαν στο ΒΗΜΑgazino τόσο για τη χημεία όσο και για τις δημιουργικές τους διαφορές. Ο Βασίλης Μπισμπίκης αποκαλύπτει πως η αρχή έγινε από το ίδιο το έργο, ενώ η συνεργασία με τη Λένα Κιτσοπούλου ήρθε στη συνέχεια, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν δεν κατάφεραν να δουλέψουν μαζί λόγω της πανδημίας. «Πρώτα βρήκα το έργο και μετά ήρθε η συνεργασία μας. Τη θαυμάζω για την τόλμη της και σαν άνθρωπο τη γουστάρω πολύ. Ταιριάζουμε στην τρέλα και την τόλμη, ρισκάρουμε», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά της, η Λένα Κιτσοπούλου τονίζει ότι υπήρχε ήδη οικειότητα και συμπάθεια μεταξύ τους, με τη συνεργασία να προκύπτει σε μια συγκυρία που την έβρισκε έτοιμη να επιστρέψει στη σκηνή. «Γνωριζόμασταν και υπήρχε συμπάθεια. Όταν προέκυψε η πρόταση, είπα με τεράστια χαρά “ναι”. Με πέτυχε και σε μια στιγμή που ήθελα να παίξω. Αν ήταν να δουλέψω με κάποιον, μόνο με τον Βασίλη θα μπορούσα», αναφέρει.

Μιλώντας για την εμπειρία της συνεργασίας, η ίδια δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της, τονίζοντας πως ο Μπισμπίκης ξεπέρασε κάθε προσδοκία. «Δεν τον είχα ζήσει ποτέ και τελικά είναι πολύ καλύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. Είναι ένας από τους πιο γενναιόδωρους και δοτικούς ανθρώπους στο θέατρο, με πραγματικό νοιάξιμο για τον άλλον. Για μένα είναι σημαντικό να νιώθω καλά και να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου», σημειώνει.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης χαρακτηρίζει το καλλιτεχνικό τους «πάντρεμα» ως ένα «πολύ επικίνδυνο μείγμα», επισημαίνοντας τις διαφορές στην καλλιτεχνική τους προσέγγιση. «Διαφέρουμε στη φόρμα. Εγώ κινούμαι πιο ρεαλιστικά, ενώ η Λένα έχει ποίηση, συμβολισμούς και άλλους κώδικες. Εδώ όμως συνυπάρχουν και τα δύο», εξηγεί. Στο ίδιο κλίμα, η Λένα Κιτσοπούλου βλέπει αυτή τη συνάντηση ως ένα δημιουργικό βήμα με προοπτική. «Ελπίζω να βγει κάτι καλό ή να μας οδηγήσει κάπου αλλού. Έχουμε διαφορετική γλώσσα, αλλά τελικά κάπως έχουμε ταιριάξει και έχουμε αποδεχθεί ο ένας τον άλλον», καταλήγει.
