Ο «δάσκαλος της πενιάς» Δημήτρης Βύζας μοιράζεται με την «Espresso» ιστορίες από τις θρυλικές μορφές του πάλκου
- Από τον ΗΛΙΑ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ
Ένα φθαρμένο μπουζουκάκι σε μια παλιά αποθήκη άναψε την πρώτη σπίθα για μια ζωή γεμάτη μουσική, πάθος και επιτυχία. Ο Δημήτρης Βύζας, ο «δάσκαλος της πενιάς», όπως τον αποκαλούν, ένας από τους πλέον θρυλικούς μπουζουξήδες που έχουμε, μοιράζεται με την «Espresso» ιστορίες που τον διαμόρφωσαν: από τα πρώτα γλέντια και τις συνεργασίες με θρύλους, όπως ο Γαβαλάς, η Γκρέυ και ο Καζαντζίδης, μέχρι την πρόσφατη στροφή του στη δημιουργία λαϊκών τραγουδιών με το μπουζούκι σε πρώτο πλάνο, ως… αντίσταση στον παραγκωνισμό του από τους καλλιτέχνες της εποχής μας.

Γεννηθήκατε στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης το 1952. Σε τι ηλικία αρχίσατε να ασχολείστε με τη μουσική;
Εφτά χρόνων ήμουν όταν βρήκα στην αποθήκη του σπιτιού μας, στη Χαλάστρα, ένα μπουζουκάκι που είχε κατασκευάσει και χαρίσει στον πατέρα μου ένας συνάδελφός του, ψαράς. Ήταν σε κακά χάλια, θυμάμαι, και αφού το βάψαμε, πήγε σε ένα μαγαζί και μου αγόρασε μία χορδή μόνο. Έτσι άρχισα ν’ ασχολούμαι και παράλληλα να ονειρεύομαι ν’ αποκτήσω μια μέρα ένα κανονικό μπουζούκι. Ο πατέρας μου, όμως, ούτε που να το ακούσει. Ήταν αδιανόητο για τότε ν’ ασχοληθεί ένα παιδί με το μπουζούκι, γιατί είχε κακή φήμη. Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα, υπήρχε φτώχεια. Ούτε ρεύμα δεν είχαμε στο χωριό. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρχε άγχος, φόβος. Θυμάμαι ξένοιαστες στιγμές.

Γλέντια γίνονταν στο χωριό;
Υπήρχε ένα κέντρο, το Βυζάντιο, που λειτουργούσε κάθε Κυριακή. Ένας χωριανός μας, ο Θεοχάρης Μπέμπης, έπαιζε εκεί μπουζούκι. Ήμουν 9 χρόνων όταν πρωτοπήγα στο κέντρο, γιατί με ενδιέφερε να δω πώς τοποθετούσαν τα καλώδια, ώστε να ξέρω, όταν θα γινόμουν μια μέρα κι εγώ μπουζουξής. Δηλαδή το ένιωθα από τότε ότι αυτός θα ήταν ο δρόμος μου. Με τα πολλά, με ανεβάζουν μια μέρα στο πάλκο και αρχίζω να παίζω. Φαίνεται, λοιπόν, πως τους εντυπωσίασα, γιατί μαζεύτηκαν σχεδόν όλοι γύρω μου. Ε, από τότε, 10 ετών ήμουν, κάθε Κυριακή έπαιζα εκεί. Παράλληλα δούλευα στα χωράφια και σε ένα κεραμοποιείο για συγκεντρώσω λεφτά και να αγοράσω ένα δικό μου μπουζούκι. Έτσι κι έγινε.

Τότε βγήκατε επισήμως στο μεροκάματο;
Το πρώτο μου μεροκάματο το πήρα 11 χρόνων, όταν εμφανίστηκα σε ένα μαγαζί στα Κουφάλια, το διπλανό χωριό. Μου πρότεινε να παίξω εκεί δύο βράδια, Σάββατο και Κυριακή, ένας συγχωριανός μου, και πήρα από 50 δραχμές τη φορά, σύνολο 100. Επειδή, μάλιστα, είχα σχολείο τη Δευτέρα, έκανα τον άρρωστο για να μην πάω. Άλλωστε, δεν ήμουν καλός μαθητής, δεν άνοιγα βιβλίο. Όμως, ο δάσκαλός μου το έμαθε ότι έπαιζα μπουζούκι και με τάραξε στο ξύλο με τη βέργα.

Και πότε βρεθήκατε πρώτη φορά σε κέντρο μιας μεγάλης πόλης;
Όταν τελείωσα το δημοτικό, βρεθήκαμε με τον πατέρα μου στη Θεσσαλονίκη, όπου είχα μια θεία. Στο σπίτι της με άκουσε κάποιος, που ήξερε από μουσική, και πρότεινε να πάμε όλοι μαζί στο κέντρο Καλαμίτσα, που ήταν από τα πιο αριστοκρατικά τότε. Εκεί, στα 13 μου, δοκίμασα πρώτη φορά ηλεκτρικό μπουζούκι. Αφού πρώτα με τσέκαραν στα καμαρίνια, έπειτα με ανέβασαν στο πάλκο. Εγώ είχα πολύ τρακ, έτρεμαν τα σαγόνια μου. Έπαιξα, ωστόσο, και τους άρεσα πολύ. Τότε πιάνει το αφεντικό τον πατέρα μου, που τον έλεγαν Ακριβό, και του λέει: «Κύριε Ακριβέ, θα σου δίνω 100 δραχμές τη μέρα για να φέρνεις τον πιτσιρίκο εδώ. Θα παίζει τρία σόλα και θα φεύγετε». Έτσι ξεκίνησα.

Εκεί σας άκουσε ο Πάνος Γαβαλάς;
Όχι, μετά δέχτηκα πρόταση από το διπλανό μαγαζί, το Καλαμάκι. Εκεί ήρθε και με άκουσε. Εντυπωσιάστηκε και ήθελε να με πάρει μαζί του στην Αθήνα. Εγώ όμως ήμουν 14 χρόνων και η μάνα μου δεν ήθελε. Το εμπόδιο, όμως, ήρθε από αλλού: Ο Γαβαλάς είχε τότε στο μπουζούκι τον Στέλιο Ζαφειρίου, σπουδαίο σολίστα, ο οποίος του έκανε και δεύτερη φωνή. Εγώ δεν μπορούσα τότε ακόμη να κάνω δεύτερη φωνή κι έτσι δεν με πήρε τελικά μαζί του. Η μάνα μου το ευχαριστήθηκε, αλλά εγώ στενοχωρήθηκα. Έτσι, όταν μου δόθηκε, αργότερα, μια άλλη ευκαιρία να πάω στην Αθήνα, στο κέντρο Χάντρες, στην Πλάκα, την άρπαξα. Εκεί λίγο αργότερα δούλεψα με την Καίτη Γκρέυ, που την ήξερα από τη Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ, είχα γνωρίσει τότε στο διπλανό κέντρο και τον Γιώργο Νταλάρα. Πιτσιρικάς κι αυτός, κάναμε παρέα. Έμενε τότε σε ένα υπόγειο στο Παγκράτι μαζί με τη μάνα του, η οποία μας περιποιόταν και μας έβαζε να φάμε. Πηγαίναμε, βέβαια, και στο δικό μου σπίτι, είχαν έρθει στο μεταξύ και οι δικοί μου μόνιμα στην Αθήνα και είχαμε εγκατασταθεί στα Άνω Πετράλωνα. Μαθαίνοντας ότι θα ερχόταν η Γκρέυ στο μαγαζί, μου ζήτησε ο Νταλάρας να πω μια κουβέντα για να έρθει κι εκείνος στο σχήμα. Πράγματι, μίλησα στην Γκρέυ και τον πήραν.

Η Καίτη Γκρέυ πώς ήταν στην καθημερινότητά της;
Πολύ καλός άνθρωπος. Ξέρεις, τόσο η Γκρέυ όσο και ο Γαβαλάς ή και ο Καζαντζίδης αργότερα ψάχνανε να βρουν ταλέντα, να τα βοηθήσουν να βγουν στη δουλειά. Την Γκρέυ την είχα σαν μάνα μου και μου φερόταν πολύ καλά, όπως και ο Γαβαλάς.
Με τον Πάνο Γαβαλά πώς ξαναβρεθήκατε;
Όσο ήμουν στις Χάντρες, είχε ακούσει για έναν νεαρό, καλό μπουζουξή και έστειλε τον Γιώργο Κυριαζή, δημιουργό της επιτυχίας «Γλυκέ μου τύραννε», να ελέγξει αν ήμουν εγώ. Μόλις με είδε, μου είπε να πάω να τον βρω στην «Τριάνα του Χειλά». Εκεί μου πρότεινε να δουλέψω μαζί του από την επόμενη σεζόν. Η συνεργασία με τον Γαβαλά ήταν κορυφαία στιγμή μου. Ήταν για μένα μουσικός πατέρας, απαιτητικός στη δουλειά, αλλά καλή ψυχή. Αν δεν ήταν ο Γαβαλάς, δεν θα είχα μπει στην Κολούμπια, στα στούντιο και στις φωνοληψίες. Το πρώτο τραγούδι που ηχογραφήθηκε με μένα στο μπουζούκι ήταν το «Σαν κεντρί φαρμακωμένο» με τη Σοφία Σιδέρη, δεν το ξεχνώ ποτέ. Μαζί με τον Πάνο Γαβαλά δούλεψα και με τη σπουδαία Ρία Κούρτη, που, αν και δεν ήξερε κάποιο όργανο, στη δεύτερη φωνή που έκανε στον Γαβαλά δεν έκανε ποτέ λάθος. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν πραγματικό χάρισμα.

Κεφάλαιο Στέλιος Καζαντζίδης
Για μένα η δεύτερη κορυφαία στιγμή, μετά τη συνεργασία με τον Γαβαλά στην Τριάνα το 1968, ήταν το 1981, όταν έπαιξα με τον Καζαντζίδη στην Κολούμπια. Είχαμε κάνει ένα τηλεοπτικό γύρισμα με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, καθώς ο Καζαντζίδης τότε δεν τραγουδούσε πια σε κέντρα. Εγώ βέβαια τον ήξερα από τη Χαλάστρα, όπου, πιτσιρικάς μπουζουξής ακόμη, τον έβλεπα να ζει μόνιμα, είχε αγοράσει και χωράφια. Μια μέρα με είχαν φωνάξει κιόλας σε ένα γλέντι στο χωριό, όπου ήταν παρόντες και ο Μπάμπης Τσετίνης με τη Λίτσα Διαμάντη, και είχα παίξει μπουζούκι. Το 1983 κάναμε άλλη μια εκπομπή με τον Καζαντζίδη, τους «Ρεπόρτερ», με τον Γιάννη Δημαρά, τον Γιώργο Λιάνη και τον Κώστα Χαρδαβέλλα. Ήταν απερίγραπτες και οι δύο συνεργασίες μας. Ξέρεις, οι καλλιτέχνες όπως ο Γαβαλάς και ο Καζαντζίδης δεν θέλανε να τραγουδάνε πάνω σε μουσική playback. Έτσι, και στις δύο αυτές εκπομπές η ορχήστρα είχε ηχογραφηθεί μαζί με τη φωνή του Στέλιου. Τότε είχε φύγει από τα κέντρα, αλλά στη συνέντευξη με τον Παπαδόπουλο το 1981 είχε πει ότι θα έκανε κάποιες εμφανίσεις με τον Χάρρυ Κλυνν, κάτι που τελικά δεν έγινε ποτέ.

Πέρα από τις καλλιτεχνικές συνεργασίες σας, εσείς με τον Στέλιο είχατε έρθει κοντά ως άνθρωποι;
Βέβαια. Ο Στέλιος είχε φίλους από τη Χαλάστρα. Ένας από αυτούς, ο Βαγγέλης, ερχόταν συχνά στην Αθήνα και, όταν έβγαιναν να φάνε, φώναζαν κι εμένα. Πηγαίναμε σε μια ταβέρνα στην Πειραιώς, στο ύψος του Ταύρου. Μέσα από αυτές τις κουβέντες έβλεπα ότι ήταν πληγωμένος από τον χώρο της νύχτας. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Καζαντζίδης ήταν περίεργος και φωνακλάς. Καμία σχέση. Όταν φώναζε στην τηλεόραση, εκεί πια είχε βγει εκτός εαυτού. Ήταν τρομερά καλός άνθρωπος και χαμηλών τόνων. Ήθελε την ησυχία του και είχε μια αδυναμία στους ψαράδες, στους αγρότες, στους ανθρώπους του μόχθου, τους ένιωθε κοντά του.
Άλλες σημαντικές συνεργασίες σας;
Η πρώτη μου δουλειά στα μαγαζιά της παραλίας το 1977, σε μια ορχήστρα 19 ατόμων, με τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Γιάννη Καλατζή, τον Χάρη Ανδρεάδη και τον Μιχάλη Μενιδιάτη. Μια άλλη αξέχαστη συνεργασία μου ήταν με την Άντζελα Δημητρίου. Όταν ακούω καμιά φορά να την ειρωνεύονται, με ενοχλεί, γιατί «σκιζόταν» για τους μουσικούς της. Αν της ζητούσες δέκα χιλιάδες, σου έλεγε: «Δεκαπέντε θα πάρεις». Ενώ όλοι προσπαθούσαν να σου μειώσουν το μεροκάματο, η Άντζελα το ανέβαζε. Με τη Λίτσα Διαμάντη επίσης συνεργαστήκαμε χρόνια, ήμουν ο προσωπικός της μπουζουξής. Κρατήσαμε και επαφή μετά. Κάποια στιγμή την πήρα τηλέφωνο από τη Χαλάστρα, όπου βρίσκομαι, και είχε συγκινηθεί. Και με τη Ρία Κούρτη έχω συχνές επαφές.

Πώς βλέπετε τη νυχτερινή διασκέδαση σήμερα;
Έχουν αλλάξει όλα σε σχέση με το παρελθόν. Σήμερα δεν υπάρχει μπουζούκι μέσα στα λαϊκά τραγούδια. Το ακούς σπανίως πια. Πού είναι ο μπουζουξής, που βρισκόταν σε πρώτο πλάνο δίπλα στον τραγουδιστή; Σήμερα βλέπω κλαρίνα, βιολιά, μόνο μπουζούκια δεν βλέπω. Παλιότερα, ως εκτελεστής σε μεγάλο μέρος της δισκογραφίας, ο Πάνος Γαβαλάς με παρακινούσε να γράψω τραγούδια. Τότε δεν καταλάβαινα πόση σημασία είχε αυτό, για μένα το σημαντικό ήταν να παίζω στην Κολούμπια, να είμαι μπροστά με το μπουζούκι. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι έχανα ευκαιρίες. Θα μπορούσα να είχα γράψει τραγούδια για τον Γαβαλά, τον Καζαντζίδη ή τη Διαμάντη. Το μετάνιωσα. Τώρα, όμως, που το μπουζούκι παραγκωνίστηκε, ξύπνησε μια δύναμη μέσα μου. Άρχισα να γράφω τραγούδια σαν να αντιστέκομαι, για να υπάρχει το λαϊκό τραγούδι, έστω στο YouTube.

Έτσι προέκυψε, λοιπόν, η συνεργασία σας με την Αθηνά Καμπάκογλου;
Ακριβώς. Παλεύει και η Αθηνά για το λαϊκό τραγούδι. Εκείνη γράφει τους στίχους, εγώ τη μουσική. Δώσαμε τα τραγούδια στον Μανώλη Τοπάλη, έναν αυθεντικό λαϊκό τραγουδιστή, τον μόνο που έχει μείνει από την εποχή εκείνη. Το πρώτο κομμάτι λέγεται «Με πρόδωσες ξανά» και ήδη κυκλοφορεί, ενώ σύντομα θα βγει και το δεύτερο, «Τα ματάκια σου τα μαύρα».
Πώς κυλά η καθημερινότητά σας αυτήν την εποχή;
Ήρεμα και όμορφα, στον τόπο που μεγάλωσα. Πιστεύω ότι οι μουσικοί και οι τραγουδιστές πρέπει να σταματούν όταν έχουν ακόμη δυνάμεις, όχι όταν αρχίζουν να ξεθωριάζουν και να προκαλούν οίκτο. Εγώ κουράστηκα πολύ στα στούντιο και στα μαγαζιά, και σταμάτησα το 2010. Αργότερα έκανα μαθήματα σε παιδιά στην Αθήνα, αλλά πλέον ζω στη Χαλάστρα. Έφτιαξα το πατρικό μου από την αρχή και ζω εδώ, έχοντας πια νέες εμπειρίες και παραστάσεις.
