Ο Μιχάλης Αεράκης «πατέρας» του μεγάλου καλλιτέχνη στη σκηνή του θεάτρου «Ηβη» αποκαλύπτει τα μυστικά του «Αρχάγγελου της Κρήτης»

Φωτό: Βαγγέλης Μασιάς
Τον συναντήσαμε στο θέατρο «Ηβη», με αφορμή τη μεγάλη επιτυχία της παράστασης που είναι αφιερωμένη στη ζωή του Νίκου Ξυλούρη και συνεχίζει να παρουσιάζεται με συνεχόμενα sold out.
Ενας ηθοποιός με μακρά πορεία στο θέατρο και στην τηλεόραση, με ρίζες βαθιές στην Κρήτη και με προσωπική σχέση με την οικογένεια του μεγάλου καλλιτέχνη, μιλά για τον συγκινητικό ρόλο του πατέρα τού Ξυλούρη που παίζει στη σκηνή, για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και τη διαδρομή που τον οδήγησε στο θέατρο.
Παράλληλα, αναφέρεται στις σύγχρονες τηλεοπτικές του δουλειές, στη σημασία της ιστορικής μνήμης και τη σχέση του με την κοινωνία και την πολιτική. Με αμεσότητα και ειλικρίνεια ξεδιπλώνει μια πορεία ζωής γεμάτη αγώνες, εμπειρίες και βαθιά ανθρωπιά, μια πορεία που συνεχίζεται με την ίδια αγάπη για την τέχνη και τον άνθρωπο.

Βρισκόμαστε στο θέατρο «Ηβη», σε μια παράσταση που είναι sold out και έχει εξαιρετική απήχηση. Ερχονται και νέοι θεατές;
Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι ότι, πέρα από την ηλικιακή ομάδα των 50+, που ζουν τη μνήμη και άκουσαν τον Νίκο Ξυλούρη από κοντά, έρχεται και νέος κόσμος που έχει ακούσει τα τραγούδια του και κομμάτια της ζωής του. Στο τέλος της παράστασης, η συγκίνηση ξεχειλίζει, υπάρχουν δάκρυα, αλλά και χαμόγελα, γιατί υπάρχουν και κωμικά στοιχεία στη ζωή του Ξυλούρη.
Εχετε παίξει πολλούς ρόλους στη ζωή σας. Τι σημαίνει για εσάς να ενσαρκώνετε τον πατέρα του Νίκου Ξυλούρη;
Είναι άκρως συγκινητικό. Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν συγγενής της μητέρας μου, ξαδέρφια, και έτσι μεγάλωσα με τα ακούσματά του. Εζησα τη ζωή του από πολύ μικρός. Ο πρώτος ήχος που άκουσα ήταν από τη λύρα του Ξυλούρη. Γνώριζα τους φίλους του, τον πατέρα και τη μητέρα του, τα αδέλφια του.
Οταν μου πρότεινε ο Νικορέστης Χανιωτάκης να συμμετάσχω, αρχικά αρνήθηκα λόγω των πολλαπλών υποχρεώσεων στην τηλεόραση, αλλά μόλις μου είπε ότι πρόκειται για τον Νίκο Ξυλούρη κατάλαβα ότι αξίζει να κουραστώ για έναν άνθρωπο που, πέρα από φίλος και χωριανός, ήταν και μια σπουδαία μορφή. Ετσι, δέχτηκα να ενσαρκώσω τον πατέρα του, τον Ψαρογιώργη.
Υπήρχαν δυσκολίες στον ρόλο;
Δούλεψα περισσότερο μια σκηνή στο τέλος της παράστασης, μια μεταφυσική σκηνή, όπου ο Νίκος Ξυλούρης εμφανίζεται μόνος στο νοσοκομείο «Memorial» στην Αμερική και προσπαθεί να τραγουδήσει ένα ριζίτικο. Εκεί εμφανίζεται ο πατέρας του από τον Αδη και γίνεται μια συγκινητική συνομιλία.
Αυτή η σκηνή με ταλαιπωρεί κάθε φορά που την παίζω, γιατί με συγκινεί πολύ. Ναι, τα ξαδέλφια της μάνας μου, χωριανοί, φίλοι μου, τα ήξερα όλα. Η συμμετοχή μου ήταν πολύ προσωπική, γνώριμη και συγκινητική.
Τι σκεφτήκατε όταν ανακοινώθηκε ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Νίκου Ξυλούρη;
Οταν είδα όμως τον νέο ηθοποιό που θα ενσάρκωνε τον Νίκο, τον Εμιλιανό Σταματάκη, έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Η ομοιότητά τους είναι καταπληκτική και έχει το θείο δώρο της φωνής και της υποκριτικής.
Τα παιδικά σας χρόνια πώς ήταν στην Κρήτη; Μεγαλώσατε πολύ γρήγορα, γίνατε άντρας από μικρός.
Βέβαια, από παιδάκι μεγάλωσα απότομα. Επτά χρονών ήμουν άντρας, γιατί αυτή ήταν η εντολή του πατέρα μου. Μια νύχτα του χειμώνα, Φλεβάρης ήταν, την άλλη μέρα έφευγε για τη Γερμανία, η παραγγελιά του, έτσι λέγονται οι πατρικές επιθυμίες κάτω στην Κρήτη, ήταν από την επομένη να είμαι εγώ ο άντρας του σπιτιού.
Ημουν ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέλφια μου τότε. Από τα 7 μου χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου να περπατά και να συμπεριφέρεται όπως οι μεγάλοι άνθρωποι. Μεγάλωσα απότομα.
Αυτό επηρέασε την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα σας;
Με ωρίμασε. Με έκανε να ζυγίζω τα πάντα. Δεν είχα σχέση με παιχνίδια και παιδικές ασχολίες, ήμουν αντράκι.

Σε ποια ηλικία δουλέψατε για πρώτη φορά;
Δώδεκα χρονών. Μετακομίσαμε στο Ηράκλειο, φύγαμε από τα Ανώγεια το 1967, και τότε είχε γεννηθεί και ο μικρότερος αδελφός μου. Είπα στον πατέρα μου ότι θέλω να δουλέψω για να βοηθήσω την οικογένεια. Μου είπε «τι θα κάνεις;» και του απάντησα «αγόρασέ μου λαχεία να τα πουλάω». Ετσι άρχισα να πουλάω λαχεία στο Ηράκλειο.
Παράλληλα, δούλευα και ως βοηθός σερβιτόρου σε κρητικά νυχτερινά κέντρα.
Μετά φύγατε για την Αθήνα;
Ναι. Ηρθαμε στην Αθήνα γύρω στο 1970-1971. Είχα ήδη μεγαλώσει και μπορούσα να δουλέψω ακόμη και σε οικοδομές.
Το θέατρο πότε μπήκε στη ζωή σας;
Τυχαία μπήκα στο θέατρο. Πήγαινα σε νυχτερινό γυμνάσιο στους Αμπελόκηπους, για να μπορώ να δουλεύω το πρωί και να βοηθάω την οικογένειά μου. Μετά τη Μεταπολίτευση είχα πολιτικοποιηθεί, ήμουν στην ΚΝΕ, και ανασυστήσαμε έναν σύλλογο εργαζόμενων μαθητών.
Εκεί δημιουργήσαμε δύο τμήματα για την ψυχαγωγία των μαθητών: ένα μουσικό και ένα θεατρικό. Εγώ ήμουν στο μουσικό, γιατί τραγουδούσα. Πήγαινα σε ταβέρνες με φίλους μουσικούς και τραγουδούσαμε. Οταν όμως με είδε ο σκηνοθέτης, επειδή είχα μακριά μαλλιά και γένια, μου είπε: «Εσύ θα κάνεις τον παπά». Ετσι ξεκίνησα. Καθαρά τυχαία μπήκα στο θέατρο.
Πώς εξελίχθηκε η πορεία σας στο θέατρο;
Δούλεψα πολλά χρόνια στο Εθνικό Θέατρο. Μετά κατέβηκα στην Κρήτη και ανέλαβα καλλιτεχνικός διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης για 17 χρόνια. Είχα δεσμευτεί ότι όσο θα ήμουν διευθυντής δεν θα έπαιζα, ούτε θα σκηνοθετούσα. Προσέφερα στο θέατρο, αλλά καλλιτεχνικά «στέγνωσα». Οταν τελείωσε η θητεία μου, ανέβηκα ξανά στην Αθήνα και ξεκίνησα μια δεύτερη καριέρα.
Με την πολιτική ασχοληθήκατε ξανά;
Ημουν πολιτικοποιημένος από μικρός. Ανήκω στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς. Μου έκανε την τιμή ο Νίκος Ανδρουλάκης να είμαι υποψήφιος ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Πήρα περίπου 40.000 ψήφους χωρίς ιδιαίτερη προεκλογική δραστηριότητα. Σήμερα είμαι γραμματέας του Τομέα Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ και δουλεύουμε για να διαμορφώσουμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πολιτισμού.
Είχατε προτάσεις και από άλλα κόμματα;
Ναι, σχεδόν από όλα τα κόμματα και σε διάφορα επίπεδα, είτε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση είτε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Παλαιότερα έλεγα «όχι», γιατί προτεραιότητά μου ήταν η δουλειά μου. Τώρα που έχω μεγαλώσει, μπορώ να βοηθήσω χωρίς να επιδιώκω πολιτική καριέρα.
Φέτος συμμετέχετε σε μια πολύ επιτυχημένη σειρά, το «Πόρτο Λεόνε». Πείτε μας για την εμπειρία σας.
Το «Πόρτο Λεόνε» είναι η πρώτη μου συνεργασία με την παραγωγή «Αργοναύτες» του κυρίου Παπαχατζή και του κυρίου Ζάκαρη. Ομολογώ ότι έχω μείνει κατενθουσιασμένος από την άνεση και την επαγγελματικότητά τους σε όλα. Το έργο αυτό φωτίζει τη δεκαετία του ’60 στον Πειραιά.
Μπορεί να λέμε «μυθοπλασία», αλλά η μυθοπλασία είναι σαν αυτό που λέμε «δεν υπάρχει φωτιά χωρίς καπνό». Τα πραγματικά γεγονότα της περιόδου εκείνης περιπλέκονται με μυθοπλαστικά στοιχεία σε τέτοιο σημείο που δεν ξέρεις τι είναι αληθινό και τι όχι.
Η σειρά δείχνει μια εποχή άγνωστη στους νεότερους, με την Τρούμπα και τα καμπαρέ.
Η εποχή εκείνη στην Τρούμπα χαρακτηριζόταν από πάρα πολλά τέτοιου είδους μαγαζιά, που υποδέχονταν κυρίως ναύτες, ιδιαίτερα Αμερικανούς. Πέρα από αυτό, όμως, καλό είναι να γνωρίζουν και οι νέοι την Ιστορία. Τα παιδιά σήμερα δεν έχουν διδαχθεί σχεδόν τίποτα από τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Αυτό είναι ανησυχητικό και πιστεύω ότι το υπουργείο Παιδείας πρέπει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτόν τον τομέα.
Μέρος της Ιστορίας είναι και περιοχές όπως η Τρούμπα, αλλά και γεγονότα όπως οι εκτελέσεις αγωνιστών της Αντίστασης. Ολα αυτά οι νέοι πρέπει να τα γνωρίζουν, έστω σε πιο συμπυκνωμένη μορφή.
Θα δεχόσασταν έναν ρόλο «κακού»;
Ποτέ δεν είχα τέτοιου είδους αναστολές. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι, αν παίζω ρόλους «καλών», πρέπει να μείνω μόνο σε αυτούς για να μη χαλάσω το καλλιτεχνικό μου προφίλ. Είμαι ηθοποιός. Αν μου αρέσουν το σενάριο και ο ρόλος, δεν με ενδιαφέρει αν είναι καλός ή κακός. Οφείλω να υπερασπιστώ τον χαρακτήρα και να πείσω τον θεατή ότι είμαι αυτό που βλέπει.
Να πούμε και λίγα λόγια για τη νέα σας δουλειά στην ΕΡΤ.
Ξεκινά τη Δευτέρα 2 Μαρτίου μια νέα σειρά στην ΕΡΤ, με τίτλο «Από ήλιο σε ήλιο». Αφορά την ιστορία των μεταλλωρύχων το 1917, στη Σέριφο. Είναι ενδιαφέρον ότι το 1981 είχα συμμετάσχει, πάλι στην ΕΡΤ, σε μια σειρά για την εξέγερση των μεταλλωρύχων στο Λαύριο, με τίτλο «Τα Λαυρεωτικά». Είμαι ο μόνος ηθοποιός που συμμετείχε και στις δύο σειρές.
