Επίπλαστες λέξεις από την ομογένεια

Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι Ελληνες της Αμερικής στην καθημερινότητά τους και η επεξήγησή του.

Ποιος θα το φανταζόταν πως λέξεις όπως «η μαρκέτα», «τα μπιλοζίρια», «το ρούφι» και πολλά άλλα θα αποτελούσαν μέρος του καθημερινού λεξιλόγιου των ομογενών της Αμερικής. Ισως δεν καταλαβαίνετε ακριβώς τι… θέλει να πει ο ποιητής με τις ορολογίες αυτές, γι’ αυτό εγώ θα σας μεταφέρω στον μαγικό κόσμο των Greeklish που έχω ακούσει (και ευτυχώς δεν έχω υιοθετήσει) τα τελευταία τρία χρόνια που ζω στη Νέα Υόρκη.

Κατ’ αρχάς, για να κατανοήσετε τη σημειολογία των λέξεων και το σκεπτικό των ομογενών που τις «γέννησαν», να πω απλώς πως πρόκειται για λέξεις αγγλικές (ή αμερικανικές, όπως θέλετε πάρτε το) που «ελληνοποιήθηκαν» προσθέτοντας απλώς μια ελληνική κατάληξη.

– Πλήρωσες το «μπίλι»; Οχι, δεν εννοεί τον Μπίλι (Βασίλη), αλλά τον «bill» (λογαριασμό).

– Μήπως έχεις δύο «κόρια»; Οχι, δεν πρόκειται για κόρες αλλά για τα «quarters» (τα κέρματα των 25 cents).

– Πάω στη «μαρκέτα». Στην ποια;;; Το market θέλει να πει η νοικοκυρά!

– «Φρόζιασα»! Εννοεί ότι πάγωσε (από το ρήμα «freeze»).

– Κάλεσε τον «ρουφιάνο» να φτιάξει το «ρούφι» που στάζει. Μην πάει ο νους σας στο κακό, ο «ρουφιάνος» είναι αυτός που κατασκευάζει τη «roof» (σκεπή).

– Ο γείτονας «τρίμαρε» τα «μπούσια». Εδω και αν θες λεξικό! Σε απλά ελληνικά, έκοψε («trim») τους θάμνους («bushes»).

– Βαριέμαι να «μαπίσω» το «φλόρι». Αλλος γλωσσοδέτης! Η φράση προέρχεται από το ρήμα «mop» (σφουγγαρίζω) και το «floor» (πάτωμα).

– «Στακάραμε» άγρια στην κίνηση. Εννοεί ότι κόλλησε στην κίνηση (από το ρήμα «stuck»).

– Εχουμε χτυπήσει «μπιλοζίρια» αυτόν τον χειμώνα. Πριν χτυπήσετε το κεφάλι σας στον τοίχο για να αποκωδικοποιήσετε τη λέξη, προέρχεται από το «below» (υπό) και το «zero» (μηδέν), τουτέστιν θερμοκρασία «υπό το μηδέν».

– Τρως «στέκια»; Μη σκέφτεστε την απάντηση, είναι απλό: μόλις σας ρώτησαν αν τρώτε μπριζόλα, από το «steak» (μπριζόλα).

– Περνούν τα «τρόκια» από το «τουνέλι». Εδώ γελάμε ομαδικώς όμως…Τα τρόκια είναι από τη λέξη «trucks» (φορτηγά) και το τουνέλι από το «tunnel» (τούνελ).

– Γέμισε την «μπασκέτα» με δώρα. Οχι, δεν έχει καμία σχέση με το άθλημα, αλλά είναι το καλάθι με τα δώρα, από το «basket» (καλάθι).

– Να σου δώσω μετρητά ή «τσέκι»; Εννοεί επιταγή, από το «check» (επιταγή).

– Αναψε τη «φένα», έχω σκάσει. Την ποιαααα; Εννοεί το «fan» (ανεμιστήρας).

– Μένω έναν «μπλόκο» παρακάτω. Με αυτό και αν παθαίνεις κοκομπλόκο! Προέρχεται από τη λέξη «block» (οικοδομικό τετράγωνο).

– Θα φάμε στην «ντάινα» σήμερα. Δεν την ξέρω την κυρία! Η ντάινα είναι από το «diner» (εστιατόριο, που συνήθως είναι ανοιχτό 24ώρες το 24ωρο).

– Εχει «ελεβέτα» η πολυκατοικία σας; Κοινώς, έχει ασανσέρ; Από τη λέξη «elevator».

– «Μούβαρε» το «κάρο» σου. Σου ζητάνε να κουνήσεις (από το ρήμα «move») το αμάξι σου (από τη λέξη «car»).

– Εφαγα «τικέτο». Οχι πακέτο, τικέτο! Από το «ticket» (κλήση).

– Κάλεσε την «άμπουλα». Αντε να καταλάβεις… Εννοεί το ασθενοφόρο, από το αγγλικό «ambulance».

– Ο «μπόσης» και η «μπόσενα». Πώς λέμε κυρα-Γιώργαινα; Ε, κάτι τέτοιο! Η «μπόσενα» είναι η αφεντικίνα και ο «μπόσης» το αφεντικό (από την αγγλική λέξη «boss»).

ΑΝΤΖΕΛΑ ΠΑΝΤΕΛΗ

{{-PCOUNT-}}26{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ