Ο,τι πρέπει να γνωρίζουμε για τη λύσσα

Η συστηματική εφαρμογή προγραμμάτων εμβολιασμού στα ζώα μπορεί να περιορίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα.

Από τον Αθανάσιο Τσακρή Καθηγητή Μικροβιολογίας, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η λύσσα, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας από την Ελλάδα, έχει επανέλθει μετά την πρόσφατη ταυτοποίηση του ιού της λύσσας σε άγρια αλλά και οικόσιτα ζώα σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Να θυμηθούμε ότι στη χώρα μας η τελευταία αναφορά της νόσου σε ζώο ήταν πριν από περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια, το 1987, ενώ το τελευταίο περιστατικό σε άνθρωπο σημειώθηκε το 1970.

Η λύσσα εκδηλώνεται μερικές βδομάδες ή μήνες μετά την έκθεση στον ιό, με γενικά συμπτώματα, όπως πυρετός, πονοκέφαλος και γενικευμένη αδιαθεσία και αδυναμία, που γρήγορα καταλήγουν σε βαριά εγκεφαλίτιδα. Αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας σε πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από λύσσα, με τα μεγαλύτερα ποσοστά να καταγράφονται στην Ινδία και σε χώρες της Αφρικής. Στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ η νόσος εντοπίζεται κυρίως σε ζώα, ενώ συγκριτικά πολύ λιγότερα περιστατικά καταγράφονται στους ανθρώπους. Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, κάθε χρόνο δηλώνονται 6.000 περίπου εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα σε ζώα, αλλά συνήθως λιγότερα από δέκα κρούσματα σε ανθρώπους, με τα περισσότερα να καταγράφονται σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Η ιός της λύσσας ανιχνεύεται συχνότερα σε αλεπούδες, ρακούν, κουνάβια, νυχτερίδες και άγριους σκύλους, που αποτελούν και τη δεξαμενή του ιού. Στη συνέχεια τα ζώα αυτά της άγριας πανίδας μολύνουν οικόσιτα ζώα, όπως σκύλους και γάτες, που αποτελούν την κύρια πηγή μόλυνσης για τον άνθρωπο. Ο ιός της λύσσας εισέρχεται στο σώμα του ανθρώπου από το σάλιο του μολυσμένου ζώου, όταν υπάρχουν πληγές ύστερα από δάγκωμα ζώου ή -λιγότερο συχνά- όταν υπάρχουν εκδορές ή αμυχές στο δέρμα ή όταν βλεννογόνοι του σώματος εκτίθενται στο σάλιο του μολυσμένου ζώου.

Τα τελευταία χρόνια η νόσος καταγράφεται με αυξανόμενη συχνότητα σε άγρια κυρίως ζώα των χωρών που συνορεύουν με την Ελλάδα. Ο ιός της λύσσας ενδημεί στην άγρια πανίδα της Αλβανίας, της ΠΓΔΜ, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, ενώ σποραδικά κρούσματα αναφέρονται σε σκύλους και γάτες σε πολλές βαλκανικές χώρες. Στη χώρα μας το πρόγραμμα επιτήρησης στα ζώα, που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, έχει καταγράψει από τον Οκτώβριο του 2012 μέχρι τον Μάρτιο του 2013 δεκαεπτά εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα λύσσας σε άγρια ή οικόσιτα ζώα, που σε αρκετές περιπτώσεις συνδυάζονται με ανθρώπινη έκθεση. Τα περιστατικά αυτά αφορούν κυρίως κόκκινες αλεπούδες και μεμονωμένα σκύλους και γάτες που εμφάνισαν συμπτώματα της νόσου σε περιοχές της δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

Για την αντιμετώπιση της λύσσας ιδιαίτερη σημασία έχει ο περιορισμός της νόσου στα άγρια ζώα, όπως είναι η κόκκινη αλεπού, που αποτελεί και την κύρια δεξαμενή του ιού στη χώρα μας. Για τον σκοπό αυτό η χορήγηση στις αλεπούδες πόσιμου εμβολίου σε δόλωμα αποτελεί σημαντικό μέτρο για τον περιορισμό της νόσου στα ζώα. Επίσης η συστηματική εφαρμογή προγραμμάτων εμβολιασμού στα ζώα μπορεί να περιορίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Ο εμβολιασμός παρέχει σχεδόν απόλυτη προστασία στο ζώο, αλλά έμμεσα και στον άνθρωπο. Τα προγράμματα εμβολιασμού έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα αδέσποτα ζώα, όπως επίσης για τα οικόσιτα ζώα στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές.

Στον άνθρωπο η αντιλυσσική αγωγή ύστερα από πιθανή έκθεση στον ιό περιλαμβάνει σειρά από δόσεις αντιλυσσικού εμβολίου και κατά περίπτωση τη χορήγηση αντιλυσσικής άνοσης σφαιρίνης (αντιλυσσικός ορός). Η χορήγηση ή όχι αντιλυσσικής θεραπείας εξαρτάται από τον τύπο του τραύματος, τη συμπεριφορά του ζώου και τη γεωγραφική περιοχή της πιθανής έκθεσης. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εκτιμάται από τον θεράποντα γιατρό και με βάση τον αλγόριθμο αντιμετώπισης αυτών των περιστατικών.

{{-PCOUNT-}}12{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ