Ενα κοπέλι (τση Κρήτη) 100χρονων

Ο αιωνόβιος Στέλιος Παναγιωτάκης από το Ρέθυμνο (γεννήθηκε το 1913) μιλάει για τις «κατοχικές εικόνες» της κρίσης που δεν περίμενε με τίποτα να ξαναζήσει!

Εχει ζήσει δύο Παγκόσμιους Πολέμους, τους Βαλκανικούς, έναν εμφύλιο, μία δικτατορία, τη δύση ενός αιώνα και την αυγή ενός άλλου.


Ο Ρεθυμνιώτης Στέλιος Παναγιωτάκης, γεννημένος το 1913 (ιστορική χρονιά κατά την οποία έγινε η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα) έχει γευτεί πολλές πίκρες και χαρές της ζωής. Σήμερα, στα 100 του χρόνια, βιώνει μια νέα «κατοχή», όπως λέει με απογοήτευση, αφού «δεν υπάρχει ένας γερός άνθρωπος να τον κάτσουμε στην κυβέρνηση».


Τη περασμένη Δευτέρα ο κυρ-Στέλιος από το Μουρνέ Αγίου Βασιλείου έκλεισε τα 100, αλλά νιώθει παλικάρι. Δεν τον πτόησε ούτε το ατύχημα που είχε πριν από περίπου ένα χρόνο, όταν έπεσε και έσπασε το πόδι του, ενώ συνεχίζει να απολαμβάνει την καθημερινή του ρουτίνα:


νωρίς το μεσημέρι θα φάει καλά, αλλά χωρίς υπερβολές, με το γεύμα του να συνοδεύεται απαραιτήτως από ένα ποτηράκι ρακή. Επειτα ένα καλός ύπνος και το απογευματάκι θα σηκωθεί και θα πάει «γραμμή» στο καφενείο του χωριού, όπου θα συναντήσει τους συγχωριανούς του, θα πιει μαζί τους ένα καφεδάκι και θα συζητήσουν διάφορα θέματα. Οταν δε η κουβέντα πηγαίνει στην πολιτική, τότε είναι που ξεσπαθώνει και τα λέει… τσεκουράτα.


Ο αιωνόβιος είναι το πρώτο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Οι αδερφές του ζουν στην Αθήνα, ενώ ο αδερφός του έχει πεθάνει.


Οπως είπε μιλώντας στην «Espresso της Κυριακής», δεν μπορεί να χωνέψει αυτή την κλεψιά του δημόσιου πλούτου που ποτέ ξανά δεν συνάντησε στα χρόνια του: «Εφαγαν τον πλούτο τση πατρίδας, έκλεβαν τα ταμεία των εργαζομένων, κοίταζαν ποιος θα πάρει τα περισσότερα και ήντα θα βάλουν στην τσέπη τους» λέει με τη χαρακτηριστική κρητική του προφορά. «Γι’ αυτό φτάσαμε εδώ που φτάσαμε!


Πριν από την Κατοχή αλλά και μετά υπήρξε πείνα, το ψωμί ήταν πολυτέλεια και επιβίωναν μόνον όσοι είχαν λάδι. Τα πήγαινε – έλα των κάρων που κουβαλούσαν τσ’ ανθρώπους που πέθαιναν από την πείνα γινόντουσαν ολοένα και συχνότερα. Εξήντα χρόνια πέρασαν, και πάλι στις πόλεις συναντάς ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια μπας και βρουν κάτι να φάνε. Εικόνες άλλων εποχών, που εγώ έζησα και δεν πίστευα με τίποτα ότι θα ξαναζήσω. Ωρα είναι να μπουν νέα μυαλά στο τιμόνι τση χώρας». 


Ο πόλεμος και η χώρα που καταρρέει
 
Ο κυρ-Στέλιος δεν έχει κάποιο μυστικό για τη μακροζωία του: «Δεν πίνω πολύ, πέρα από ένα ποτηράκι ρακή κάθε μεσημέρι, στη διατροφή μου έχω μέτρο και δεν καπνίζω».


Οταν όμως ήταν νεότερος, στα χρόνια του πολέμου, κάπνιζε αρειμανίως και «το ‘κοψε όταν έφυγαν οι Γερμανοί», που άκουσε από κάποιους πως κάνει κακό στην υγεία. «Πολέμησα στην Αλβανία και ήμουν συσσιτιάρχης. Μου έφερναν τα τρόφιμα της ομάδας και τα μοίραζα.


Τα τσιγάρα που έφερναν κάθε μέρα μού έμεναν γιατί υπήρχαν απώλειες, δεκάδες στρατιώτες σκοτωνόντουσαν. Διάλεγα τα καλά και κάπνιζα συνεχώς, από το πρωί έως το βράδυ, κι αυτό γιατί απαγορευόταν τη νύχτα να ανάψεις φωτιά. Ετσι, όταν κόντευε να σβήσει το ένα τσιγάρο, άναβα το άλλο.


Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί και τακτοποιηθήκαμε, συνέχισα για λίγο ακόμα το κάπνισμα στο καφενείο, αλλά όταν έμαθα ότι κάνει κακό στην υγεία και είναι καρκινογόνο, το έκοψα μια και δεν το είχα μεγάλο μεράκι». Γεωργός, όπως ο πατέρας και ο παππούς του, ο κυρ-Στέλιος δούλευε όλη του τη ζωή στα χωράφια.


«Εχω δύο γιους και μία κόρη. Ο ένας μου γιος έχει γιο 30 ετών και ο άλλος μία κόρη 25 ετών. Τ’ αγγόνια μου έχουν πτυχία και κάθονται. Πώς λοιπόν να παντρευτούν και να φτιάξουν οικογένεια, όταν η χώρα καταρρέει και δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή;»


ΕΥΑ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ

{{-PCOUNT-}}4{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ