Ο Ελληνας παπαράτσι που ήταν η «σκιά» των stars!

O Δημήτρης Αλεξιάδης, ο πρώτος έλληνας παπαράτσι γυρνά πίσω τον χρόνο και θυμάται τις εποχές που κυνηγούσε τον Ωνάση, την Αλίκη και την Κάλλας για ένα «κλικ».

Για να τη «στήσει» στον Ωνάση έδωσε όλες τις οικονομίες του αγοράζοντας μια σούπερ φωτογραφική μηχανή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί κανένας από τους Ελληνες συναδέλφους του. Για να απαθανατίσει την Κάλλας, την έβαλε μέχρι και να μπει με τα ρούχα μέσα στη θάλασσα. Με την Αλίκη τα πράγματα ήταν διαφορετικά: η σχέση τους άρχισε όταν του έφερε την τσάντα της στο κεφάλι για να μην τη φωτογραφίσει και κατέληξε με ατελείωτες φιλικές συζητήσεις και αποκλειστικές λήψεις στο εξοχικό της στον Θεολόγο, όπου συχνά ήταν επίτιμος φιλοξενούμενος. Κάπως έτσι ο Δημήτρης Αλεξιάδης, ο πρώτος Ελληνας παπαράτσι, έζησε με μοναδικό τρόπο την αίγλη μιας μοναδικής εποχής.


Ο «τελευταίος των Μοϊκανών» της γενιάς του, που απαθανάτισε μέσα από τον φακό του πολιτικούς, διασημότητες, μοντέλα, ηθοποιούς και υπέρλαμπρους σταρ, μας υποδέχτηκε στον χώρο του, μια «μηχανή του χρόνου» που σε ταξιδεύει ανά τις δεκαετίες, μέσα από αμέτρητες φωτογραφίες και τα κολάζ με ένα μέρος από τα χιλιάδες εξώφυλλα που έχει κάνει για ιστορικά περιοδικά, όπως τα «Ρομάντσο», «Ντομινό» και «Θησαυρός», έως και τα πιο σύγχρονα. Τα μάτια «σκαλώνουν» στους τοίχους, καθώς αναγνωρίζουν την Τζάκι, τη Μαρία Κάλλας, τον Δημήτρη Χορν, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και ξένους αστέρες που ο επίμονος παπαράτσι αποφάσισε να γίνει η «σκιά» τους. Στον απέναντι τοίχο φιγουράρουν ντοκουμέντα από σημαντικά γεγονότα: η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα, οι συγκλονιστικές στιγμές από το Πολυτεχνείο, τα σημαντικά ταξίδια του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι βόλτες του Ωνάση και του γιου του Αλέξανδρου στην Ελλάδα…


Στην πραγματικότητα, το μέγεθος του Δημήτρη Αλεξιάδη ορίζεται τόσο από την ποιότητα όσο και από την ποσότητα. Το πλούσιο αρχείο του αριθμεί πάνω από 7.500 φακέλους με αντίστοιχο αριθμό ξεχωριστών θεμάτων, που σχεδιάζει κάποια στιγμή να τα εκθέσει. Μεγάλη και ενδιαφέρουσα ιστορία έχουν και οι φωτογραφικές μηχανές του, πολλές από αυτές οικογενειακά κειμήλια, καθώς πέρασαν από τον παππού του στον πατέρα του και έπειτα σε εκείνον.


Ξεκινώντας το 1965, ο νεαρός τότε Δημήτρης ήξερε ακριβώς τι ήθελε να κάνει. Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος όμως για να το πετύχει, καθώς το 1966 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα «Βραδυνή», έως και το 1973 που την έκλεισε η χούντα. Κάπως έτσι πήρε την απόφαση να κάνει ακόμη ένα βήμα στην καριέρα του δημιουργώντας το πρώτο γραφείο, στούντιο και πρακτορείο. Ο δρόμος προς τη δόξα δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, εννοείται. Επτά φορές τον συνέλαβαν επί δικτατορίας, ενώ του είχε απαγορευτεί και η έξοδος από τη χώρα. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να ανακόψει την πορεία του. Και τίποτε δεν μπόρεσε να τον εμποδίσει να συνεργαστεί τελικά με μεγάλους τίτλους περιοδικών και εκτός των συνόρων, όπως τα γερμανικά «Bunte» και «Spiegel», αλλά και μεγάλα ιταλικά περιοδικά, κάνοντας τελικά πάνω από 1.000.000 εξώφυλλα και φωτογραφίζοντας τα μεγαλύτερα ονόματα της showbiz.


«Εχω φωτογραφίσει σχεδόν όλους τους τραγουδιστές και τους ηθοποιούς από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα» λέει στην «Espresso της Κυριακής» και προσθέτει ότι είναι τόσα πολλά τα ονόματα, που δεν ξέρει ποιο να πρωτοπεί. Τον ρωτάμε λοιπόν ποιοι του έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση. «Η Μελίνα Μερκούρη ήταν από τις γυναίκες που μου είχε να κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Είχε έρθει πιο νωρίς από το ραντεβού που είχαμε δώσει και -παρά τη φήμη και τη δημοσιότητα που είχε- περίμενε υπομονετικά να έρθει η σειρά της για να φωτογραφηθεί. Χωρίς ίχνος βεντετισμού, χωρίς σταριλίκι. Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, πάλι, μια άλλη ξεχωριστή γυναίκα, η γνωριμία μας ξεκίνησε εντελώς αρνητικά. Με έναν τσακωμό που είχε αποτέλεσμα να μου πετάξει μέχρι και… την τσάντα της για να μην τη φωτογραφίσω! Η συνέχεια βέβαια ήταν διαφορετική, αφού με την πάροδο των ετών γίναμε φίλοι και δεν ήταν λίγες οι φορές που με φιλοξένησε στον Θεολόγο».


Ο φακός του Δημήτρη Αλεξιάδη δεν είδε φυσικά μόνο σταρ και πρωταγωνιστές. Αιχμαλώτισε και τα μεγαλύτερα ιστορικά ντοκουμέντα της νεότερης περιόδου. Ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο εξωτερικό για να μας βάλει στην ΕΟΚ, αλλά και η τελευταία εκτέλεση διά τυφεκισμού. «Είναι από τις στιγμές που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Μπορώ να το χαρακτηρίσω το κορυφαίο γεγονός μέσα από τη δουλειά μου ή τουλάχιστον το γεγονός που με συγκλόνισε περισσότερο. Τα τράβηξα όλα καρέ καρέ. Το τελευταίο τσιγάρο, πώς το έσβηνε έπειτα από κάθε τζούρα και του το άναβαν πάλι- για να κρατήσει περισσότερο».


Είναι φανερό ότι η φωτογραφία για τον Δημήτρη Αλεξιάδη είναι μεράκι. Και τώρα που είναι συνταξιούχος της Ενωσης Φωτορεπόρτερ συνεχίζει να καλύπτει θέματα, τα οποία ανεβάζει στο προσωπικό του blog (genesisphotopress), ενώ τον υπόλοιπο ελεύθερο χρόνο του τον περνάει ψηφιοποιώντας το αρχείο του και συναντώντας φίλους από τα παλιά, ανάμεσά τους τον Φαίδωνα Γεωργίτση και τον Γιάννη Πουλόπουλο. «Τώρα βγαίνω στους δρόμους και κάνω ρεπορτάζ, και θυμάμαι το ξεκίνημά μου. Οπως ξεκίνησα έτσι θέλω να τελειώσω. Δεν θέλω να πεθάνω στα καφενεία, αλλά στους δρόμους».


Ο Δημήτρης Αλεξιάδης μιλά με νοσταλγία για το κεφάλαιο Ωνάσης στην ζωή του. «Για χάρη του Ωνάση αγόρασα τότε τη NIKON F, η οποία είχε έναν ειδικό φακό ζουμ, τον μεγαλύτερο για εκείνη την εποχή, και είναι ο μοναδικός που αγοράστηκε στην Ελλάδα. Εκανα αυτήν την πανάκριβη αγορά για να μπορώ να τραβάω λήψεις από τον Σκορπιό, όταν πλησιάζαμε με βάρκα ή τρεχαντηράκια τα οποία νοικιάζαμε, αφού ο παράδεισος του Ελληνα κροίσου φυλασσόταν στενά. Ο Αλέξανδρος, σε αντίθεση με τον πατέρα του, που πολλές φορές μας έβριζε τους φωτογράφους, ήταν πολύ ευγενής και η μόνη παρατήρηση που μου είχε κάνει ήταν να μην τον βγάζω με φλας, γιατί είχε ένα πρόβλημα στα μάτια και τον ενοχλούσε το φως. Από την Τζάκι Κένεντι Ωνάση αυτό που θυμάμαι ήταν το πόσο ευγενική και συνάμα τυπική ήταν. Θυμάμαι πως περπατούσε με τα παιδιά της στη Γλυφάδα και παρά τους σωματοφύλακες, τη φωτογράφισα, αν και είχα τον φόβο του τι θα συμβεί. Ευτυχώς δεν είχα επιπτώσεις.


Η Κλαούντια, η Μπε-Μπε, ο Χέφνερ και τα «κουνελάκια»


«Από τις πιο επεισοδιακές γνωριμίες μου ήταν με την Κλαούντια Καρντινάλε. Είχε έρθει στην Ελλάδα κι εγώ τη φωτογράφισα με τον συνοδό της, ενώ την ίδια στιγμή εκείνη είχε σχέση στην Ιταλία. Επειδή θα έμπαιναν οι φωτογραφίες της και στα ιταλικά περιοδικά έκλαιγε, μέχρι που τσακωθήκαμε. Τελικά, η αδελφή της έπαιξε τον ρόλο του πυροσβέστη και τα βρήκαμε!


Από τσακωμούς, άλλο τίποτα! Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση του κανόνα. Επισκέφτηκε την Ελλάδα με τον Ρίτζι, έναν Ευρωπαίο playboy της εποχής. Ενοχλήθηκε που τους φωτογράφισα και τελικά τσακώθηκα άγρια μαζί του. Δεν θα ξεχάσω το κυνηγητό με τον Τόνι Κέρτις στον “Αστέρα της Βουλιαγμένης”. Ετρεχε από διάδρομο σε διάδρομο για να με αποφύγει.


Ενώ ο Ζαν Πολ Μπελμοντό, άλλος άνθρωπος. Αν και στην αρχή με απέφευγε, αφού είδε ότι είχα γίνει η σκιά του και δεν μπορούσε να ξεφύγει, ζήτησε να με γνωρίσει! Και ήταν η πρώτη φορά που δέχτηκε να φωτογραφηθεί με την τότε σύντροφό του Ούρσουλα Αντρες, μια φωτογραφία που μου ζητούσαν επίμονα τα ξένα περιοδικά. Ο Γουόρεν Μπίτι, από την άλλη, με είχε απειλήσει, πετώντας μου μέχρι και πετσέτα για να σταματήσω, αλλά τελικά τον φωτογράφισα. Εκείνο που θυμάμαι πολύ έντονα είναι πως όταν είχε έρθει η Σοράγια, μετά τον χωρισμό της από τον Σάχη, στον “Αστέρα” για να τη φωτογραφίσω είχαμε επίσης κυνηγητό: εκείνη με Λαμποργκίνι κι εγώ με ένα 600αρακι Fiat! Τα καλύτερα, πάντως, έχω να τα θυμηθώ από τον Χιου Χεφνερ. Είχε έρθει με το learjet στο Ελληνικό και με τα “κουνελάκια” του βγήκαμε στη νυχτερινή Αθήνα για να διασκεδάσουμε».


Ο Δημήτρης Αλεξιάδης γυρνώντας πίσω την μηχανή του χρόνου θυμάται την γνωριμία του με την ντίβα της όπερας την Μαρία Κάλλας. «Η Μαρία Κάλλας, ήταν μια ξεχωριστή στόφα ανθρώπου.


Οταν χώρισε από τον Ωνάση είχε πάει με τον εφοπλιστή Εμπειρίκο στο ιδιωτικό του νησί, στους Πεταλιούς. Αν και στην αρχή είχα κάποια προβλήματα με την ασφάλεια, η ντίβα της όπερας όταν άκουσε τους διαπληκτισμούς μου με τους φρουρούς δεν φέρθηκε καθόλου σαν ντίβα. Ηρθε κοντά μας και ζήτησε να μάθει τι συνέβη. Επειτα έδωσε εντολή μιλώντας με έντονο ύφος στους άντρες της φρουράς και πέρασα στο νησί. Και εκεί το όνειρο έγινε πραγματικότητα: δέχτηκε να τη φωτογραφίσω όπως εγώ ήθελα, ακόμη και μέσα στη θάλασσα».



ΤΕΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ – Φωτ.: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΣΙΑΣ

{{-PCOUNT-}}4{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ