Πρώτη φορά στην αμερικανική Ιστορία, κληρονόμος κατέθεσε αγωγή 10,35 δισεκατομμυρίων ευρώ εναντίον δύο μεγάλων τραπεζών, κατηγορώντας τες ότι βοήθησαν τον πατέρα της να της «φάει» περισσότερα από 300.000.000 ευρώ από προσωπικό καταπίστευμα.
Την αγωγή, που θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικό προηγούμενο, κατέθεσε σε δικαστήριο του Κολοράντο για λογαριασμό της Τάνια Ντικ-Στοκ και του συζύγου της Ντάριν Στοκ ο δικηγόρος και πρώην γερουσιαστής Τζον Εντουαρντς. Η Τάνια είναι κόρη του εκλιπόντος μεγιστάνα του real estate Τζον Ντικ Σένιορ, ιδιοκτήτη της εταιρίας La Hougue. Αυτόν τον καιρό η εταιρία La Hougue ερευνάται από επιτροπή του Κογκρέσου για ξέπλυμα χρήματος κακοποιών και για την κατηγορία ότι βοηθούσε πλουσίους, μεταξύ των οποίων τα αδέλφια της Γκισλέιν Μάξγουελ, να κρύβουν τα χρήματά τους σε φορολογικούς παραδείσους. Τα δικαστικά έγγραφα που επικαλείται η «New York Post» αναφέρουν ότι το 1984, στο πλαίσιο του διαζυγίου του Τζον Ντικ Σένιορ από τη μητέρα της Τάνια, Μέρι, δημιουργήθηκε καταπίστευμα 302.000.000 ευρώ στο όνομα της Τάνια. Τη διαχείριση του καταπιστεύματος είχαν οι τράπεζες Barclays και HSBC, καθώς επίσης και εταιρίες διαχείρισης καταπιστευμάτων.

Η Τάνια υποστηρίζει ότι όταν το 1995 οι τράπεζες αποχώρησαν από τη διαχείριση του καταπιστεύματος, όρισαν παράνομα ως διαχειρίστρια μια offshore εταιρία του πατέρα της Τζον Ντικ Σένιορ. Η αγωγή αναφέρει ότι οι ιδρυτικοί κανόνες του καταπιστεύματος έλεγαν ξεκάθαρα ότι αν οι τράπεζες αποχωρούσαν από τη διαχείρισή του, αυτή έπρεπε να περάσει σε άλλες τράπεζες.
Ο Τζον Ντικ Σένιορ, πάντα σύμφωνα με το κατηγορητήριο της Τάνια Ντικ-Στοκ, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η εταιρία του απέκτησε τη διαχείριση του καταπιστεύματος της κόρης του για να καταχραστεί τα χρήματα και να αδειάσει τον τραπεζικό λογαριασμό.
