Κοσμική κυρία ημιλιπόθυμη (σε πάρκινγκ) λόγω αλκοόλ

Η εικόνα-σοκ της κάποτε γεμάτης φρεσκάδα σελέμπριτι που γλεντούσε κάθε βράδυ, αλλά πλέον πηγαίνει ακάλεστη σε πάρτι και βάζει «θηλιά» στον λαιμό της το ποτό που ρέει άφθονο

Ηταν κάποτε μια πριγκίπισσα των χορών. Την είδα πριν από λίγες νύχτες, ξημερώματα… Να πατά το μακρύ σινιέ φόρεμά της, να σέρνεται στα τέσσερα σε πάρκινγκ, στο περιθώριο ενός κοσμικού πάρτι! Τραύλιζε! Ξέρναγε!

ΑΠΟ ΤΗΝ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Ολοι όσοι την ήξεραν έτρεχαν μακριά της. Το φόρεμα είχε λερωθεί και είχε σχιστεί. Αίματα τρέχανε από τα χέρια και τα γόνατά της. Τα ψηλά, φετιχιστικά πανάκριβα τακούνια, στραβοπατημένα. Μέσα στο σκοτάδι, με ένα φεγγάρι προδοτικά φωτεινό, μαύριζε κι άλλο η άμορφη μάζα της γυναίκας που έκλαιγε πια. Τα εξτένσιον της είχαν σκορπιστεί παντού, αφήνοντας το κρανίο της γυμνό, οδυνηρά αδειανό κάτω από το σεληνόφως.

Ηταν κάποτε ένα κορίτσι γεμάτο φρεσκάδα, χαριτωμένη αναίδεια και πολλές γνώσεις αποκτημένες σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Κόρη πλούσιας και καλής οικογένειας των Αθηνών. Εφηβεία. Το πάρτι αρχίζει… Δεν ήταν όμορφη. Μικρόσωμη, με ακανόνιστα χαρακτηριστικά, πολύ αδύνατη, κατάφερνε να γίνεται ποθητή με τη συνεχόμενη, κουρδισμένη θαρρείς, ενέργειά της.

Ηξερε τα πάντα, σκορπούσε χρήματα προκλητικά, έχει ταλέντο να αναδεικνύει φελλούς και να υποτιμά τους αξιόλογους. Γίνεται αντιπαθής ακόλουθος, παραχωρώντας την πριγκιπική θέση της σε λαϊκούς σφετεριστές της κομψότητας. Ενας ξαφνικός γάμος, πολύ της φιγούρας και της πόζας! Τα χρόνια περνάνε! Η παντογνώστρια, η σοφή, το πλουσιοκόριτσο μεγαλώνει. Το πάρτι σχολάει ξαφνικά.

Ηταν κάποτε μια αρχοντοπούλα που γιόρταζε κάθε βράδυ. Τώρα πάει ακάλεστη σε πάρτι και κοσμικά γεγονότα και βάζει «θηλιά» στον λαιμό της το αλκοόλ. Είχα χρόνια να τη δω… Την είδα να σέρνεται… Το μαύρο ρίμελ είχε στάξει με τα μεθυσμένα δάκρυά της στα μπογιατισμένα μάγουλα, αφήνοντας ρυάκια σκαμμένα από θλίψη. Ξαφνικά ήταν πιο συμπαθής από ποτέ… Δεν της έδωσα χέρι να τη σηκώσω… Περνώντας δίπλα της την άκουσα να μιλά σε έναν υστερόβουλο φίλο της, απ’ αυτούς τους κοσμικούς λιμοκοντόρους της τζαμπατζίδικης διασκέδασης. Ο άναρθρος λόγος ξεδιάλυνε: «Κανείς δεν μ’ αγαπάει. Κανείς». Μπήκα στο αυτοκίνητό μου όλο ντροπή. Μαρσάροντας, μου φαίνεται πως πάτησα τα εξτένσιον της. Σε όλο τον δρόμο με κυνηγούσε η φωνή της. «Κανείς δεν μ’ αγαπάει». Πάτησα γκάζι να φύγω μακριά, να πάρω ανάσα…

{{-PCOUNT-}}8{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ