«Πρόλαβα τη νυχτερινή Αθήνα στις δόξες της»

Η Ελένη Ροδά με την ιδιαίτερη, βραχνή φωνή θυμάται πώς πέρασε από τη Γυμναστική Ακαδημία στη δραματική σχολή και από εκεί στις μεγάλες πίστες

r134r234Εχει γράψει τη δική της λαμπρή ιστορία στη λεγόμενη «χρυσή εποχή» της νυχτερινής Αθήνας. Η Ελένη Ροδά, που μπήκε στον χώρο του τραγουδιού με τις… ευλογίες του Μίκη Θεοδωράκη, άρχισε ως ηθοποιός και μάλιστα σε παραστάσεις αρχαίου δράματος.

ΑΠΟ ΤΟΝ 
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
Φωτό: Βαγγέλης Μασιάς

Η μοίρα και ο έρωτας την έφεραν γρήγορα στο εμπορικό είδος του θεάματος για να γίνει ένα από τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, που διέπρεψαν σε θρυλικές αθηναϊκές πίστες στις δεκαετίες ’70 και ’80, ζώντας πολύ ιδιαίτερες στιγμές από φανατικούς θαυμαστές της. Μάλιστα, γνωστός κοσμικός έφτανε στο σημείο να της… κόβει τα φουστάνια την ώρα που τραγουδούσε!

«Οπου και να εμφανιζόμουν τραβούσα κόσμο που με ακολουθούσε πιστά. Και στο χειρότερο μαγαζί να ήμουν, το γέμιζα από φανατικούς θαυμαστές μου. Είχα και πολύ φοιτητόκοσμο από το Πολυτεχνείο, αλλά και πάρα πολλά καψούρια! Κάθε βράδυ επέστρεφα στο σπίτι μου με τη… συνοδεία δύο και τριών αυτοκινήτων από άτομα που ήταν ερωτευμένα μαζί μου. Εγώ όμως τα κατάφερνα πολύ ωραία και στο τέλος γινόμουν φίλη μαζί τους» λέει στην «Espresso» και αποκαλύπτει ότι δεν έχει πλούσια δισκογραφία, γιατί αδιαφορούσε στα καλέσματα των συνθετών, ώστε να πάει στο στούντιο και να γράψει κομμάτια τους σε δίσκο.

Παρ’ όλα αυτά η φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα απέδωσε με μοναδικό τρόπο κλασικά πλέον λαϊκά τραγούδια που αποτυπώθηκαν στο βινίλιο, όπως τα κομμάτια «Η δουλειά κάνει τους άντρες» (των Μ. Λοΐζου και Λ. Παπαδόπουλου για την ταινία «Τρούμπα 67»), «Ανθρωπάκι» (του Γιώργου Ζαμπέτα για το φιλμ «Αγάπη μου παλιόγρια») και «Βουρκωμένη Δευτέρα» (επίσης του ίδιου).

Εχει εμφανιστεί και ως ηθοποιός σε διάφορες ταινίες, ενώ λίγοι γνωρίζουν πως έχει δανείσει τη φωνή της στην πρωταγωνίστρια της ταινίας του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία» Μάρω Βασιλείου, γιατί δεν άρεσε στον σκηνοθέτη η προφορά της.

Η Ελένη Ροδά, αν και γεννήθηκε στην Καρδίτσα, θεωρεί πατρίδα της τη Λάρισα, γιατί εκεί μεγάλωσε την εποχή του Εμφυλίου. «Τα χρόνια που πέρασα ως παιδί ήταν πολύ ωραία. Αν και στερημένα, ήταν ξένοιαστα. Ολο παιχνίδι, πάντα με ένα λάστιχο στη μέση, ποδόσφαιρο με τα αγόρια στις αλάνες, ένα αγοροκόριτσο.

»Εχω δύο αδελφούς μικρότερους από εμένα. Παλιά έλεγα ότι εγώ ήμουν μικρότερή τους για να κρύβω την ηλικία μου, τώρα που μεγάλωσα λέω την αλήθεια. Η μαμά μου ήταν δασκάλα και απουσίαζε αρκετό διάστημα από το σπίτι, γιατί πήγαινε σε διάφορα χωριά και δίδασκε. Μεγάλωσα με δύο θείες μου που τις έλεγα “γιαγιάδες”» εξομολογείται.

Από τα χρόνια του εμφύλιου πολέμου, που έζησες παιδάκι, ποια είναι η πιο άσχημη εικόνα που σου έχει μείνει;

Μια φοβερή εικόνα που έχω από τον Εμφύλιο είναι εκείνη ενός νεαρού αντάρτη -ενός παλικαριού- που τον είχαν στήσει με κομμένο το μισό κεφάλι του έξω από την πόρτα του σπιτιού του, στη Λάρισα.

Και όλα αυτά για… παραδειγματισμό. Επίσης ένα βράδυ, σε ένα χωριό όπου ήμουν με τη μάνα μου, ήρθε μια ομάδα και την έσπασε στο ξύλο.

Ποιο είναι το παιδικό σου απωθημένο;
Το ότι όταν ήμουν παιδί, δεν έβγαζα φωτογραφίες. Θυμάμαι που στις γιορτές όλοι τραβούσαν αναμνηστικές φωτογραφίες κι εγώ ήμουν ντροπαλή και δεν με καλούσαν ποτέ να φωτογραφηθώ μαζί τους.

Πώς βρέθηκες από το χωριό στο καλλιτεχνικό κουρμπέτι;
Μπήκα στη Γυμναστική Ακαδημία, γιατί ήμουν αθλήτρια στον δίσκο, στη σφαίρα και στο ακόντιο, αλλά τα παράτησα για να γραφτώ σε δραματική σχολή. Ηθελα να γίνω ηθοποιός. Στη Λάρισα υπήρχε ένα φωτογραφείο που το είχαν τα αδέλφια του Κώστα Γκουσγκούνη. Τα παιδιά με έστειλαν στην Αθήνα να βρω τον αδελφό τους τον Κώστα, που τότε έπαιζε σε ταινίες κομπάρσος, αλλά στα μάτια μας φάνταζε πρωταγωνιστής και βάλε, για να με βοηθήσει. Στο σπίτι του Γκουσγκούνη έτυχε να γνωριστώ με έναν συγκάτοικό του, τον Χρυσόστομο Λιάμπο, που ήταν σκηνοθέτης, κι αυτός με πήγε να γραφτώ σε μια σχολή όπου δίδασκαν ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Ντίνος Δημόπουλος και ο Λάμπρος Κωστόπουλος. Εμεινα εκεί για λίγο καιρό και στη συνέχεια γράφτηκα στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη, του δασκάλου μου, που από μαθήτρια δούλεψα μαζί του στην αρχαία τραγωδία δίνοντας παραστάσεις σε πολλές χώρες του κόσμου.

Κι από την αρχαία τραγωδία πώς πέρασες στο τραγούδι;
Πριν ασχοληθώ με το τραγούδι συνέχισα για ένα διάστημα με το ελληνικό θεατρικό ρεπερτόριο παίζοντας μαζί με τον ηθοποιό Γιώργο Λευτεριώτη που τον ερωτεύτηκα και στη συνέχεια έγινε σύζυγός μου για δύο χρόνια. Δηλαδή παράτησα έναν θεατρικό «ογκόλιθο», τον Ροντήρη, για να ακολουθήσω τον… έρωτά μου. Με το σημερινό μυαλό μου δεν θα το έκανα αυτό, αλλά ο Γιώργος πραγματικά ήταν κούκλος, μόλις τον είδα τον ερωτεύτηκα. Κεραυνοβόλος έρωτας.

Ο Λευτεριώτης ήταν συμπρωταγωνιστής της Αλίκης Βουγιουκλάκη στις πρώτες ταινίες της και μετά τον… χάσαμε από τη μεγάλη οθόνη και τη σκηνή. Για ποιο λόγο εξαφανίστηκε από το επάγγελμα αυτός ο τόσο ταλαντούχος ηθοποιός;
Ο Γιώργος έπαιξε εκπληκτικά με την Καρέζη στο θέατρο Μουσούρη, στο έργο «Μάριος και Φανή» και με την Αλίκη στις ταινίες «Το ποντικάκι» και «Η Λίζα και η άλλη», και σε άλλες ταινίες του Φίνου -και όχι μόνο-, πάντα πρωταγωνιστής. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60 έκανε για τρία χρόνια δικό του επιτυχημένο θίασο, στον οποίο έπαιζα κι εγώ. Ομως στο τέλος δεν πήγε καλά. Πιστεύω ότι απογοητεύτηκε πολύ από αυτό, μετά αρρώστησε από φυματίωση και τελικά τα παράτησε για να ασχοληθεί με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Εχει φύγει από τη ζωή εδώ και αρκετά χρόνια.

Ημουν ερωτευμένη με τον Μενιδιάτη, χωρίς ποτέ να κάνουμε σχέση. Μου άρεσε το αρσενικό στοιχείο του
q36y34y67y
Και ο δεύτερος άντρας σου, ο επιχειρηματίας Ανδρέας Καραντάνης, ήταν εμφανίσιμος. Είχες στόχο τους ωραίους άντρες;
Μην το λες, έχω ερωτευτεί και… τέρατα! Μιλάω για άντρες που αντικειμενικά δεν ήταν όμορφοι κι όλοι μού λέγανε «πώς είναι δυνατόν;». Για να καταλάβεις, είχα ερωτευτεί τον Μιχάλη Μενιδιάτη, χωρίς ποτέ να κάνουμε σχέση. Μου άρεσε αυτό το αρσενικό στοιχείο που είχε πάνω του. Οσο για τον Ανδρέα, τον γνώρισα στο Λονδίνο και μέσα σε λίγο καιρό παντρευτήκαμε. Το ωραίο είναι ότι πάει στη μάνα του -εκείνη έμενε σε ένα αρχοντικό στο Κολωνάκι μαζί με τη γιαγιά του και τη θεία του, τη σπουδαία φωτογράφο Βούλα Παπαϊωάννου, που η δουλειά της φιλοξενείται σε ειδική πτέρυγα στο Μουσείο Μπενάκη- και της ανακοινώνει ότι θα παντρευτεί. «Ποια παίρνεις;» τον ρωτάει η μαμά του κι εκείνος απαντάει «μια τραγουδίστρια». Αμέσως πετάγεται η θεία Βούλα και τον ρωτάει: «Σοπράνο;»

Είναι αλήθεια ότι πρώτα έγινες τραγουδίστρια του Μίκη Θεοδωράκη;
Ναι, το καλοκαίρι του 1966 άρχισα να τραγουδάω σε συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη με τον Πουλόπουλο, τον Μητροπάνο, τη Φαραντούρη και τον Μπιθικώτση. Αλλά νόμιζα ότι το τραγούδι ήταν αυτό που τραγουδούσαμε στο πούλμαν κάνοντας περιοδεία με τον Ροντήρη. Δεν ήξερα από τραγούδι, δεν ήμουν επαγγελματίας. Κι ο καημένος ο Μίκης βρέθηκε πολλές φορές σε αδιέξοδο, γιατί την ώρα που ερμήνευα σταματούσα, ξανάρχιζα, ξανασταματούσα. Πιστεύω ότι με κρατούσε γιατί τραγουδούσα καλά το δικό του κομμάτι «Τα περβόλια». Μετά τον Μίκη ήρθε η δικτατορία, πήγα στις μπουάτ της Πλάκας -ήμουνα με τον Μητροπάνο στο Ροδόσταμο- και παράλληλα συμμετείχα σε τρεις συναυλίες με τον Μητσάκη, τον Βαμβακάρη και τον Παπαϊωάννου, οι οποίες έγιναν με τη φροντίδα του φίλου μου του Τάσου Σχορέλη που ήθελε να αναβιώσει το ρεμπέτικο. Παράλληλα έπαιζα στο θέατρο, σε πρόζες και επιθεωρήσεις.

Και στα μπουζούκια πώς βρέθηκες;
Με την παρότρυνση του Ανδρέα Κουβελογιάννη πήγα στα Δειλινά για να με ακούσουν, αλλά ήταν αργά, ήμουνα και κουρασμένη και δεν τα πήγα και πολύ καλά στην οντισιόν. Ημουν μάλλον εκτός τόνου, με αποτέλεσμα ο μαέστρος να πει στον επιχειρηματία τον Μιχαηλίδη «δεν κάνει». Εκείνος όμως του είπε «όχι, εγώ θα την πάρω, μ’ αρέσει». Και με πήρε. Κάναμε το σχήμα στα Δειλινά, στην οδό Κέας, στην Κυψέλη, με τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Νίκο Ξανθόπουλο και τον Σταμάτη Κόκοτα, που τότε είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Ημασταν στο πάλκο και η πρώτη μέρα ήταν για εμένα απογοήτευση. Κάποιος κάπνιζε απαγορευμένα τσιγάρα και κόντευα να λιποθυμήσω. Επίσης, όταν ήρθε η σειρά μου, ο Κόκοτας μου άρπαξε το μικρόφωνο και δεν με άφησε να τραγουδήσω. Λέω στον μπουζουξή τον Καρνέζη «δεν ξαναέρχομαι» κι ο άνθρωπος ήρθε την άλλη μέρα και με πήρε με το ζόρι από το σπίτι μου, γιατί πραγματικά ήταν για εμένα πολύ άσχημη η εμπειρία που είχα την πρώτη μέρα ως τραγουδίστρια στα μπουζούκια. Ευτυχώς που έμεινα σε αυτό μαγαζί, γιατί εκεί με είδε ο Τάκης Λαμπρόπουλος της Columbia και με πήρε να τραγουδήσω στον δίσκο «Κάποιο καλοκαίρι» του Δήμου Μούτση, σε στίχους Νίκου Γκάτσου.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο επαγγελματικό λάθος σου;
Τίποτα δεν έκανα σωστό στην καριέρα μου. Καταρχάς, από δισκογραφικής πλευράς, ποτέ δεν πήγαινα να πω τραγούδια όταν με καλούσαν μεγάλοι δημιουργοί να τα γυρίσουμε σε δίσκο, όπως ο Μάνος Λοΐζος και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, που τότε έκανα πολλή παρέα και με τους δύο. Ακόμη και ο Ζαμπέτας μού έλεγε «έλα, Ελένη, να πεις τραγούδια μου», δεν δεχόμουν και τα έδινε σε άλλες τραγουδίστριες. Πήγαινα στο σπίτι του Τσιτσάνη, που μου είχε μια φοβερή συμπάθεια, κάναμε πρόβες, ξανακάναμε πρόβες και μετά εξαφανιζόμουν. Θα μπορούσα να είχα τεράστια δισκογραφία, αλλά δεν είχα καταλάβει τη σημασία της. Εμένα με ζητούσαν όλα τα κέντρα κι αυτό μού αρκούσε. Αλλά κι εκεί πήγαινα όταν ήξερα ότι θα περάσω καλά, δηλαδή τα κριτήριά μου ήταν συναισθηματικά και όχι συμφεροντολογικά. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν υπήρχαν μάνατζερ και κάναμε του κεφαλιού μας. Ο Τσιτσάνης, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί στα «Χρυσά κλειδιά», κάθε χρόνο έστελνε τον επιχειρηματία από το Χάραμα να με κλείσει, αλλά εγώ -μεγάλος βλάκας- ήθελα τις πίστες τις φανταχτερές. Βέβαια πήγα στον Ζαμπέτα που τον αγαπούσα πολύ. Ηταν ο δικός μου άνθρωπος, ήμασταν οικογενειακοί φίλοι, του πάντρεψα και την κόρη του.

Οταν ρώτησα τον Αριστοτέλη Ωνάση τι είναι η ζωή (τότε είχε χάσει τον γιο του) είπε πως είναι μια μπούρδα 
356y4356345
Γιατί σε αποκαλούσαν «μαγκάκι»;
Με έλεγαν «μαγκάκι» κι εγώ νευρίαζα. Είχα το στιλ το μάγκικο, αλλά δεν το έκανα επίτηδες. Δεν παρίστανα τον μάγκα, αλλά μου έβγαινε κάτι το παλικαρίσιο. Ισως να ήταν και μια άμυνα.

Μίλησέ μου για τη «χρυσή εποχή» της νυχτερινής Αθήνας…
Εζησα τη νυχτερινή Αθήνα στις δόξες της. Τότε ερχόταν στα μαγαζιά πολύ ωραίος κόσμος. Ολοι οι θαμώνες -μιλάμε για εφοπλιστές, επιχειρηματίες και άλλοι κυριολεκτικά και μεταφορικά άρχοντες της τότε αθηναϊκής ζωής- μας παρακολουθούσαν με πολύ σεβασμό, μας χειροκροτούσαν θερμά και στο τέλος γινόμασταν φίλοι.

Η πρεμιέρα και η Πρωτοχρονιά της Νεράιδας ήταν τα κοσμικά γεγονότα της χρονιάς. Η τότε επιχειρηματίας του κέντρου, η θρυλική Παμέλα, έφερνε μεγάλης αξίας δώρα από το Παρίσι και τα μοίραζε σε όλους τους θαμώνες. Συνήθως έδινε χρυσούς αναπτήρες στους άντρες και μεταξωτά μαντίλια διάσημων Γάλλων σχεδιαστών στις γυναίκες. Οσο για τα λουλούδια, κάθε βράδυ γινόταν… επιτάφιος η πίστα! Τότε υπήρχαν πολύ ωραίοι τύποι στη νύχτα. Τώρα πήγα σε ένα κέντρο όπου με περίμενε μια παρέα. Μόλις μπήκα, με υποδέχτηκε ο μετρ, ο οποίος δούλευε στα παλιά, καλά μαγαζιά, και μου είπε «κυρία Ροδά, είμαστε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων». Παλιά στα μπουζούκια γνωρίζονταν όλοι οι πελάτες, γιατί σε αυτά πήγαιναν οι πλούσιοι. Για να μπεις έπρεπε να είσαι κάποιος. Υπήρχε ένας μετρ στη Νεράιδα, ο Δελάκης, ο οποίος για να σε βάλει μέσα έπρεπε να σε εγκρίνει. Αν δεν ήσουν ή γνωστός ή φατσικά ωραίος, όπως το έβλεπε και το ήθελε αυτός το πράγμα, δεν σε έβαζε μέσα. Μπορεί να ήταν άδειο το μαγαζί και να σου έλεγε «είμαστε γεμάτοι».

Ενας ιδιαίτερος τύπος της νύχτας ήταν κι αυτός που ψαλίδιζε τις τουαλέτες των τραγουδιστριών;
Λες για τον Γιώργο Χαραλαμπόπουλο. Μιλάμε για έναν πολύ ωραίο τύπο της νύχτας. Οταν τραγουδούσαν η Μαρινέλλα και άλλες τραγουδίστριες τους πετούσε πέρλες. Εμένα μου ψαλίδιζε τα ρούχα -τότε φορούσαμε μάξι- και μετά μου έλεγε «πήγαινε στην κόρη μου, τη Δέρβη, που έχει μπουτίκ, να πάρεις ένα φουστάνι». Φυσικά δεν πήγα ποτέ. Οταν τραγουδούσα το «Θα σου πάρω το ρολόι να σου δώσω κομπολόι», ανέβαινε στην πίστα με ένα κoυβαδάκι γεμάτο ρολόγια και με ένα σφυράκι τάκα τάκα έσπαγε τα ρολόγια. Μετά έβγαλα ένα τραγούδι που λεγόταν «Το κλειδί», του Κοινούση, και κάθε βράδυ μου έφερνε λογιών λογιών κλειδιά. Μια φορά μου έφερε ένα κλειδί από παλιά εξώπορτα, μου το έβαλε στον λαιμό και ήταν τόσο βαρύ που γονάτισα. Δηλαδή όλη τη σεζόν που ερμήνευα το τραγούδι είχα μαζέψει ένα μπαούλο κλειδιά! Δεν τα πετούσα, από συναισθηματισμό τα κρατούσα. Την επόμενη σεζόν έλεγα το κομμάτι του Λοΐζου «Ρίξαν δώδεκα μαχαίρια μπρος στη στράτα μου» και κάθε βράδυ ανέβαινε στην πίστα και μου έδινε σετ με δώδεκα μαχαίρια. Αλλη σεζόν, που έλεγα το τραγούδι «Το μπεγλέρι», με γέμιζε με κομπολόγια. Εμαθα ότι ο Χαραλαμπόπουλος πέθανε πριν από λίγους μήνες, σε ηλικία 104 χρόνων. Πριν από οκτώ χρόνια, όταν είχα ένα σουβλατζίδικο, ο Γιώργος ήρθε στο μαγαζί και χόρεψε ζεϊμπέκικο.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας σου;
Ημουνα τυχερή και δεν πέρασα άσχημα. Βέβαια μια μεγάλη τραγουδίστρια, τότε που βγήκα, δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί. Ημασταν μαζί στο πάλκο -από τις 10.00 το πρωί μέχρι τις 4.00 τα ξημερώματα-, με κοιτούσε περίεργα και τραγουδούσε συνέχεια ένα παλιό λαϊκό κομμάτι για να μου τη σπάει, το «Η Ελενίτσα η Ελενιώ, παντρεύτηκε με το στανιό, αγαπούσε ένα σμηνίτη που τον λέγανε Σωκράτη και της δώσανε ένα χάλια που ‘χε σπίτι στο Παγκράτι». Μετά, όταν κατέβαινα για λίγο κάτω από το πάλκο, φώναζε από το μικρόφωνο: «Ε, εσύ, τσίσα πάλι, τσίσα».

Τι είναι τελικά η ζωή;
Δεν αξίζει να σκας για τίποτα. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης! Εχω δει ανθρώπους που ήταν στα πάνω τους να χάνουν τα λεφτά τους, να καταστρέφονται και γενικά να έρχεται το πάνω κάτω στη ζωή τους. Αλλά και το αντίθετο. Το ρητό «τα πάντα ρει» του Ηράκλειτου τα λέει όλα. Επομένως δεν πρέπει να παίρνουμε τίποτα στα σοβαρά και να σκάμε. Πάντως κάποτε είχα ρωτήσει τον Ωνάση τι είναι η ζωή -ήταν η εποχή που είχε χάσει τον γιο του- και μου απάντησε: «Η ζωή είναι μια μπούρδα».

 

{{-PCOUNT-}}28{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ