Η Κατοχή και η φιλία του με τον τέως

Eγινε τραγουδιστής για δύο τσιγάρα Pall Mall, έφτασε έως τα ανάκτορα
και ερμήνευσε τον ύμνο του Παναθηναϊκού. Ο «νέος Πολ Ανκα της Ελλάδας» σε ένα ακόμα ρεσιτάλ

Ενας αιώνιος έφηβος με χιούμορ, απλότητα και γοητεία. Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός Γιάννης Βογιατζής. Τον συναντήσαμε εκεί όπου ήθελε εκείνος: στην εκκλησία της Παναγίας Γκαρικά, στην Κερατέα, όπου παντρεύτηκε το 2007 για δεύτερη φορά, με θρησκευτικό γάμο, τη γυναίκα του Μαρία.

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
Φωτογραφίες: Χρήστος Ζήνας

Μέχρι να τελειώσει η βάφτιση που γινόταν στον ναό και να αρχίσει η συνέντευξή μας καθόμασταν μέσα στο τζιπ του. «Τώρα ζω τη ζωή που ονειρεύτηκα. Στο εξοχικό μου, στη φύση με τα αμπέλια μου. Τρυγάω κιόλας, έχω και πατητήρι. Με τις συκιές, τις αμυγδαλιές, τις φιστικιές, τις ελιές και έχω τρία στρέμματα με καλλωπιστικά άνθη που ποτίζω» λέει ο σπουδαίος τραγουδιστής ανοίγοντας την καρδιά του. Είναι ο ίδιος με εκείνον που έκαιγε καρδιές στην ταινία «Ραντεβού στον αέρα» ερμηνεύοντας το υπέροχο κομμάτι «Ενας ουρανός μ’ αστέρια».

Η αποκάλυψη 

Μόλις καθίσαμε στο παγκάκι η ψυχή άνοιξε σαν… στρείδι στον ατμό και μοιράστηκε μαζί μας ιστορίες ζωής, αποκαλύπτοντας ότι έγινε τραγουδιστής για δύο τσιγάρα Pall Mall, ότι τραγουδούσε στα ανάκτορα και πως τον δένει φιλία χρόνων με τον Κωνσταντίνο, αλλά και με ποιο τρόπο του δόθηκε ο ύμνος του Παναθηναϊκού. «Το επάγγελμά σου, μικρέ, είναι σαν και αυτό του τραπεζικού υπάλληλου. Θα ξεκινήσεις από κλητήρας, μπορεί να φτάσεις μέχρι και διευθυντής. Αλλά θα θυμάσαι ότι ακόμη και ως διευθυντής θα είσαι πάντα υπάλληλος του κόσμου. Οσο μεγαλύτερη η επιτυχία σου τόσο πιο πολύ θα πλησιάζεις το κοινό» του είχε πει ο Βασίλης Αυλωνίτης μέσα στο κοινό καμαρίνι τους κι εκείνος κράτησε αυτά τα λόγια στην καρδιά του. «Αυτό έκανα σε όλη μου τη διαδρομή» λέει.

Προτού αρχίσουμε την κουβέντα μας με αιφνιδιάζει με κάτι που δεν θα ξεστόμιζα ποτέ. «Αν με ρωτούσες τι θα ήθελα για το τέλος, είμαι 80 χρονών, θα σου έλεγα να πεθάνω χωρίς να ταλαιπωρήσω τους δικούς μου. Τον θάνατο δεν τον φοβάμαι. Στη ζωή μου δεν κράτησα τις κακές στιγμές, συγχώρησα και βοήθησα». Κάπου εκεί με αγκαλιάζει, δεδομένου ότι ήξερε τον πατέρα μου. «Τώρα ρώτα με ό,τι θες…».

Βλέποντάς τον ως μύθο δεν ξέρω πώς να αρχίσω. Να τον ρωτήσω για το πώς ο Τόλης Βοσκόπουλος του έδωσε το τραγούδι «Εκείνη» το 1969 και πήρε το δεύτερο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού ή όταν το 1970 με το «Αδέλφια μου αλήτες πουλιά», πάλι του Τόλη, κατέκτησε την πρώτη θέση στη διοργάνωση; Εκείνος για να σπάσει την αμηχανία μάς λέει ότι για χάρη της συνέντευξής μας έφερε από το προσωπικό άλμπουμ του ανέκδοτες φωτογραφίες.

Από πού είναι η καταγωγή σας; Τι θυμάστε από τα παιδικά χρόνια σας;
Η μητέρα μου ήταν από την Ιμβρο, ο πατέρας μου από το Αιτωλικό. Με το που μπήκαν οι Γερμανοί ο μπαμπάς μου έχασε τη ζωή του. Κατοχή, με μια μάνα χήρα 26 ετών. Εγώ ήμουν τότε επτά ετών και ο αδελφός μου τριών. Ταλαιπωρημένα χρόνια, με μια μάνα κέρβερο που κλήθηκε να γίνει και πατέρας, και μια μικρή σύνταξη.
Θυμάμαι ότι μας είχε ταΐσει στην Κατοχή μέχρι και σκύλο. Για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Την έχασα πριν από δέκα χρόνια και πιστεύω ότι εκεί που είναι σήμερα θα είναι καλά. Ηταν πολύ καλή γυναίκα, γι’ αυτό και εγώ και ο αδελφός μου για να μην την κουράζουμε είχαμε ξεκινήσει από πολύ νωρίς να δουλεύουμε.
Εκείνος στα καράβια, εγώ το πρωί δούλευα σε εργοστάσιο και το βράδυ πήγαινα σχολείο.

Στο τραγούδι πώς βγήκατε;
Ολα έγιναν κατά λάθος ή κατά τύχη. Το ’52, στο Παγκράτι. Οι φίλοι ήξεραν ότι τραγουδούσα. Ηταν 12 Ιουνίου όταν έδωσα το τελευταίο μου μάθημα. Περνώντας από το Αλσος Παγκρατίου με τέσσερα φιλαράκια, λεφτά δεν υπήρχαν για δείγμα, με ψήνουν να βγω στο αναψυκτήριο όπου γινόταν διαγωνισμός τραγουδιού που διοργάνωνε τότε ο μαέστρος Ζοζέφ Κορινθίου και είχε μάλιστα και ένα ρολόι δώρο.
Εγώ δέχτηκα γιατί ο φίλος μου ο Διαμαντόπουλος μου είπε ότι, αν κέρδιζα στον διαγωνισμό, θα μου έδινε δύο τσιγάρα. Για δύο τσιγάρα Pall Mall έγινα τραγουδιστής. Βγήκα, τραγούδησα, πήρα και το ρολόι, το κρατάω μέχρι σήμερα για να θυμάμαι, αντίκα πια και μάλιστα έκλεισα και με τον επιχειρηματία, τον Κανελλόπουλο να δουλέψω ως τραγουδιστής στο αναψυκτήριο. Το πρώτο μου μεροκάματο ήταν 36 δραχμές τη βραδιά. Και το πρωί 26 δραχμές από το εργοστάσιο υφασμάτων.

Ο Γιώργος Μουζάκης μου έλεγε: Αν χάσεις τα λόγια σου θα συνεχίσεις να τραγουδάς, θα βάλεις τους δικούς σου στίχους. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει όταν πιει και ένα ποτηράκι»


Πότε ήρθε η επιτυχία;
Πολύ αργότερα. Εχω τραγουδήσει σε όλα τα καμπαρέ της Αθήνας. Ακόμη και στο καμπαρέ Τζων Μπουλ. Δεν ήξερα ότι ο Γιώργιος Βεϊζαδέ και η γυναίκα του Αντιγόνη, που σιδέρωναν την κακομοίρα τη Σπυριδούλα, την υπηρέτριά τους, για να αποκαλύψει την υποτιθέμενη κλοπή της, είχαν ένα μέρος του μπαρ. Το πρωί σιδέρωναν το κορίτσι και το βράδυ αυτός ο κύριος σέρβιρε ποτά. Αυτά τα καμπαρέ ήταν μεγάλο σχολείο. Το καλό με εμένα ήταν ότι άρεσα στους μαέστρους. Οταν στις ορχήστρες έλειπε για κάποιο λόγο η φίρμα, οι μαέστροι προωθούσαν την αξία. Ετσι γνώρισα και τον πιανίστα Γιάννη Σπάρτακο.

Τι είναι αυτός ο άνθρωπος για εσάς;
Σε αυτόν τον άνθρωπο οφείλω τα πάντα. Γιατί μέχρι την ευλογημένη στιγμή του ’59 ήμουν ένας άγνωστος τραγουδιστής. Εκανα καλά τη δουλειά μου βέβαια και διασκέδαζα τον κόσμο έως το ξημέρωμα. Ο Σπάρτακος με πήγε στα αμερικάνικα κλαμπ και στη βάση του αμερικανικού ναυτικού. Μου λέει «θα τραγουδήσεις στα αγγλικά». «Μα δεν ξέρω» του απαντάω. Αντε να ήξερα απέξω το «Because of you». Του λέω «μαέστρο, θα φάμε ξύλο».
Κατεβαίνω από την πίστα, χειροκρότημα, κακό και ο Σπάρτακος μου λέει «δεν ξέρεις τι μου είπαν. Οτι πρώτη φορά έχουν ακούσει τόσο ωραία αμερικάνικα». Τελικά κατάλαβα αυτό που μου είπε ο μουσουργός Γιώργος Μουζάκης αργότερα: «Αν χάσεις τα λόγια σου θα συνεχίσεις να τραγουδάς, θα βάλεις τους δικούς σου στίχους. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει τίποτα το βράδυ, όταν πιει και ένα ποτηράκι».

Πώς φτάσατε στο πρώτο φεστιβάλ τραγουδιού;
Ξενοδοχείο «Κινγκ Τζορτζ». Ο Γιάννης Σπάρτακος συνθέτει το τραγούδι «Εσένα» και βάζει βέτο σε όλους ότι θα το τραγουδήσω εγώ.
Αυτά εγώ τα έμαθα μετέπειτα από τον Δημήτρη Χορν, που ήταν στην κριτική επιτροπή. Ο Αλέξανδρος Λιδωρίκης που είχε γράψει τους στίχους ήταν σαν να μην είχε λόγο. Ο Σπάρτακος του είπε «αν δεν συμφωνήσεις για τον Βογιατζή αποσύρω το τραγούδι». Με την επιμονή του πήρα το τρίτο βραβείο. Τρεις μήνες από το πρώτο φεστιβάλ είχα πάει στη δισκογραφική εταιρία του Αλέκου Πατσιφά και του είχα να ζητήσει να κάνω ένα δισκάκι. «Ελα, θα σου κάνουμε συμβόλαιο να μπεις στο στούντιο» μου απάντησε.
Τότε μου έγραψαν το «Αιθέριο λουλούδι» του Γεράσιμου Λαβράνου σε στίχους Κώστα Μάνεση και την επομένη όλη η Ελλάδα τραγουδούσε αυτό το τραγούδι. Ομως δεν με ήξεραν φατσικώς. Με το «Εσένα» με είδαν οι αναγνώστες σε φωτογραφία και έγραψαν «Ο νέος Πολ Ανκα της Ελλάδας».

Στα μαγαζιά ερμηνεύατε τις επιτυχίες σας;
Οχι. Ηταν το ακριβώς αντίθετο. Εμείς δεν κάναμε το σουξέ για να έρθει ο κόσμος να μας ακούσει. Εμείς καταρτίζαμε το δικό μας πρόγραμμα. Τότε ο κόσμος μου φώναζε από τα τραπέζια «Πες μας, βρε Γιάννη, το “Θέλω κοντά σου να μείνω”». Εχω τραγουδήσει και Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, αλλά ο Σπάρτακος με έβγαλε μπροστά. Με θεωρούσε καλό εργαλείο. Γιατί τραγουδούσα 70 τραγούδια τη βραδιά και σε άλλα 100 έκανα χορωδία.

Πώς γίνατε ο επίσημος τραγουδιστής των ανακτόρων και της βασιλικής οικογένειας;
Ο Σπάρτακος με γνώρισε στους ιδρυτές της ορχήστρας Λεβ-Κανακάκης και δούλεψα μαζί τους στο κέντρο Αθηναία. Η συγκεκριμένη ορχήστρα ήταν η βασική ορχήστρα που διασκέδαζε σε όλες τις δεξιώσεις και τις εορτές το βασιλικό ζεύγος.
Ημασταν η ασφάλειά τους, τσεκαρισμένοι. Εχω πολύ καλές αναμνήσεις από τους βασιλείς. Με τον Κωνσταντίνο είχαμε πέντε χρόνια διαφορά στην ηλικία και θυμάμαι ότι είχαμε γίνει φίλοι. Κατεβαίναμε στα υπόγεια στο Τατόι με τους μαγείρους και τρώγαμε. Από τότε που ήταν νέος ο Κωνσταντίνος τον θυμάμαι λάτρη του ωραίου φύλου. Και όταν έγινε βασιλιάς όμως ερχόταν να με ακούσει.

Στο θέατρο πώς βγήκατε;
Μα σου είπα! Ολα σε εμένα έγιναν συμπτωματικά. Με καλεί ο Θόδωρος Κρίτας, που είχε το θέατρο Παρκ και τότε έπαιζε την «Ομορφη πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη. Εκεί ήμουν ο βασικός τραγουδιστής. Τότε γνώρισα και τον Κώστα Κλάββα με τον οποίο έκανα τεράστιες επιτυχίες, «Ομορφονιά», «Σου το ‘πα μια και δυο και τρεις». Με τον Κώστα ήμασταν την ίδια ημέρα τον ίδιο χρόνο γεννημένοι. Οταν έφυγε ένιωσα ότι έχασα τον αδελφό μου. Μετά ήρθε στη ζωή μου η Μπελίντα. Με έψαχνε στα καμαρίνια. Οταν με είδε μου είπε με τον μάγκικο τρόπο της: «Ηρθε η ώρα να γίνεις σολίστας». Τότε έπαιρνα 400 δραχμές τη βραδιά στα Αστέρια και ζούσα τη γυναίκα μου και το πρώτο μου παιδί. Μετά ήρθε και το δεύτερο. Και τα δύο αγόρια. Ακόμη είναι ελεύθεροι και οι δύο, όλο ασχολούνται με τη δουλειά τους, ο πρώτος είναι και καλός μουσικός. Δυστυχώς δεν μου έχουν κάνει εγγονάκια».

Θαυμάστριες είχατε;
Δεν έχω παράπονο… Αλλά και η Μενεγάκη πήγε να με ψαρέψει και η Γερμανού. Δεν είμαι… ψάρι που τσιμπάει. Ο,τι έκανα, το έκανα για εμένα. Μια γυναίκα που ερχόταν μαζί μου το ήθελε. Από τον θεατρικό κύκλο είχα κατακτήσεις, αλλά δεν θα εκθέσω ποτέ καμία.

Οι δύο γυναίκες σας είχαν σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο;
Οχι. Ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη. Με την πρώτη έζησα μαζί εννέα χρόνια, με τη δεύτερη είμαστε 45 χρόνια μαζί. Με τη Μαρία δεν αποκτήσαμε παιδιά, αλλά τα δικά μου έγιναν και δικά της.

Πείτε μου για τη γνωριμία σας…
Ηταν αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή. Μια κούκλα. Είχε έρθει να με ακούσει στη Φαντασία, ήμουν με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Εγώ ρώτησα, έμαθα ποια είναι και της είπα «Κυρία Κεσίσογλου, μπορείτε να φέρετε από το εξωτερικό μια κολόνια Brut;». Μου λέει με ευγένεια «θα το σκεφτώ». Την επόμενη φορά που ήρθε στο μαγαζί μού έφερε ένα μπουκάλι. Με σνόμπαρε. Οταν άρχισε η πολιορκία και το φλερτ μου και τελικά την κατέκτησα, μου έφερε μια… νταμιτζάνα Brut. Ο πολιτικός μας γάμος έγινε στο Νιου Τζέρσεϊ στην Αμερική. Πηγαινοερχόμουν τότε, γιατί είχα ένα πρόβλημα με τον λαιμό μου και είχα και πράσινη κάρτα. Σε ένα ταξίδι της στην Αμερική έγινε και ο γάμος.

«Εγώ βασίστηκα μόνο στο λαρύγγι μου, όχι στην κορμοστασιά μου. Αν και ανοιχτά πουκάμισα φόρεσα εκείνη την εποχή, όπως ακριβώς φοράει σήμερα ο Σάκης Ρουβάς»

Θελήσατε ποτέ να επενδύσετε τα λεφτά σας σε κέντρα;
Την περίοδο της χούντας αποφάσισα να κάνω μια δική μου δουλειά, Τη σπηλιά του Παρασκευά. Γκρεμίστηκα οικονομικά, έπαθα ζημιά, χρεώθηκα. Μετά είπα να συνεργαστώ με τον επιχειρηματία Παπαχειμώνα που είχε το Κάστρο. Ηθελα να γίνω επιχειρηματίας τρανός και την πάτησα άσχημα.
Δεν επιτρέπεται ο καλλιτέχνης να γίνεται επιχειρηματίας. Μεγάλη τρέλα έκανα. Οση ώρα τραγουδούσα εγώ πάνω στην πίστα έφευγαν οι σαμπάνιες από την αποθήκη φισέκια! Πού να πάρω χαμπάρι! Οταν ο Παπαχειμώνας με πούλησε τα πλήρωσα εγώ όλα, ΙΚΑ, εφορίες. Ανοίγω τότε το κέντρο Μονακό. Σήμερα εκεί βρίσκεται το Ακρωτήρι. Με γέλασαν κι εκεί! Μπήκα μέσα με τα τσαρούχια. Τρελά λεφτά για το ενοίκιο και για το πρόγραμμα. Τότε αποφάσισα να φύγω για την Αμερική και δούλεψα καλά εκεί. Τώρα όλα αυτά έχουν τελειώσει.

Λεφτά αποκτήσατε;
Απέκτησα δύο σπίτια για τα παιδιά, στο Παλαιό Φάληρο και στο Παγκράτι, και κάτι χωράφια που δεν πωλούνται τώρα. Εχω περάσει Κατοχή, εμφύλιο, σχέδιο Μάρσαλ. Εχω περάσει δυστυχισμένες στιγμές και δεν έπαθα τίποτα. Σήμερα ζούμε έναν οικονομικό πόλεμο. Ας κάνουμε υπομονή. Οποιος και να κυβερνήσει την Ελλάδα, από τη στιγμή που δεν παράγουμε, αλλά ζούμε με δανεικά, θα μας κάνουν ό,τι θέλουν οι ξένοι.

Ο κινηματογράφος;
Τραγουδούσα στην Παλιά Αθήνα, στην Πλάκα, με μαέστρο τον Γιώργο Μουζάκη, και με την Μπελίντα και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Εμένα μου άρεσε πάντα ο Φρανκ Σινάτρα, αλλά και ο Ντιν Μάρτιν, γιατί δεν ήταν απλώς τραγουδιστές αλλά και χορευτές και ηθοποιοί. Ερχεται μια μέρα στο κέντρο ο Γιάννης Μπουρνέλης, που είχε το θέατρο Ακροπόλ Παλάς και είχε σχέση τότε με την Μπελίντα. Λίγες μέρες μετά με παίρνει στο τηλέφωνο, με καλεί στο Μινώα και με τη χαρακτηριστική φωνή του είπε: «Θα ‘ρθεις και σε εμένα. Θα παίξεις επιθεώρηση. Θα παίρνεις 300 δραχμές». Και 800 δραχμές ως σολίστας στα κέντρα, ξαφνικά έγινα πλούσιος, 1.100 δραχμές. Πήρα τότε και το πρώτο μου αυτοκινητάκι. Ενα Renault, από τον πατέρα του Πάνου Καμμένου, του πολιτικού. Στο θέατρο πήγα ως τραγουδιστής, αλλά έρχεται ο σεναριογράφος Κώστας Πρετεντέρης και μου είπε «ήρθε η ώρα να κάνεις κάποιο νούμερο». Ο κόσμος ερχόταν στο θέατρο για να μάθει ποιος ήταν ο τραγουδιστής του «Η πρώτη μας νύχτα». Με ψήνουν τότε η Μαίρη Χρονοπούλου και ο Γιώργος Κωνσταντίνου κι έκανα το πρώτο μου νούμερο. Δεκατρία χρόνια έπαιξα στο θέατρο. Τότε ήρθε και ο Αλέκος Σακελλάριος στο Ακροπόλ. Μου λέει «έχω μια ταινία για εσένα». Ηταν με τη Ρένα Βλαχοπούλου, το «Οταν λείπει η γάτα». Τριάντα πέντε νέα τραγούδια είπα στις ταινίες. Ποτέ δεν είχα απαιτήσεις για μαρκίζα, γι’ αυτό πάντα δούλευα.

Τι θυμάστε από αυτούς τους θρύλους του κινηματογράφου;
Εκτός από τη Ρένα Βλαχοπούλου που τη χάσαμε, με όλους τους άλλους συναντιόμαστε.

Πώς τραγουδήσατε τον ύμνο του Παναθηναϊκού;
Από μικρό παιδάκι ήμουν Παναθηναϊκός. Στο γήπεδο πηγαίναμε ο Γιώργος Μουζάκης, ο Γιώργος Οικονομίδης και εγώ. Ο Οικονομίδης έγραψε τους στίχους για τον ύμνο, ο Μουζάκης τη μελωδία και ο πατέρας της Βίκυς Λέανδρος, ο Λέο, ήταν ο πρώτος τραγουδιστής που τον ερμήνευσε. Μετά τον είπα κι εγώ, το 1962, με την ψυχή μου κι έγινε ευρύτερα γνωστός. Ο πατέρας της Βίκυς είχε έναν αδελφό, τον Πάνο Παπαθανασίου, που με έβγαλε από τα καμπαρέ και με πήγε στα κυριλέ μαγαζιά, όπου διευθυντής ορχήστρας ήταν ο Γιώργος Καρδάμης. Τραγουδούσαμε τότε στην αφρόκρεμα της καλής κοινωνίας, στο Green Park.

Υπάρχουν καλοί τραγουδιστές σήμερα;
Υπάρχουν, αλλά δεν υπάρχουν καλοί στιχουργοί. Εγώ τρελάθηκα όταν μου έδωσαν να τραγουδήσω τα «Ενας ουρανός μ’ αστέρια», «’Σ’ αγαπώ σ’ όλες τις γλώσσες», «Η πρώτη μας νύχτα». Τις σημερινές τραγουδίστριες δεν μπορώ να τις ξεχωρίσω στο ραδιόφωνο. Τους τραγουδιστές τους ξεχωρίζω, αλλά μου μοιάζουν λίγο με τον Πάριο. Πάντως Γιάννη Βογιατζή δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα. Θα ήθελα να με κάνει ακόμη και ένας μίμος. Εγώ βασίστηκα στο λαρύγγι μου, όχι στην κορμοστασιά μου. Αν και ανοιχτά πουκάμισα φόρεσα, όπως ακριβώς φοράει σήμερα ο Σάκης Ρουβάς.

Νιώθετε τυχερός;
Να ξεχάσω ότι μοιραζόμουν το καμαρίνι μου με τον Νίκο Ρίζο, τον Ορέστη Μακρή, τον Νίκο Σταυρίδη; Το χαρακτηριστικό τους ήταν η απλότητα. Δεν ήταν ψεύτικοι. Αυτό που ήταν στη ζωή ήταν και στο σανίδι. Είχα την τύχη να ζήσω τον τραγουδιστή Νίκο Γούναρη σε ένα φεστιβάλ στην Αλεξάνδρεια, μαζί μου ήταν και η Νάνα Μούσχουρη. Ο Νίκος Γούναρης με δίδαξε: «Ακου, μικρέ, το τραγούδι είναι μια σκάλα. Θα το ανέβεις με πίκρα, όταν θα φτάσεις στην πλατφόρμα θα πηγαίνεις με βήμα σημειωτόν, γιατί μετά σε περιμένει και ο κατήφορος από τη σκάλα. Θα την κατέβεις θες δεν θες» μου είχε πει. Πώς, λοιπόν, ύστερα να μη νιώθω τυχερός;

{{-PCOUNT-}}28{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ