«Προτού πεθάνω θέλω να παίξω έναν ωραίο ρόλο στο σινεμά»

Ο «κακός» του κινηματογράφου, Ανέστης Βλάχος μιλά για τους πρόσφυγες, την Ελλάδα και τα προβλήματα στην Αθήνα και τη γειτονιά του, την πλατεία Βικτωρίας

Ο «κακός» του κινηματογράφου, Ανέστης Βλάχος μιλά για τους πρόσφυγες, την Ελλάδα και τα προβλήματα στην Αθήνα και τη γειτονιά του, την πλατεία Βικτωρίας

Είναι ο πιο άκακος «κακός» του ελληνικού σινεμά, με τη… ρετσινιά να τον κυνηγά έως σήμερα. Ο Ανέστης Βλάχος, 81 χρόνων σήμερα, ξεκαθαρίζει από την αρχή της συζήτησής μας ότι οι σκηνοθέτες τον τυποποίησαν σε αυτόν τον σκληρό κινηματογραφικό τύπο αμέσως μετά την πρώτη ταινία του, στην οποία υποδύθηκε έναν βιαστή. Κατά τα άλλα, ως καταξιωμένος ρολίστας, έπαιξε πιστά και με πολλή αγάπη όλους τους ρόλους στις 180 ταινίες της λαμπρής κινηματογραφικής καριέρας του, ενώ πίσω από τις κάμερες ήταν και είναι ένας ήρεμος και γλυκός άνθρωπος.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
Φωτό: Χρήστος Ζήναας 

Η συζήτησή μας με τον δημοφιλή ηθοποιό έγινε σε… δύο καφετέριες της πλατείας Βικτωρίας, της περιοχής όπου μένει εδώ και χρόνια. Κι αυτό γιατί το πρώτο καφέ μετατράπηκε γρήγορα σε… αρένα φανατικών φιλάθλων, που παρακολουθούσαν ποδοσφαιρικό ματς σε γιγαντοοθόνη. 1 226Πιο δίπλα, στο δεύτερο μαγαζί που πήγαμε, η κατάσταση ήταν πιο ήρεμη, αλλά το θέαμα στην πλατεία, με τους αλλοδαπούς ο ένας πάνω στον άλλο κι όλοι μαζί ξαπλωμένοι στα πλακάκια και υπό βροχή (η συνέντευξη έγινε προτού μεταφερθούν στο Κλειστό Γήπεδο του Γαλατσίου) δημιουργούσε θλίψη. «Από τη μια μεριά τους λυπάμαι και ειδικά τα αθώα παιδάκια, που πνίγονται στις σάπιες βάρκες των δουλεμπόρων, αλλά από την άλλη, δυστυχώς, είναι πληγή για εμάς. Και το λέω αυτό γιατί φοβάμαι μην έρθει καμία επιδημία και μας μαζεύει ο δήμος να μας πετάξει σε κάνα λάκκο» λέει ο ηθοποιός, τολμώντας να εκφράσει δημόσια τις βαθύτερες σκέψεις του για το σοβαρό πρόβλημα της μετανάστευσης στη χώρα μας. Οσο προχωρά η κουβέντα μαζί του διαπιστώνουμε ότι λέει τη γνώμη του για όλους και για όλα έξω από τα δόντια. Μιλώντας για τα σκουπίδια στους δρόμους της Αθήνας -ως πρώην αντιδήμαρχος Πρασίνου επί δημαρχίας Δημήτρη Μπέη-, αποκαλεί «άχρηστο» τον Γιώργο Καμίνη, τονίζοντας ότι «δεν βρομάει μόνο η γειτονιά μου, αλλά όλη η πρωτεύουσα».

Ο Ανέστης Βλάχος, που έχασε το ένα μάτι του από μια πρόκα όταν δούλευε σε οικοδομές και τον περιέθαλψαν η Ελλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν, εξομολογείται στην «Espresso» ότι θα ήθελε, προτού πεθάνει, να παίξει έναν ωραίο ρόλο στο σινεμά, φοβάται όμως ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Δεν κρύβει ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα -λόγω της οικονομικής κρίσης- με ένα «αχ, βαχ», όπως λέει χαρακτηριστικά. Ωστόσο, κι αυτή τη θεατρική σεζόν -τρίτη κατά σειρά- θα εμφανίζεται στην παράσταση «Οίκος ευγηρίας», που θα ανεβεί στα μέσα Νοεμβρίου στο Θέατρο Μπρόντγουεϊ.

Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια;

Πολύ δύσκολα! Γεννήθηκα το 1934 στην Προσοτσάνη Δράμας από φτωχούς γονείς. Ο πατέρας μου είχε πάει στον Ελληνοαλαβανικό Πόλεμο του ’40 και σκοτώθηκε. Εγώ τότε ήμουν έξι χρονών παιδάκι και για τρία χρόνια έμεινα στο ορφανοτροφείο της Δράμας. Πρώτα η Κατοχή, μετά ο Εμφύλιος και καταλαβαίνετε τι τραγική κατάσταση επικρατούσε σε όλη την Ελλάδα. Το 1953, όταν ήμουν 19 ετών, ήρθα στην Αθήνα για καλύτερη τύχη.

Και τι έκανες για να επιβιώσεις στην Αθήνα;

Ημουν εργατικός. Δούλεψα στην οικοδομή, μπογιατζής, όλες τις δουλειές τις έκανα. 

Και το ηθοποιηλίκι πώς προέκυψε;

Το σινεμά ήταν το πάθος μου. Κάποια στιγμή διάβασα σε μια εφημερίδα για τη σχολή κινηματογράφου και θεάτρου του Λεωνίδα Σταυράκου και πήγα και ρώτησα τι χρειάζεται για να φοιτήσω. Μου είπαν ότι, επειδή δεν είχα τελειώσει το γυμνάσιο, έπρεπε να πάρω άδεια ως εξαιρετικό ταλέντο. Πράγματι, έδωσα εξετάσεις σε ειδική επιτροπή για ταλέντα, πέρασα και άρχισα να σπουδάζω στη σχολή με σπουδαίους δασκάλους, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Κάρολος Κουν, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ο Γρηγόρης Γρηγορίου. Το πρωί πήγαινα στην οικοδομή και το βράδυ στη σχολή. Μάλιστα, πλήρωσα μόνο την πρώτη χρονιά, γιατί έβαψα καμιά δυο φορές το κτίριο και πάτσισα τα δίδακτρα με το βάψιμο.

Ποιος ήταν ο πρώτος ρόλος σου στο σινεμά;

H ταινία «Αγιούπα» του Γκρεγκ Τάλας, με πρωταγωνίστρια την Αννα Μπράτσου. Ο Τάλας -που ήταν από τους καλύτερους μοντέρ του Χόλιγουντ- ζητούσε δύο νέους ηθοποιούς που να θυμίζουν αγροτόπαιδα, και ήρθε στη σχολή για να διαλέξει. Πήρε εμένα κι έναν συμμαθητή μου, τον Θεοδωρέλο, ο οποίος όμως δεν προχώρησε στο επάγγελμα. Υποδύθηκα έναν τύπο που βίασε στον κάμπο την πρωταγωνίστρια. Θα πρέπει να πω ότι, προτού προβληθεί η ταινία, ο βοηθός οπερατέρ με συνέστησε στον Μιχάλη Κακογιάννη, που τότε θα γύριζε την ταινία «Το κορίτσι με τα μαύρα». Αρεσα στον Κακογιάννη και πήρα τον ρόλο του αδελφού της Ελλης Λαμπέτη, που πρωταγωνιστούσε στην ταινία μαζί με τον Δημήτρη Χορν. Από εκεί ξεκίνησε δυνατά η καριέρα μου στο σινεμά, έκανα στη συνέχεια τρεις ωραίες ταινίες με τον Νίκο Κούνδουρο -«Οι παράνομοι», «Το ποτάμι» και «Μικρές Αφροδίτες»- και μέχρι σήμερα έχω παίξει σε 180 φιλμ, από τα οποία πολλά έχουν βραβευτεί σε ελληνικά και ξένα φεστιβάλ.

Στα πρώτα σου κινηματογραφικά βήματα είχες εκείνο το φοβερό περιστατικό που σου στοίχισε το ένα μάτι…

Ναι. Μόλις τελείωσα το «Κορίτσι με τα μαύρα», ξαναγύρισα στην οικοδομή και μου μπήκε μια πρόκα στο μάτι. Η Λαμπέτη και ο Χορν με αγαπούσαν πάρα πολύ και, μάλιστα, μου έδωσαν χρήματα για να κάνω επέμβαση. Κινδύνεψε και το άλλο μάτι μου, γιατί είχε μολυνθεί. Πραγματικά, θα τους ευγνωμονώ πάντα, γιατί μου φέρθηκαν καλύτερα από αδέλφια. 

Να υποθέσω ότι έζησες από κοντά το θρυλικό ειδύλλιό τους.

Εμεναν σε ένα παλιό πανέμορφο σπίτι στην οδό Κυδαθηναίων στην Πλάκα και μου είχαν παραχωρήσει ένα δωμάτιο. Με είχαν σαν οικότροφο. Στο σπίτι αυτό, που ήταν δίπατο με καταπληκτικό κήπο, ζούσε κάποτε ο βασιλιάς Οθωνας κι εγώ έκανα πλάκα στους φίλους μου. Τους έλεγα: «Ρε μάγκες, ξέρετε πού μένω; Σε βασιλικό σπίτι. Κατά τα άλλα, είμαι κομμουνιστής!» Από κει και πέρα δεν έχω να πω για τα προσωπικά τους κάτι περισσότερο από αυτά που άφηναν οι ίδιοι να βγαίνουν προς το έξω. Αλλωστε ο έρωτάς τους ήταν τόσο μεγάλος και θερμός, που δεν κρυβόταν. Και οι δύο με αγαπούσαν πολύ, μάλιστα η Λαμπέτη με φώναζε «Ανεστούλι μου». Εμεινα κοντά τους για περίπου δύο χρόνια και, όταν χώρισαν, στενοχωρήθηκα πολύ γιατί, όπως είπα, ήταν σαν συγγενείς μου.

Πώς σου βγήκε το παρατσούκλι «ο κακός του ελληνικού σινεμά»;

Από τους ρόλους που έπαιζα, αλλά θα πρέπει να πω ότι είμαι ρολίστας και δεν αναλάμβανα μόνο χαρακτήρες κακών. Απλά οι συγκεκριμένοι ρόλοι ήταν… ευκολομάσητοι, όπως συνηθίζω να λέω. Ισως με στιγμάτισε ο πρώτος μου ρόλος, του βιαστή. Φαίνεται ότι άρεσε πολύ όπως τον έπαιξα και -λόγω και της φυσιογνωμίας μου- τυποποιήθηκα από τους σκηνοθέτες και για τέτοιους ήρωες με είχαν σε πρώτη ζήτηση. Πάντως μου άρεσε πολύ το σινεμά, γι’ αυτό γύρισα και τόσες ταινίες, ενώ από θεατρικής πλευράς έκανα λιγότερα πράγματα.

Θυμάσαι κάτι που να συνέβη σε ταινία σου και να σε πείραξε;

Στο Φεστιβάλ του Βερολίνου συμμετείχε το φιλμ «Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη. Ολοι –ακόμη και μέλη της κριτικής επιτροπής- μου έλεγαν, αμέσως μετά την προβολή του, ότι εγώ θα έπαιρνα το πρώτο βραβείο. Τελικά το κέρδισε ο πρωταγωνιστής της ταινίας ενός Γάλλου 2 126σκηνοθέτη, για πολιτικούς λόγους. Μη νομίζεις, τα κινηματογραφικά φεστιβάλ είναι πανηγύρια και σε αυτά παίζονται πολιτικά παιχνίδια. Επομένως, δεν μπορώ να πω ότι έχω πικραθεί γι’ αυτό που συνέβη. Πήρα βραβεία από άλλες ταινίες μου σε φεστιβάλ.

Κινδύνευσες ποτέ σε γύρισμα;

Ναι, στο «Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου κινδύνευσε η ζωή μου. Ηταν καταχείμωνο στις Σέρρες κι εγώ έπρεπε να μπω στον ποταμό Στρυμόνα, που ήταν γεμάτος πάγο. Λόγω της πολύ χαμηλής θερμοκρασίας, λιποθύμησα. Με έβγαλαν γρήγορα έξω, μελανιασμένο, και άρχισαν να με τρίβουν με οινόπνευμα. Δεν ανέπνεα, κόντεψα να πεθάνω από συγκοπή. Η… πλάκα είναι ότι, μόλις συνήλθα, ο Κούνδουρος μου ζήτησε να κάνουμε ακόμη ένα πλάνο και, επειδή ήμουν τελειομανής κι αγαπούσα τη δουλειά μου, δεν του το αρνήθηκα!

Από τις ταινίες έβγαλες χρήματα;

Δεν μπορώ να πω ότι έβγαλα πολλά λεφτά, απλώς με αυτά που έπαιρνα ζούσα καλά.

Υπήρξε κάποια άσχημη στιγμή στην προσωπική σου ζωή;

Οταν έχασα το δεύτερο παιδί από την πρώτη μου γυναίκα. Ηταν ένα κοριτσάκι, ένας άγγελος. Το χάσαμε από μια μορφή τύφου.

Ποια είναι η οικογενειακή σου κατάσταση;

Εχω έναν γιο, τον Ηρακλή, από τον πρώτο μου γάμο με την τραγουδίστρια Αναστασία Παπανδρόνη, ο οποίος είναι 44 ετών, και μία κόρη, την Ελλη, από τη δεύτερη σύζυγό μου, την ηθοποιό Μαίρη Γαρίτση, η οποία είναι 24 ετών.

Εχεις κι έναν εγγονό, συνονόματό σου.

Ναι, τον Ανέστη, τον γιο του γιου μου. Από τον Ηρακλή, ο οποίος έχει χωρίσει από την πρώτη γυναίκα του, έχω τρία εγγόνια. Απέκτησε με άλλη σύντροφο ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα οποία είναι ακόμη μικρά. Η κόρη μου δεν έχει παντρευτεί ακόμη.

Ο Ανέστης τζούνιορ ασχολείται με το τραγούδι;

Ναι, δεν ξέρω τι θα κάνει τελικά, γιατί απ’ αυτό το επάγγελμα δεν μπορείς πλέον να ζήσεις. Αμα η Ελλάδα δεν συνέλθει οικονομικά, αυτές οι δουλειές, οι καλλιτεχνικές, είναι της πείνας. Καλύτερα να μάθει μια τέχνη, για να βγάζει το μεροκάματο και να μπορεί να ζήσει.

Εσύ έζησες την πείνα στην Κατοχή;

Βεβαίως. Στη Μακεδονία είχαμε βουλγαρική κατοχή, μετά ήρθε ο Εμφύλιος, καταλαβαίνεις τι περάσαμε. Και ορφανός από πατέρα…

Γιατί οι Ελληνες έχουν το μικρόβιο του διχασμού;

Η χώρα μας πληρώνει ακόμη πολλά από τον Εμφύλιο. Μας βάλανε άλλες δυνάμεις, για τα δικά τους συμφέροντα, και αλληλοσκοτωθήκαμε. Τώρα οι διχασμοί είναι για τα κομματικά συμφέροντα, για το ποιος θα πάρει την καρέκλα. Δυστυχώς, μυαλό δεν βάλαμε. Ο Ελληνας είναι από καλή πάστα, καλή ράτσα, αλλά παρασύρεται από ξένα συμφέροντα. Είμαι πολύ πικραμένος μ’ αυτό.

Πώς είδες τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών;

Είμαι από τα ιδρυτικά μέλη του ΠΑΣΟΚ, αυτό το κόμμα ψήφισα και σε αυτό θα ανήκω μέχρι να πεθάνω. Στη δεκαετία του ’80 έγινα αντιδήμαρχος Αθηναίων, επί δημαρχίας Δημήτρη Μπέη. Είχα αρμοδιότητες για το πράσινο στους κήπους και στις πλατείες, τις οποίες τις είχα όλες πεντακάθαρες, με λουλούδια και κούνιες. Τώρα αυτός ο δήμαρχος, ο Καμίνης, δεν κάνει τίποτα. Τα διέλυσε όλα. Είναι άχρηστος! Τέτοιο χάλι είχε η Αθήνα επί δημαρχίας Μπέη; Οι πολίτες ξέρουν.

Μήπως χρησιμοποιείς βαρύ χαρακτηρισμό για τον Καμίνη;

Γιατί; Παίρνω συνέχεια στον Δήμο Αθηναίων για να έρθουν να σκουπίσουν το στενό που όμένω, Βασιλείου Μακεδόνος λέγεται και είναι κοντά στην πλατεία Βικτωρίας. Αλλά δεν νοιάζονται. Εχουν να πατήσουν τέσσερις πέντε μήνες. Και δεν βρομάει μόνο ο δικός μου δρόμος και η γειτονιά όπου μένω, βρομάει όλη η Αθήνα. Από την άλλη, βέβαια, όλοι πληρώνουμε τα δημοτικά τέλη στον λογαριασμό της ΔΕΗ και ήθελα να ‘ξερα πού πάνε τα λεφτά μας. Να γιατί λέω ότι είναι άχρηστος δήμαρχος ο Καμίνης. Και… δεν το κρύβω… τον ψήφισα κιόλας!

Για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, που κατέλυσαν στην πλατεία, τι έχεις να πεις;

Από τη μια μεριά τους λυπάμαι, αλλά από την άλλη, δυστυχώς, είναι «πληγή». Και το λέω αυτό γιατί φοβάμαι μην έρθει καμία επιδημία και μας μαζεύει ο δήμος για να μας πετάξει σε κάνα λάκκο. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, που κοιμούνται κάτω και ζουν σε άθλιες συνθήκες, ποιος ξέρει τι αρρώστιες κουβαλάνε. Αραγε έχουν κάνει εμβόλια; Περισσότερο, όμως, λυπάμαι τα παιδάκια, που οι δουλέμποροι τα βάζουν σε σάπιες βάρκες και πνίγονται. Ψυχές που δεν φταίνε σε τίποτα. Φοβάμαι ότι η Ελλάδα στο τέλος θα την πληρώσει πολύ άσχημα, επειδή ο κ. Τσίπρας έχει περάσει το μήνυμα πως είμαστε ξέφραγο αμπέλι. Γι’ αυτό κι όποιος θέλει μπαίνει. Αλλά να δούμε, όταν οι άλλες χώρες κλείσουν τα σύνορά τους, τι θα γίνει στην Ελλάδα με αυτό το θέμα.

Αν ήσουν νέος σήμερα, τι θα έκανες για να πας κόντρα στην κρίση;

Θα έφευγα στο εξωτερικό. Και λυπάμαι που η κόρη μου τελείωσε τη Φιλοσοφική, ξέρει τέσσερις γλώσσες και δεν την άφησα να πάει στη Γερμανία, που τη ζητούσαν. Χτυπάω το κεφάλι μου…

Ομως, δεν συμφωνείς ότι ζούμε στην ωραιότερη χώρα;

Ναι, την ωραιότερη των Βαλκανίων, για να μην πω όλης της Ευρώπης, με ωραίους ανθρώπους αλλά, δυστυχώς, ανίκανους πολιτικούς. Εξαιρείται ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιατί ήταν ο μόνος που νοιάστηκε για τη φτωχολογιά.

Με το τότε σύνθημα «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» τώρα είμαστε καταχρεωμένοι…

Αυτό που ξέρω είναι ότι σήμερα ο κόσμος πεινάει, ενώ με τον Ανδρέα όλοι περνούσαν καλά.

Πώς τα βγάζεις πέρα σήμερα;

Εχω σύνταξη, αλλά, λόγω της οικονομικής κρίσης, συνέχεια μου την πετσοκόβουν. Τα βγάζω πέρα με ένα «αχ, βαχ». Εντάξει, δεν πεινάω. Το καλό είναι ότι δεν πληρώνω ενοίκιο. Μένω σε ένα διαμέρισμα κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, όπως είπα, το οποίο μου άφησε η μητέρα μου. Είναι σε μια παλιά πολυκατοικία, πολύ άσχημης κατασκευής, χαρακτηριστικό δείγμα από την εποχή τού αρπακόλλα του γέρου Καραμανλή, τότε που ο καθένας έχτιζε ό,τι ήθελε…

Από δω και πέρα τι περιμένεις;

Θα ήθελα, προτού πεθάνω, να παίξω έναν ωραίο ρόλο στο σινεμά. Αλλά πιστεύω ότι θα μείνω με την επιθυμία, γιατί είμαστε μια χώρα διαλυμένη από κάθε άποψη. Και είναι κρίμα για την Ελλάδα.

5 3

{{-PCOUNT-}}56{{-PCOUNT-}}

Ακολουθήστε την Espresso στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ MOBILE APP ΤΗΣ ESPRESSO

ΔΗΜΟΦΙΛΗ