Θυμάστε την ταινία «Chocolat»; Μια κομεντί στην οποία μια μητέρα (Ζιλιέτ Μπινός) φτάνει με την κόρη της σε ένα γαλλικό χωριό (στο πουθενά), ανοίγει μια σοκολατερί και αλλάζει τη ζωή των κατοίκων;
Θυμάστε την ταινία «Chocolat»; Μια κομεντί στην οποία μια μητέρα (Ζιλιέτ Μπινός) φτάνει με την κόρη της σε ένα γαλλικό χωριό (στο πουθενά), ανοίγει μια σοκολατερί και αλλάζει τη ζωή των κατοίκων; Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των συνθηκών, συνέβη και στη Γλυφάδα, όταν τον Αύγουστο του μακρινού 2002 έκανε την εμφάνισή του στο κέντρο της Γλυφάδας (Ζησιμοπούλου 9) το Chocolat, ένα cafe restaurant που έγινε talk of the town.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟ
Αρχικά ξεχώριζε όχι μόνο για τον καταπληκτικό χώρο του αλλά -προφανώς- και για τα πιάτα της (μεσογειακής) κουζίνας του. Στην πορεία το μαγαζί αναβαθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό, με αποκορύφωμα τη φετινή σεζόν, οπότε έγινε η κίνηση ματ: οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να ανατρέψουν τα δεδομένα και πρόσθεσαν στο σκηνικό ένα σούσι concept (υπό την επιμέλεια του σεφ Νίκου Χολέβα) που κάνει τη διαφορά. «

Arigato» το ονόμασαν, που στα ελληνικά σημαίνει «ευχαριστώ», προφανώς για να τιμήσουν την εκλεκτή πελατεία που τόσα χρόνια στηρίζει και με το παραπάνω την προσπάθειά τους. Και μιλάμε για φοβερό -και κυρίως φτηνό- σούσι. Ακόμα κι εγώ, που δεν είμαι και ο πλέον φανατικός της συγκεκριμένης κουζίνας, δύο ρολάκια από το «Naruto roll» που παρήγγειλε η παρέα τα «τσίμπησα». Και ήταν νοστιμότατα!
Τρία βασικά κριτήρια
«Εμείς εδώ θέλαμε να απομυθοποιήσουμε τη γιαπωνέζικη κουζίνα» μου εξηγεί ο Γρηγόρης, εκ των ιδιοκτητών. Και συνεχίζει: «Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το σούσι, θέλουμε να πληρούμε τα τρία βασικά κριτήρια που εξαρχής έχουμε θέσει. Να μπορέσουμε να παντρέψουμε ιδανικά περιβάλλον – ποιότητα – τιμή». Κάτι που οφείλω να παραδεχτώ ότι το κατάφεραν, καθώς μέσα στις μόλις δύο εβδομάδες που λειτουργεί το concept ο κόσμος το έχει αγκαλιάσει.
Να τονίσω ότι το μαγαζί είναι ανοιχτό από τις 8.30 το πρωί, κάτι που σημαίνει ότι μπορείς να έρθεις εδώ για να πιεις το καφεδάκι σου ή να φας πρωινό και να συνεχίσεις με φαγητό. Εκτός από το σούσι, ο ανανεωμένος κατάλογος που φέρει την υπογραφή του καταξιωμένου σεφ Γιώργου Νουτσάτου περιλαμβάνει εξαιρετικές προτάσεις. Η επιλογή μου ήταν το πιάτο «Eye of the tiger» (Rib eye με πατατούλες-λουκούμι) και πρέπει να σημειώσω ότι η μερίδα του ήταν όχι απλώς τίμια, αλλά παραπάνω από χορταστική. Εφυγα με την υπόσχεση στον εαυτό μου ότι θα επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία!
Ο μάγειρας Γιάννης Παπαδάκης μας παρουσιάζει το πιάτο «Antes de la Siesta»
«Μαρινάρουμε τη σταβλίσια μπριζόλα (μαζί με την πανσέτα) μέσα σε ελαιόλαδο με λίγη πάπρικα. Την ψήνουμε στη σχάρα. Παράλληλα ψήνουμε τις πατάτες στον φούρνο σε κρούστα από χοντρό αλάτι και μυρωδικά και πριν τις σερβίρουμε τις περνάμε με λίγο βούτυρο. Ετοιμάζουμε το ντιπ ντομάτας προσθέτοντας κόλιανδρο, ελαιόλαδο, αλάτι, πιπέρι και λίγη ρίγανη. Σερβίρουμε.
tip: Το ούτως ή άλλως «δυνατό» team ενισχύθηκε φέτος με τον Κώστα Σόμμερ, ο οποίος αποδέχθηκε την πρόταση ενός εκ των ιδιοκτητών και απέκτησε ποσοστό του μαγαζιού!
TOP SPOT ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ

Από τα μαγαζιά που έχουν γράψει τη δική τους χρυσή σελίδα στην ιστορία του αθηναϊκού nightlife είναι το Mousa bar στο Κολωνάκι(Χάρητος 43). Ενα cafe bar που αν και έχουν περάσει 21 ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή μας, εντούτοις συνεχίζει να αποτελεί top spot. Μοντέρνο, φωτεινό ντεκόρ που τονίζει τον ούτως ή άλλως «μικρό» εσωτερικό χώρο, ενώ τα τραπεζάκια έξω ενδείκνυνται περισσότερο για χάζι στον πολύβουο πεζόδρομο. Εδώ μπορείς να έρθεις από το μεσημέρι για το καφεδάκι σου και να συνεχίσεις έως αργά με ποτό ή κάποιο από τα εμπνευσμένα κοκτέιλ, που είναι και της μόδας!
«Κρυφτό» με τις μεσογειακές γεύσεις

Μία από τις καλύτερες προτάσεις για έξοδο στα βόρεια προάστια είναι το Hide and seek (λεωφ. Κηφισίας 254). Το όνομά του μεταφράζεται σε «κρυφτό», κάτι που παραδόξως ισχύει, ειδικά αν δεν σου έχουν δώσει οδηγίες για το πώς θα το βρεις. Ευτυχώς πήγα με «σκονάκι» και το μόνο που χρειάστηκε να έχω το νου μου ήταν να εντοπίσω την είσοδο μιας μικρής αλέας, πλάι στον Κωτσόβολο, στο ύψος του Χαλανδρίου. Σε γενικές γραμμές προτιμώ τα μαγαζιά που είναι «κρυμμένα», μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών και το Hide and seek ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτησή μου.
Το bar restaurant χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη, το «καλοκαιρινό» στην αυλή και το «κλειστό», το οποίο λόγω εποχής γνωρίζει πιένες. Εδώ μπορείς να απολαύσεις πιάτα μεσογειακής κουζίνας, αλλά προτείνω προτού καθίσεις στο τραπέζι να περάσεις μια βόλτα από την μπάρα για ένα πρώτο ποτό (ή κοκτέιλ).
Σε ό,τι αφορά το μενού, οι γεύσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον και δυσκολεύτηκα κάπως να καταλήξω στην επιλογή μου. Με τη βοήθεια του ευγενέστατου νεαρού στο σέρβις κατέληξα σε ριζότο φράουλας με σολομό, το οποίο ήταν εξαιρετικό. Το καλύτερο το φύλαξα για το τέλος. Οτιδήποτε κι αν διαλέξετε από τον κατάλογο, απλώς φροντίστε να κλείσετε το δείπνο σας ζητώντας για επιδόρπιο την περίφημη «σφαίρα σοκολάτας» (με σος σοκολάτας και φράουλας) και θα με θυμηθείτε.
ΩΡΑ ΓΙΑ CLUBBING!

Ο Πειραιάς ανέκαθεν φημιζόταν για τα μεγάλα mainstream clubs. Στην ευρύτερη περιοχή εδώ και περίπου είκοσι χρόνια έχουν ανοίξει (και κλείσει) μαγαζάρες με όλη τη σημασία της λέξης, σε σημείο που έκλεβαν κάτι από τη δόξα των αντίστοιχων της Αθήνας, ειδικά στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Στη συνέχεια έγινε μια -φυσιολογική- κοιλιά, αλλά εδώ και λίγα χρόνια η νυχτερινή ζωή στα νότια μοιάζει, ευτυχώς, να ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της.
Σε ένα τέτοιο μαγαζί βρέθηκα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου και οφείλω με ευχαρίστησή μου να ομολογήσω ότι μου θύμισε «τα παλιά». Ο λόγος για το Seven club (Κάστορος 41 και Φωκίωνος), το «πρώτο mainstream club ευρωπαϊκών προδιαγραφών στον Πειραιά», όπως αρέσκονται να υποστηρίζουν οι ιδιοκτήτες του. Υπερβολές, θα πεις. Κι όμως, η περιγραφή δεν απέχει από την πραγματικότητα. Τεράστιος, βιομηχανικού design χώρος, πλήρως ανακαινισμένος (ξεχάστε ό,τι θυμάστε από το πάλαι ποτέ Free Club που στεγαζόταν εδώ), με δυνατά χρωματικά παιχνίδια ανάμεσα σε μαύρο και άσπρο στους τοίχους, σου δίνει την αίσθηση του «ήρθα για να χορέψω».
Οι ξένες επιτυχίες με τις οποίες ο dj σε βάζει σιγά σιγά στο κόλπο κάποια στιγμή δίνουν τη θέση τους στα ελληνικά hits και το μαγαζί σηκώνεται «στον αέρα». Οι κανάτες με τα σφηνάκια πηγαινοέρχονται, οι θαμώνες γίνονται εύκολα μια παρέα κι εσύ δεν έχεις παρά να απολαύσεις ακόμα μία σούπερ χορευτική βραδιά.
ΤΟ ΤΕΛΕΙΟ ΣΑΝΤΟΥΙΤΣ
«Ακουσα για ένα καινούργιο μαγαζί που φτιάχνει καλά σάντουιτς» με πληροφόρησε ο άρτι αφιχθείς από τη Θεσσαλονίκη ξάδερφός μου. Το «από τη Θεσσαλονίκη» δεν είναι τυχαίο: Τα «καρντάσια» ξέρουν και καλοτρώνε, ως γνωστόν! Και κάπως έτσι ο δρόμος μάς έφερε στο κέντρο της Αθήνας, στο Big Mouth (Πραξιτέλους 20). Αν και απογευματάκι, η ουρά μού έκανε εντύπωση, ειδικά για ένα μαγαζί που δεν έχει ανοίξει καλά καλά δύο μήνες. Ζητάμε από τον Κώστα, εκ των ιδιοκτητών, να μας προτείνει κάτι ωραίο. «Θα σας φτιάξω ένα περιποιημένο Tuna Luna, με τόνο μαριναρισμένο, τυρί, μαρούλι, πίκλες, μαγιονέζα και βινεγκρέτ, και ένα κλασικό Italiano που αποτελείται από κεφτεδάκια με ιταλική σάλτσα, τυρί λιωμένο, πίκλες και κρεμμύδι». Οσο για τον λογαριασμό; Δώσαμε συνολικά 7,50 ευρώ, ελάχιστα θα έλεγα για την ποιότητα και την ποσότητα.
Θέα που θα σας μένει αξέχαστη

Στα πέριξ της πλατείας Μοναστηρακίου έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια αρκετά μαγαζιά, τα οποία προσπαθούν -όσο το δυνατόν- να εκμεταλλευτούν το τεράστιο ατού που δεν είναι άλλο από την ταράτσα που σου φέρνει την Ακρόπολη «στο πιάτο». Σε ένα από αυτά, το A for Αthens (Μιαούλη 2-4), βρέθηκα το βράδυ της περασμένης Τετάρτης, εκμεταλλευόμενος και μία από τις τελευταίες σχετικά ζεστές βραδιές του φθινοπώρου.
Ανεβαίνω (από τις σκάλες, παρακαλώ) στο μπαρ του 6ου ορόφου του ξενοδοχείου και ο χώρος είναι σχεδόν γεμάτος, κάτι για το οποίο με είχε προϊδεάσει η ουρά που συνάντησα στο ασανσέρ του ισογείου. Με δυσκολία βρήκαμε με την παρέα μία από τις πολύ αναπαυτικές μαξιλάρες και βολευτήκαμε. Τάχιστα, αν αναλογιστούμε και την πολυκοσμία, μας πλησίασε χαμογελαστός ο σερβιτόρος. «Τι θα θέλατε να σας φέρω;» Ποτό, κρασί ή κοκτέιλ, ιδού το κρίσιμο ερώτημα.
Οι μισοί παρήγγειλαν κρασάκι, οι άλλοι προτιμήσαμε κοκτέιλ γνωρίζοντας ότι οι bartenders του μαγαζιού θεωρούνται «κορυφή» στο είδος! Η μουσική, ένα «πάντρεμα» lounge και τζαζ επιλογών, συντρόφευε ιδανικά το όλο σκηνικό που με μια λέξη θα το χαρακτήριζα «συγκλονιστικό», σε αποζημιώνει και με το παραπάνω!

