Ιστορία μου, αμαρτία μου...

Ιστορία μου, αμαρτία μου...

Η ΧΡΥΣΗ ΔΙΣΚΟΘΗΚΗ ΤΗΣ «Εspresso» - ΡΙΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Μια φωνή αθάνατη, μια πληθωρική προσωπικότητα που όταν πάταγε με το δεξί πάνω στην πίστα ήταν, όπως έλεγε ο Τάκης Μουσαφίρης, «λες και έβγαιναν σαράντα γυναίκες μαζί». Η Ρίτα Σακελλαρίου χάραξε πορεία σαράντα ετών στο ελληνικό τραγούδι και άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην ιστορία της λαϊκής μουσικής με τραγούδια που τα ακούμε ακόμα και σήμερα σε όλα τα νυχτερινά κέντρα.

Γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης στις 22 Νοεμβρίου του 1934. Η μητέρα της ήταν Σμυρνιά, αλλά η προσφυγιά την οδήγησε μαζί με την οικογένειά της στην Κάλυμνο. Εκεί γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγό της, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στην Κρήτη αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Η Ρίτα πήρε το όνομα της γιαγιάς Μαργαρίτας. Την άλλη γιαγιά της την έλεγαν Χρυσοπηγή και τη φώναζαν Καλυμνιά!

Λίγα χρόνια μετά τη γέννησή της, οι γονείς της πήραν τη Ρίτα και πήγαν στην Αθήνα. Η αξέχαστη τραγουδίστρια πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στο Κερατσίνι, στον Αγιο Παντελεήμονα και στην Αμφιάλη. Περιοχές φτωχικές και λαϊκές, που τότε θύμιζαν χωριουδάκια, μιας και δεν είχαν ούτε δρόμους. Ο πατέρας της Ρίτας ήταν τσαγκάρης και... ανακατευόταν με τα πολιτικά. Ως αριστερός βοήθησε πολύ κόσμο αλλά μπήκε και στο στόχαστρο της Αστυνομίας. Η Ρίτα τον έχασε στα δεκατέσσερα και αυτό που θυμόταν πάντα με μια δόση πικρίας ήταν πως, όταν πέθανε, όλοι εκείνοι που τους πρόσεχε και τους βοηθούσε δεν έδωσαν ούτε ένα πιάτο φαγητό στα τρία ορφανά. Η Ρίτα ήταν η μεγαλύτερη από τα άλλα δύο αδέλφια της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Ο θάνατος του πατέρα σημάδεψε την καρδιά της και την έκανε να παντρευτεί από ανάγκη ενώ ήταν ανήλικη. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία μόλις χώρισε έμειναν με τον πατέρα τους. Στη συνέχεια, η Ρίτα δούλεψε ως εργάτρια στα λιπάσματα, στο εργοστάσιο του Παπαστράτου, ακόμα και στη χωματερή...

Ως τραγουδίστρια πρωτοεμφανίστηκε στον «Μύλο», στο Πέραμα. Εκεί την ανακάλυψε ο Στέλιος Χρυσίνης. Ηταν ο άνθρωπος που την πήγε σε μια δισκογραφική εταιρεία και της έδωσε τα πρώτα της τραγούδια. Επειτα, βρέθηκε στο «Φαληρικό», στις Τζιτζιφιές, να κάνει σεγόντο στον Βασίλη Τσιτσάνη και στον Γιάννη Παπαϊωάννου. Και οι δύο έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην καριέρα της.


Ο γάμος με τον Σιδηρόπουλο
 
Ηταν η εποχή που στα μπουζούκια σέρβιραν μόνο μπίρα και κρασί, ενώ το θρυλικό σπάσιμο των πιάτων δεν είχε ξεκινήσει. Ο Τσιτσάνης και ο Παπαϊωάννου πήραν μαζί τους τη Ρίτα στην «Τριάνα». Εκεί έζησε τις πρώτες δόξες της. Στο μαγαζί σύχναζαν οι πιο γνωστοί Αθηναίοι αλλά και αρκετοί σταρ του εξωτερικού: Ωνάσης, Μερκούρη, Φόνσου, Βιτόριο Γκάσμαν, Αντονι Κουίν και πολλοί άλλοι.

Η Ρίτα δούλεψε μαζί με τον Τσιτσάνη και τον Παπαϊωάννου οκτώ ολόκληρα χρόνια. Και δεν τραγούδησαν μόνο, έπαιξαν κιόλας σε ταινίες της εποχής δίπλα σε διάσημους ηθοποιούς, όπως ο Χρήστος Νέγκας, ο Νίκος Ξανθόπουλος και η Μάρθα Βούρτση. Για περισσότερο χρόνο πάντως συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη, ο οποίος, παρ’ όλο που είχε τη φήμη του γυναικά, στη Σακελλαρίου στάθηκε πάντα σαν ένας καλός φίλος. Μαζί γύρισαν τραγουδώντας όλη την Ελλάδα, πήγαν στην Αμερική, τραγουδούσαν και την ημέρα που η Ρίτα γνώρισε τον δεύτερο άντρα της και μεγάλο έρωτα της ζωής της.

Ηταν σε ένα κέντρο της Θεσσαλονίκης και βρίσκονταν πάνω στο πάλκο όταν μπήκε μέσα ένας νεαρός άντρας γύρω στα είκοσι δύο, ο οποίος μόλις είχε απολυθεί από φαντάρος. Ο Τσιτσάνης, ο οποίος πείραζε συνέχεια τη Ρίτα, της έγνεψε να κοιτάξει προς το μέρος του. Εκείνη το έκανε και... έπαθε! Ηταν ο Σιδηρόπουλος, γνωστός παλαιστής, κούκλος και λεβεντόπαιδο. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν και ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Εκείνος την κάλεσε να πάει στο τραπέζι του και εκείνη ανταποκρίθηκε! Τότε, σε πολλά μαγαζιά οι τραγουδίστριες συνήθιζαν να κάνουν παρέα στους πελάτες. Η Ρίτα είχε τον τρόπο να τους κουμαντάρει. Με τον Σιδηρόπουλο όμως τα βρήκε... σκούρα, γιατί επρόκειτο για αίσθημα βαθύ και αμοιβαίο. Εναν χρόνο αργότερα ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας...


Το λάθος της δισκογραφικής να την... ανταλλάξει

Η Ρίτα, παρ’ όλο που ήταν πρώτο όνομα στα μαγαζιά, έπαιρνε μεροκάματο ένα πεντακοσάρικο και ο εργοδότης δεν της έδινε αύξηση. Και όταν εκείνη του έλεγε να βάλει έστω μια ταμπέλα με το όνομά της, εκείνος της απαντούσε γελώντας πως θα... την πάρει ο αέρας! Την ίδια περίοδο, έμαθε ότι η εταιρεία με την οποία είχε βγάλει τα πρώτα της τραγούδια την είχε... ανταλλάξει με έναν τραγουδιστή της εταιρείας όπου πήγε στη συνέχεια και έμεινε για πολλά χρόνια. Το παραπάνω έχει καταγραφεί ως μέγα λάθος από την πλευρά της μίας εταιρείας, γιατί από το χρονικό σημείο της ανταλλαγής και έπειτα η Ρίτα άρχισε να ανεβαίνει ακόμα πιο ψηλά.

Το τραγούδι «Ιστορία μου, αμαρτία μου» έγινε η αφετηρία για την κορυφή. Εγινε σουξέ πριν ακόμη κυκλοφορήσει ο δίσκος. Επρόκειτο για μια φράση που η τραγουδίστρια συνήθιζε να λέει καμιά φορά ενώ βρισκόταν στο πάλκο. Την άκουγαν και την ξανάκουγαν οι μόνιμοι συνεργάτες της, ο Ψυχογιός και ο Μανίσαλης, και κάποια στιγμή σκέφτηκαν να την κάνουν τραγούδι. Και έγινε χαμός. Ερχόταν κόσμος στο μαγαζί και της έλεγε «γεια σου, Ρίτα, ιστορία μου, αμαρτία μου». Ο μισθός της, παρ’ όλα αυτά, είχε κολλήσει στο πεντακοσάρικο...


Ο Ανδρέας Παπανδρέου

Λίγους μήνες μετά, ο Σιδηρόπουλος πρότεινε στη Ρίτα να φτιάξουν το δικό τους μαγαζί. Λεφτά όμως δεν υπήρχαν, μιας και ό,τι έβγαζαν τους έφτανε ίσα ίσα για να περνάνε. Η Ρίτα όμως πήρε το ρίσκο. Ετρεξε, ρώτησε, δανείστηκε από την αδελφή της και από έναν αναβάτη που δούλευε στον Ιππόδρομο. Και κάπως έτσι άνοιξε το «Κουίν Αν» στην εθνική οδό, ένα μαγαζί που έγραψε χρυσή ιστορία στη νύχτα της Αθήνας. Το «Κουίν Αν» έκανε εγκαίνια το 1970 και το 1971 η Ρίτα γέννησε τον γιο της Σάββα. Αυτό το παιδί, όπως έλεγε η ίδια, ήταν το γούρι της. Μετά απέκτησε τον Μανώλη και στη συνέχεια τον μικρό Αλέξη.

Εκείνη την εποχή, η Ρίτα έκανε και τις πιο μεγάλες επιτυχίες της. Στο μαγαζί γινόταν χαμός, οι πελάτες σχημάτιζαν ουρές και τα τραπέζια ήταν πάντα όλα ρεζερβέ. Από το «Κουίν Αν» πέρασαν όλοι οι μεγάλοι αστέρες της εποχής: Αγγελόπουλος, Ξανθόπουλος, Γερολυμάτος. Οσο για τους πελάτες, η αφρόκρεμα της Αθήνας και όχι μόνο. Μέχρι και ο Σπύρος Αγκνιου, ο τότε αντιπρόεδρος της Αμερικής, βρέθηκε ένα βράδυ στα πρώτα τραπέζια. Και η Ρίτα ήταν η μόνη που κατάφερε να τον κάνει να σηκωθεί και να χορέψει. Πιστός θαυμαστής της ήταν βεβαίως και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε πάντα να του τραγουδά και να χορεύει το τραγούδι «Αυτός ο άνθρωπος, αυτός».

Παράλληλα, το δίδυμο Μανίσαλης - Ψυχογιός συνέχισαν να της γράφουν το ένα σουξέ μετά το άλλο. «Κάθε ηλιοβασίλεμα», «Παράνομη μου αγάπη», «Αν κάνω άτακτη ζωή» και τόσα άλλα. Τότε ήταν και το σπάσιμο των πιάτων στα φόρτε του και η Ρίτα πολλές φορές είχε τραυματιστεί πάνω στο κέφι των θαμώνων. Είχε κόψει χέρια, πόδια και μια φορά, ενώ ήταν έγκυος και τραγουδούσε το «Ιστορία μου, αμαρτία μου», κάποιοι έβαλαν ντάνες τα ποτήρια πάνω στο τραπέζι, τους έριξαν ουίσκι, έβαλαν φωτιά και πέταξαν το τραπέζι πάνω στην πίστα. Η τραγουδίστρια κόντεψε να πάρει φωτιά και η ίδια.


Το διαζύγιο, η απόσυρση και η επιστροφή με τον... «Κοντό»

Πέντε χρόνια κράτησε η χρυσή εποχή του «Κουίν Αν» και όταν αυτή τελείωσε, τελείωσε και ο δεύτερος γάμος της Ρίτας με τον Σιδηρόπουλο κάπου στο 1975. Ακούστηκαν πολλά, αλλά η Ρίτα είχε πει πως, όταν δύο άνθρωποι φτάνουν στον χωρισμό, φταίνε πάντα και οι δύο. Οι τσακωμοί, οι εντάσεις και το διαζύγιο έκαναν την τραγουδίστρια να παραμελήσει τον εαυτό της και την καριέρα της. Δεν πήγαινε στο στούντιο, στενοχωριόταν, πάχυνε από τις γέννες και ντρεπόταν να βγει να τραγουδήσει μπροστά σε κόσμο.

Ομως, η δύναμη που έκρυβε μέσα της την ώθησε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Εκανε βελονισμό και άρχισε τις αυστηρές δίαιτες. Για τέσσερις μήνες έτρωγε μόνο γιαούρτι και νερό. Αδυνάτισε πολύ, έβαψε το μαλλί ξανθό και επέστρεψε στο τραγούδι. Τη βραδιά της πρεμιέρας της στη «Νεράιδα» μαζί με την Αννα Βίσση, ο κόσμος δεν την αναγνώρισε αμέσως. Μόνον όταν «έπεσε» η εισαγωγή κατάλαβαν ότι ήταν η αγαπημένη Ρίτα. Τότε άρχισε να κάνει και πάλι επιτυχίες. Γνώρισε τον Τάκη Μουσαφίρη, ο οποίος της έγραψε σπουδαία τραγούδια και της έδωσε κουράγιο να συνεχίσει. Η Ρίτα συνήθιζε πάντα να μιλάει γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια στις συνεντεύξεις της. Χαραγμένη στη μνήμη της δε είχε μείνει η φράση που της είχε πει κάποτε: «Οταν πατάς πάνω στην πίστα με το δεξί, θαρρείς και βγαίνουν σαράντα γυναίκες μαζί».

Με αφορμή τη συνεργασία της με την Αννα Βίσση στη «Νεράιδα», η Ρίτα γνώρισε και τον Νίκο Καρβέλα, ο οποίος δήλωσε αμέσως μεγάλος θαυμαστής της και της πρότεινε να της δώσει τραγούδια του. Εκείνη τον ήξερε ως απόφοιτο της Νομικής και παρτενέρ της Βίσση στις ποπ επιτυχίες της. Αν και σε γενικές γραμμές τον θεωρούσε εξαιρετικά ταλαντούχο, δεν είχε ιδέα αν ήταν καλός στα λαϊκά τραγούδια. Ετσι, τον παρέπεμψε στον παραγωγό της να τα κανονίσουν. Και φυσικά, έπεσε από τα σύννεφα μόλις άκουσε τη δουλειά του. Ο Καρβέλας της έγραψε τότε το «Σώσε με».

Κάποια στιγμή, ενώ είχαν ηχογραφήσει έντεκα τραγούδια, τη φώναξε και την έβαλε να ακούσει τον «Κοντό με τη γραβάτα». Η Ρίτα θύμωσε και κατηγόρησε τους συνεργάτες της ότι ήθελαν να τη ρεζιλέψουν. Τελικά, το τραγούδι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία του δίσκου και η Ρίτα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ακολούθησαν και άλλοι δίσκοι με τέτοια σουξέ, όπως «Οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες», «Αυτός ο έρωτας, αυτό τ’ αγόρι» και το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έμενε στη Νέα Σμύρνη και δήλωνε ευτυχισμένη που είχε κοντά της τα παιδιά της. Οσο για τη μεγάλη της αδυναμία, δεν ήταν άλλη από την εγγονή της, τη μικρή Ρίτα, στο πρόσωπο της οποίας η Σακελλαρίου είδε το νόημα της ζωής!


Δυνατή μέχρι το τέλος

Στις 6 Αυγούστου του 1999 η Ρίτα Σακελλαρίου πέθανε χτυπημένη από την επάρατο νόσο. Οι φήμες ότι η τραγουδίστρια έδινε μάχη με τον καρκίνο είχαν κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν. Κανείς όμως δεν τις επιβεβαίωσε πριν από την ημέρα του θανάτου της. Αλλωστε, ούτε η ίδια γνώριζε την αλήθεια. Το ελληνικό τραγούδι έχασε μια γνήσια εκπρόσωπο, οι Ελληνες θρήνησαν μια αγαπημένη τραγουδίστρια και ο τότε δήμαρχος της Αθήνας Δημήτρης Αβραμόπουλος την αποχαιρέτησε δημοσίως λέγοντας: «Με τον δικό της αυθεντικό, λαϊκό τρόπο μίλησε για χρόνια στις καρδιές των Ελλήνων με ερμηνείες που θα θυμίζουν τη συμβολή στον λαϊκό πολιτισμό ενός ωραίου, γεμάτου ψυχή και αγάπη ανθρώπου».