Μια συνέντευξη-ποταμό, ψυχής, χαράς και προβληματισμού έδωσε στην «Espresso» για το νέο έτος ο αγαπητός του κοινού Λάκης Λαζόπουλος.
Από τη Μαρία Ανδρέου
Ο νικητής σε τηλεθέαση Λάκης -το «Αλ Τσαντίρι» του πήγε σφαίρα και οι παραστάσεις στο θέατρο Βέμπο με τον «Ηρωα με τις παντούφλες» ήταν συνέχεια sold out- αποκαλύπτει πρώτη φορά πολλά και σημαντικά. Οπως ότι τον παρακολουθούν στον δρόμο αλλά εκείνος δεν φοβάται, αλλά και το ότι ετοιμάζεται να ανοίξει εστιατόριο με τις γεύσεις της μαμάς του. Η συνάντησή μας έγινε στο σπίτι του όπου, ως άριστος οικοδεσπότης, μας έδειξε και τους νέους πίνακες ζωγραφικής που δημιούργησε και φωτογραφήθηκε πρώτη φορά με τα έργα του.

Λάκη, αποχαιρετήσαμε το 2025! Πώς θα χαρακτήριζες αυτόν τον χρόνο που έφυγε;
Ωραίο! Ηταν μια σημαντική χρονιά. Για εμένα ό,τι έχει βουνό και ανάβαση μπορεί να με κάνει να γκρινιάζω αλλά μου αρέσει. Δεν μπορώ πια τον ίσιο δρόμο, θέλω τον ανηφορικό.
Τι κατάλαβες από τη συμπεριφορά του κόσμου προς το πρόσωπό σου;
Εφτασε η στιγμή για εμένα που έμαθαν το μπόι μου. Κάποια στιγμή μπήκε ένα σύννεφο στο μπόι μου και δεν ήξεραν αν έβλεπαν το μπόι μου το ίδιο. Νομίζω με το που έφυγε το σύννεφο είδαν ότι ναι, αυτό ήταν από πάντα το μπόι μου, ότι εκεί είμαι. Τι είδαν επίσης; Οτι σε μια εποχή που έχουν πάθει μετάλλαξη οι περισσότεροι άνθρωποι, εγώ δεν είμαι μεταλλαγμένος. Οχι, δεν έχω κωλοτουμπαρίσει χίλιες φορές για να υπάρξω. Δεν έχω γίνει ένας γλείφτης της εποχής, ένας υποτακτικός και υποκύπτων της εποχής σαν τους άπειρους ακόμη και στην τέχνη μου, και είναι ωραίο που δεν πρόδωσα αυτό που πιστεύω, που είμαι. Δεν έγινα ποτέ μια σαλάτα. Δεν είμαι μέρος της σαλάτας.

Με όσα λες στο «Τσαντίρι» σου φοβήθηκες κάποια στιγμή για τη ζωή σου; Θα σταματήσεις να λες αυτά που λες;
Οχι. Δεν φοβάμαι. Οι απειλές που έχω δεχτεί ήταν πραγματικές. Απαγορευόταν να πάω και να είμαι οπουδήποτε. Αλλά δεν θέλω να τα λέω αυτά, γιατί μπαίνω σε μια διαδικασία του θύματος. Ξέρεις, είναι λίγο παράξενο να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις ότι υπάρχει μόνιμα ένας άνθρωπος έξω από το σπίτι σου να σε παρακολουθεί. Με ακολoυθούσαν και από πίσω, στον δρόμο, όπου και να πήγαινα. Μάλιστα, έστειλα το τηλέφωνό μου εκεί που έπρεπε στον Καναδά και στην Ελβετία και δύο μεγάλες εταιρίες μου είπαν ότι παρακολουθούσαν τις συνομιλίες μου. Ημουν πρωταθλητής δε. Παρακολούθησαν 17 φορές το τηλέφωνό μου. Αλλά ούτε στη Δικαιοσύνη πήγα, και δεν θα πάω. Δεν έχει νόημα να πάω.

Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα. Μεγάλες γιορτές. Το μυαλό που σε πάει;
Στο πατρικό στη Λάρισα. Εχω κάνει και φοιτητικές γιορτές στην Κομοτηνή με τη γυναίκα μου την Τασούλα, έχω κάνει και γιορτές στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Αμστερνταμ με την Τασούλα αλλά και στο Πήλιο με την παρέα μου, αλλά και στην ερημική Πάρο με μουσική παρέα. Εχω περάσει και μόνος μου Πρωτοχρονιά στην Αθήνα σιωπηλά, με στενοχώρια. Αλλά μια Πρωτοχρονιά στη Λάρισα τη θυμάμαι με νοσταλγία. Θυμάμαι, λοιπόν, τα μεγάλα τραπέζια της μάνας μου, τα σόγια, τους καβγάδες, γιατί δεν γινόταν Πρωτοχρονιά χωρίς νεύρα. Θυμάμαι μια συγκεκριμένη Πρωτοχρονιά πολύ χαρακτηριστικά, με τη μάνα μου να φωνάζει «ποιος πήρε τα πιρούνια από το τραπέζι;» Ελεγε «εγώ τα πιρούνια τα είχα μετρήσει 16, είναι 14, με τι πιρούνια θα φάει η θεία;» Ετρεχα να δανειστώ πιρούνια από τη γειτονιά, που δεν ταίριαζαν όμως με τα άλλα, και η μάνα μου φώναζε ότι θα βρει αυτόν που πήρε τα πιρούνια και όλοι κοιταζόμασταν με υποψίες. Πρωτοχρονιά συζητούσαμε ποιος έχει κλέψει τα πιρούνια. Η μάνα μου, λοιπόν, κάθε χρόνο έκανε γαλοπούλα με αυτή τη γέμιση με το κάστανο, μου άρεσε πάρα πολύ. Λοιπόν, από αυτή την εποχή έχω κάποιες γεύσεις στο στόμα μου, που περνάνε τα χρόνια και ψάχνω να βρω αυτές τις γεύσεις. Και τρώω πλέον γαλοπούλες με κάστανο που δεν είναι σαν αυτές που έφτιαχνε η μάνα μου. Ειδικά στο ψήσιμο. Η εποχή μας έχει περάσει σε αυτό το γκουρμέ… Δηλαδή γιατί σκοτώνουν τη φασολάδα στο ραντεβού με τον κόλιανδρο; Είναι τρομερό να βάζουν στη φασολάδα κόλιανδρο.

Δεν ευχαριστιέσαι πια το φαγητό;
Οχι. Γι’ αυτό κάποια στιγμή θα κάνω ένα εστιατόριο. Και θα το κάνω. Ψάχνω να βρω ωραία ελληνικά φαγητά, καλά μαγειρεμένα. Ψάχνω έναν καλό παραδοσιακό μάγειρα ή μαγείρισσα και θα το ανοίξω το εστιατόριο. Γιατί; Γιατί θέλω να αποκαταστήσω τη γεύση μου. Ενας καλός μάγειρας είναι πολύτιμο πράγμα. Πλέον σήμερα συμβαίνει κάτι παράξενο. Εχεις σε ένα πιάτο ροδάκινο, τρως ροδάκινο και θα σου μυρίζει το διπλανό του στη γεύση, που είναι το καρπούζι και το πεπόνι. Κάποια στιγμή λέω σε έναν παραγωγό «αυτές οι φράουλες μυρίζουν βερίκοκο». Μου λέει «κύριε Λάκη, αν τις πλύνεις πολύ καλά, θα φανεί η γεύση». Πάω την επόμενη ημέρα και του λέω «φίλε, την έγδαρα τη φράουλα από το πλύσιμο και μυρίζει βερίκοκο. Τι άλλο να κάνω;» Την έφαγα τελικά τη φράουλα πιστεύοντας ότι τρώω βερίκοκο. Η εποχή είναι άγευστη. Οι παραγωγοί, οι σεφ ανακαλύπτουν νέες γεύσεις που δεν προϋπήρχαν και είναι συνδυασμός γεύσεων.

Υπάρχει ένας άνθρωπος που μαγειρεύει σαν τη μάνα σου, τη Ριρίκα;
Ναι. Ενας ακόμη. Και είναι φίλη της. Και έχει ρεστοράν στην Πάρο. Μόνο τότε απολαμβάνω φαγητό. Είναι όλα τέλεια. Μοναδικά. Μου αρέσει το απλό φαγητό. Και στην ένδυση είμαι απλός. Μου αρέσει ένα απλό παντελόνι, ένα πουκάμισο και αυτό είναι. Ούτε ρολόγια ούτε δαχτυλίδια. Το πρόσωπο που μου άρεσε πάντα ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν. Γιατί ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν μια απλή γκρι σιλουέτα που έκανε τον κόσμο να γελάει. Ετσι είμαι κι εγώ. Μια μπλου μπλακ σιλουέτα που κάνει τον κόσμο να γελάει.
Τις γιορτές ανακαλείς μνήμες; Στενοχωριέσαι από τις απώλειες;
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που μελαγχολούν τις γιορτές γιατί σκέφτομαι αυτούς που «έφυγαν». Γιατί, πολύ απλά, και τώρα που σας μιλώ με αυτούς τους ανθρώπους πορεύομαι νοερά. Η ανάμνηση τι είναι; Ο τρόπος που σχηματίζει η φαντασία σου ένα πρόσωπο που θα ήθελες να είναι αυτή τη στιγμή δίπλα σου. Ο διάλογος μου αρέσει, αυτή είναι η δουλειά μου. Ξέρω όταν περνάω μια κατάσταση τι θα μου απαντούσε η μάνα μου, η γυναίκα μου. Ξέρω τις απαντήσεις τους, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ρεπερτόριο. Εχω αποτυπώσει τον τρόπο σκέψης της μάνας μου ζωντανό και μου απαντάει στο σήμερα στο καθετί. Δεν είναι μια απάντηση που με ικανοποιεί, αλλά είναι η απάντηση η δική της. Τους ακούω κανονικά. Αν στη ζωή τυπώσεις τον τρόπο που σκέφτεται κάποιος, αυτόν τον τρόπο θα τον έχεις πάντα. Το μυαλό έχει ράγες. Σαν αριθμομηχανή. Αυτό κάνει και το ΑΙ. Αποτυπώνει τον τρόπο σκέψης των ατόμων.

Πηγαίνεις στη Λάρισα, στο πατρικό σου σπίτι;
Φυσικά. Και γίνεται κάτι περίεργο. Η μάνα μου έχει φύγει χρόνια από τη ζωή. Εχω βάλει μια γυναίκα πού και πού να το καθαρίζει. Οταν πηγαίνω, λοιπόν, το βλέπω πολύ καθαρό. Και λέω «δεν γίνεται το δικό μου σπίτι, με καθαρίστρια σε καθημερινή βάση, να έχει σκόνη και της μάνας μου, με καθαρίστρια ενίοτε, να λάμπει». Επειδή η μάνα μου ήταν μανιακή με την καθαριότητα πιστεύω ότι πηγαίνει στο σπίτι και καθαρίζει στη Λάρισα… (γέλια). Η μάνα μου ήταν άρρωστη και συγκρατούσε τους πόνους της για να σφουγγαρίσει τη σκάλα για να περπατήσει ο γιατρός σε καθαρά σκαλιά. Και από καθαριότητα μπήκε στο νοσοκομείο. Θυμάμαι ότι έσκυψε για να καθαρίσει ένα ντουλάπι που δεν είχε καθαρίσει σωστά η καθαρίστρια και μετά την έπιασε η μέση της και έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια. Η μάνα μου έβλεπε την αράχνη από μακριά, πριν φτιάξει τον ιστό της. Ηθελε τις κουρτίνες κοντές για να βλέπει αν θα περάσει η κατσαρίδα. «Καλέ» της λέω «γιατί να δεις την κατσαρίδα, άσε πιο μακριά την κουρτίνα, να μη τη δεις», με τίποτα αυτή… Κυνηγούσε τις καθαρίστριες που τη βοηθούσαν αν έκαναν τις δουλειές σωστά. «Να παίρνουν τα λεφτά» μου έλεγε «αλλά να δουλεύουν». Ολες οι γυναίκες της γενιάς της μάνας μου έχουν μανία με την καθαριότητα. Εχουν ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Τι να πω; Εχουν πάει στο κρυφό σχολείο της καθαριότητας;

Η τελευταία ημέρα του χρόνου τι είναι για εσένα;
Είναι η ημέρα που σπάει το σπυρί. Αλλά την αλλαγή της χρονιάς την καταλαβαίνεις ενδιάμεσα, όχι στην αρχή του νέου χρόνου. Στην αρχή του νέου χρόνου εμφανίζονται οι ελπίδες σαν μπαλέτο. Οι ελπίδες καραδοκούν την 1η Ιανουαρίου, μέχρι και τα Φώτα, και θέλουν να χορέψουν και αυτές. Ολοι δίνουμε ευχές. Να αλλάξει η ζωή μας, να μας έρθει η φώτιση, να κερδίσουμε λεφτά, να βρούμε νέο έρωτα. Και μετά το ίδιο μπαλέτο εμφανίζεται στις αρχές του 2027. Είναι ακριβώς το ίδιο μπαλέτο.
Θα γράψεις κάποιο άλλο βιβλίο;
Ναι, θα γράψω ένα ακόμα βιβλίο, με τίτλο «Το φίδι δεν έφτασε ποτέ στη Χαβάη». Ξέρετε, στη Χαβάη δεν υπάρχουν φίδια. Είναι το μόνο μέρος στη γη που δεν έχει φίδια. Ονειρευόμουν από μικρός ένα μέρος που δεν θα έχει φίδια.

Πόσους ανθρώπους-φίδια έχεις συναντήσει στη ζωή σου;
Εχω συναντήσει πολλά, αλλά δεν τα φοβάμαι. Μέχρι τα 18 μου χρόνια φοβόμουν, από τα 19 και μετά, όχι. Πιστεύω ότι το 2026 θα γίνει αλλαγή και στον τόπο. Η Ελλάδα είναι ώριμη και έχει αρχίσει να καταλαβαίνει τι έχει γίνει. Εμένα μου λείπουν πολύ οι νέοι άνθρωποι που έχουν φύγει από τον τόπο. Μου λείπουν πολύ τα νεανικά μυαλά. Εφυγαν τα νεανικά μυαλά από τον τόπο και μας άφησαν τους influencers! Ακούω σημαντικά πράγματα από νέα παιδιά και τρελαίνομαι. Ολη η αναπνοή είναι από το μέλλον, από τους νέους. Δεν μπορείς να παίρνεις παλιές ανάσες. Πρέπει να βλέπεις τον ορίζοντα. Πρέπει να μπουν στην πολιτική νέοι άνθρωποι.

Πώς βλέπεις το κίνημα της Μαρίας Καρυστιανού;
Βλέπω ότι πριν το ξεκινήσει την πολεμούν. Καταλαβαίνω ότι οι συγγενείς των θυμάτων θέλουν έναν καθαρό αγώνα, αλλά είναι ένας αγώνας αποκλεισμένος από παντού. Γιατί, λοιπόν, ένας από όλους αυτούς τους συγγενείς που έχει τη δυνατότητα και τον λόγο -για αυτούς τους 1.000.000 ανθρώπους που ξεσηκώθηκαν και διαδήλωσαν μαζί τους -να μην πάει παρακάτω και να συμβάλει στην κάθαρση, για να δικαιωθούν τα δολοφονημένα παιδιά τους; Δεν πρέπει να αφαιρέσουν το δικαίωμα στην Καρυστιανού. Η Μαρία κράτησε μαζί με κάποιες γυναίκες την εικόνα των παιδιών ζωντανή. Οι μανάδες σε αυτή την ιστορία στέκονται με σθένος. Είναι το κίνημα της μάνας! Είναι λάθος μια μάνα να μη φτάσει στο τέλος. Για εμένα πρέπει οι φοιτητές να βγάλουν έναν νέο βουλευτή, και οι αγρότες έναν νέο βουλευτή, και ο τουρισμός. Φτάνει με όλους αυτούς τους γυρολόγους που γυρνάνε από τηλεοπτικό παράθυρο σε παράθυρο και γίνονται γνωστοί, με αποτέλεσμα να τους ψηφίζεις χωρίς ουσιαστικά να τους ξέρεις. Πρέπει να συνταχθούν οι αγρότες, οι φοιτητές και να εκλέξουν τους δικούς τους ανθρώπους. Και δεν χρειάζονται κανάλια. Οι νέοι άνθρωποι πώς μαθαίνουν τη συναυλία του τάδε ράπερ, έτσι ακριβώς θα δουν και τους επιστήμονες που θα κατεβούν στις εκλογές από το TikTok, το YouTube. Aν μπουν νέα παιδιά στην πολιτική, θα αλλάξουν όλα. Και εγώ στο «Τσαντίρι» νέα, ταλαντούχα παιδιά καλώ από το Instagram, που δίνουν χαρά.

Oταν ακούς στη Βουλή τις ομιλίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ τι νιώθεις;
Νιώθω ότι είμαι κομπάρσος στην ταινία που γυρίζεται ζωντανά στην Ελλάδα και λέγεται «Ο Νονός». Βλέπουμε πια όλα τα πρόσωπα, όλο τον υπόκοσμο, όλους αυτούς που ήταν αγκαλιασμένοι με τους αξιωματούχους και πλέον κάνουν τους ανήξερους, βλέπω κάποιους δουλικούς δημοσιογράφους να τους κατανοούν. Και ο ελληνικός λαός έχει γίνει κομπάρσος όλων αυτών και παίζει στην ταινία τους. Ο κόσμος κάθεται και βλέπει το τι γίνεται στη Βουλή γιατί δεν μπορούν να πιστέψουν ότι αυτό που βλέπουν είναι αληθινό. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη τηλεθέαση. Ξέρετε τι γίνεται; Στα μπλόκα των αγροτών είναι νεοδημοκράτες, δεν είναι άλλοι. Αυτοί βγαίνουν στο «Τσαντίρι» και είναι βαθιά οργισμένοι, δεν βγαίνουν αγρότες που είναι στο ΠΑΣΟΚ. Αυτά δεν έχουν ξαναγίνει ποτέ. Εγώ μεταφέρω την ανάσα της κοινωνίας στο «Τσαντίρι». Οι άνθρωποι έχουν βαθιά στενοχώρια. Ξέρετε τι ανάγκη έχουν για να γελάσουν; Και στην Ελλάδα γίνεται το απίθανο. Είναι ένας καλός καιρός που σου γελάει και ένας κακός πολιτικός καιρός που σε χαλάει. Ο καλός καιρός στην Ελλάδα είναι ευλογία γιατί σου δίνει έναν λόγο να χαμογελάς όταν είσαι πάρα πολύ στενοχωρημένος.

Τελευταίες παραστάσεις για το εκπληκτικό έργο «Ενας ήρωας με παντούφλες» στο θέατρο Βέμπο. Μοναδικός ως τίμιος στρατηγός Δεκαβάλας. Τι να περιμένουμε από εσένα το 2026 θεατρικά;
Παραστάσεις μεγάλες σε μεγάλους χώρους αλλά περιορισμένης κλίμακας. Δεν θέλω να δουλεύω όλες τις ημέρες. Θα σας πω μια ιστορία. Ξεκίνησα το 1981 στο θέατρο και όταν μπήκα στο θέατρο Βέμπο για πρώτη φορά στην παράσταση έπαιζα έναν νέο στρατηγό. Ο Σταμάτης Φασουλής σκηνοθετούσε. Μου λέει κάποια στιγμή «Λάκη, δεν σου πάει ο ρόλος, άσ’ τον». Από τότε αυτός ο στρατηγός μου έμεινε στο κεφάλι. Χρειάστηκαν 42 χρόνια για να παίξω έναν άλλο στρατηγό και μάλιστα πολύ καλά. Αυτή την απάντηση την έδωσα σε έμενα, την έδωσα και στους ανθρώπους. Τώρα έπαιξα τον στρατηγό που ήθελα, τον στρατηγό Δεκαβάλα, τον ήρωα με τις παντούφλες, και μου άρεσε πάρα πολύ. Το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ, αλλά στενοχωριέμαι που δεν μπορώ να το κάνω περιοδεία, γιατί το πρώτο «Τσαντίρι» της χρονιάς ξεκινά στις 11 Φεβρουαρίου.
Θα χαιρόντουσαν οι εχθροί σου αν έφευγες από την τηλεόραση;
Φυσικά. Θα γίνει και αυτό, αλλά όχι ακόμα. Η τηλεόραση υπάρχει ακόμη στα σχέδιά μου.
Τι θέλεις να φέρει το 2026 για εσένα;
Περισσότερες μέρες στην Πάρο, στο εξοχικό μου σπίτι. Θέλω να βρω άλλους τρόπους να βγάζω τη δημιουργικότητά μου, δεν είναι μόνο το θέατρο, μπορεί να είναι η ζωγραφική, να φτιάχνω αντικείμενα. Οπως λέει ο Ιλον Μασκ, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα βοηθήσει τους δημιουργούς. Η φαντασία δεν είναι κάτι που εκπίπτει. Αυτό που εκπίπτει είναι το «να σε βάλω σε μια δουλίτσα να βολευτείς». Αυτή η Ελλάδα της δουλίτσας θα υποφέρει. Και μαζί θα υποφέρουν και οι πολιτικοί που τους τακτοποίησαν σε αυτές τις δουλειές. Οπότε, θέλω να δω πως θα δημιουργήσω μεγαλύτερα πράγματα, που να μείνουν, όπως η σχολή θεάτρου που έφτιαξα. Σε αυτή τη σχολή τα παιδιά χαίρονται και αυτό είναι πολύ όμορφο και θα συνεχιστεί με καλούς δασκάλους. Δεν στέκομαι ωστόσο μπάστακας σε όσα δημιουργώ. Η σχολή που έφτιαξα είναι ένα όχημα που πάει τους νέους στον προορισμό τους.

Τι εύχεσαι, Λάκη, για το 2026;
Ο,τι είναι καλύτερο για τους ανθρώπους να συμβεί και σε προσωπικό επίπεδο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η στενοχώρια και η χαρά κάνουν βόλτα στους δρόμους. Και μεταφέρονται και μεταδίδονται. Νιώθουμε ο ένας τον άλλον. Δεν είμαστε απομονωμένοι. Ο ελληνικός καιρός μας βγάζει έξω, γι’ αυτό και μπορούμε κόμη να έχουμε γνώση της κοινωνίας. Ο καιρός μας κάνει να σταματάμε στον δρόμο και να χαιρετάμε. Και αυτός ο καιρός μας κάνει να μη θέλουμε να οργανωθούμε και να κάνουμε βόλτες. Εγώ εύχομαι να φύγουν όλα αυτά τα σκούρα πρόσωπα, αυτή η μαφία που τη βλέπουμε καθημερινά σε πλάνα στην τηλεόραση, αυτή τη γραβατοασθένεια. Θέλω να απαλλαγεί η Ελλάδα από τη γραβατοασθένεια!
