Η συνάντησή μας με τον σπουδαίο ηθοποιό Αντώνη Λουδάρο έγινε στο Θέατρο του Ελληνικού Κόσμου, όπου η ουρά για εισιτήρια ήταν μεγάλη και στην πλατεία δεν έπεφτε… καρφίτσα.
- Από τη Μαρία Ανδρέου
Η sold out επιθεώρηση «Ούτε μπρος ούτε πίσω» των Ρέππα -Παπαθανασίου στον «Ελληνικό Κόσμο» τα Παρασκευοσαββατοκύριακα και το ταξίδι της στην ελληνική περιφέρεια τις καθημερινές έχει κάνει την παράσταση Νο 1 προορισμό για την ψυχαγωγία.

Το νέο νούμερο των Ρέππα – Παπαθανασίου, με τον Αντώνη Λουδάρο ως Ζωή Κωνσταντοπούλου, πυρπολεί τη σκηνή και είναι ένα από τα καλύτερα των τελευταίων ετών στην ελληνική επιθεώρηση. Η «Espresso» έπιασε στο φωτογραφικό στιγμιότυπο τον Αντώνη ως Ζωή, αλλά έκανε και μια συνέντευξη ψυχής μαζί του για την Ελλάδα τού φαίνεσθαι και της κατάθλιψης στο φουαγιέ του θεάτρου.

Αντώνη, αυτό που γίνεται στο Θέατρο του Ελληνικού Κόσμου έχω να το ζήσω χρόνια. Ο κόσμος γελάει με την καρδιά του. Όταν βγαίνεις και κάνεις καρδούλες, όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου, διαλέγοντας σύντροφο από την πλατεία για να τον ανεβάσεις στη σκηνή, ο κόσμος χειροκροτεί όρθιος. Πόσες ώρες έβλεπες το Κανάλι της Βουλής για να «ξεπατικώσεις» την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας;
Πολλές (γέλια)! Αλλά, πέρα από το σατιρικό σκετς και το επιθεωρησιακό νούμερο των Ρέππα – Παπαθανασίου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ως μέλος της ελληνικής Βουλής, είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος στην πολιτική σκηνή του τόπου. Σπάνια βλέπουμε τόσο μαχητικούς βουλευτές, και αυτό πρέπει να της το «δώσουμε». Το θέμα δεν ήταν μόνο να αντιγράψω το παρουσιαστικό, το μαλλί, το ύφος, το στιλ, το βλέμμα, τις κινήσεις, τη φωνή, τον τόνο της και να κάνω τις καρδούλες της Ζωής – και όλο αυτό στην υπερβολή του για να γελάσει ο κόσμος. Ηταν να αποδώσω την ψυχοσύνθεσή της, το ταμπεραμέντο της. Νομίζω ότι αυτό το πέτυχα, γιατί η Ζωή είναι πολύ ετοιμόλογη, και σε αυτό το διαδραστικό θεατρικό παιχνίδι με τον κόσμο είναι έτοιμη πάντα να απαντήσει, να επιτεθεί ειρωνικά και να κάνει το σχόλιό της. Εγώ την αγαπώ τη Ζωή, έχει μαχητικότητα και της βγάζω το καπέλο – δεν τη βλέπω με αρνητικό μάτι. Αναγκαστικά την υποδύομαι με υπερβολή, γιατί επιθεώρηση κάνουμε, αλλά σε όλα αυτά που ζούμε παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι σαν να έχει τερματίσει το κοντέρ -πόλεμοι, ακρίβεια, βία, καταστροφές- και έχει σηκώσει ο πλανήτης τα χέρια ψηλά.

Το συγγραφικό δίδυμο Μιχάλη Ρέππα – Θανάση Παπαθανασίου σατιρίζει τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, και δη την ξιπασιά του Νεοέλληνα με τις διακοπές στη Μύκονο. Τι συμβολίζει η Μύκονος για τον Ελληνα;
Το νούμερο της επιθεώρησης καυτηριάζει ένα ζευγάρι που πούλησε ένα οικόπεδο για να πάει διακοπές στη Μύκονο. Ο Νεοέλληνας θέλει τη μεγάλη ζωή στη Μύκονο. Η γυναίκα ακολουθεί τις μοντέλες Μπέλα και Τζίτζι Χαντίντ, ξέρει ότι θα πάνε στη Μύκονο, λέει στον σύζυγο ότι είναι φίλες στο Instagram και ξεπουλιούνται για να πάνε διακοπές στο πιο ακριβό νησί. Θεωρούν ότι πρέπει να το κάνουν, ότι αυτή είναι η κανονικότητα, όπως στο νούμερο όπου πάει να πέσει η γριά από το μπαλκόνι γιατί την έκοψαν από το «Voice» και δεν πέρασε στις ακροάσεις. Και τη στενοχώρια που την κόψανε η ηλικιωμένη τη ζει ως κανονικότητα. Τι έχουμε πάθει ως λαός; Αντί να διεκδικούμε στη ζωή μας καλύτερες συντάξεις, Υγεία, Παιδεία, έχουμε διαβρωθεί και έχουμε αλλοτριωθεί τόσο πολύ ηθικά και αισθητικά, που μας απασχολούν θέματα που δεν είναι ζωτικής σημασίας. Οι Ελληνες πρέπει να δούμε σε τι φάση είμαστε και να ανεβάσουμε τον πήχη.

Ο κόσμος ξεκαρδίζεται στην παράσταση. Εκεί που υποδύεσαι τον τύπο ο οποίος σκέφτεται ότι η γριά, αν πέσει από το μπαλκόνι, θα του καταστρέψει το Καγιέν, γελάνε και οι συνάδελφοί σου στη σκηνή!
Συγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά υπάρχουν μέρες που δεν θέλω να πάω στο θέατρο, είμαι κουρασμένος. Ε, με το που ανεβαίνω στη σκηνή, βλέπω τον παλμό του κόσμου και τους συναδέλφους να γελούν, γελάω και εγώ με την καρδιά μου. Και εμείς οι ηθοποιοί έχουμε ανάγκη το γέλιο και ο κόσμος. Στο νούμερο αυτό δεν είναι μόνο ο τύπος που φοβάται ότι θα καταστρέψει η αυτοκτονία της γριάς το αυτοκίνητό του, αλλά και η σύζυγός του, που λέει ότι η λευκή ταπετσαρία του τζιπ θα γεμίσει αίματα και έπρεπε να είχαν επιλέξει τη μαύρη. Ο κόσμος γελάει με τα χάλια του ζευγαριού και την απάθεια. Και εκεί πολύ εύστοχα βάζουν οι Ρέππας – Παπαθανασίου τα μίντια, τον δημοσιογράφο που έχει έρθει να καλύψει το γεγονός και από το τίποτα θέλει να βγάλει ίντριγκα, ενώ η γριά δεν λέει να πέσει…

Τα παιδιά μας είναι ανιστόρητα; «Τσούζει» αυτό το νούμερο με τη μαθήτρια που λέει ότι η Μπουμπουλίνα ήταν εκφωνήτρια στο Πολυτεχνείο…
Μα δεν έχετε δει ρεπορτάζ, όπου ρωτάνε «παιδιά, τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου και τι την 25η Μαρτίου;», και τα λένε ανάποδα – το ΟΧΙ την 25η Μαρτίου και την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό την 28η Οκτωβρίου; Ανιστόρητοι γονείς, ανιστόρητα παιδιά. Τα παιδιά τι φταίνε, αν δεν διδάσκονται Ιστορία και τη βλέπουν ως ύλη για τις εξετάσεις; Εχουν αλλάξει οι γενιές. Εγώ θυμάμαι ότι μας άρεσε να διαβάζουμε Ιστορία στα παιδικά μας χρόνια – τώρα τη διαβάζουν ως στείρα γνώση. Να μην πούμε για τα Θρησκευτικά, όπου δεν ξέρουν πολλά παιδιά τι είναι η Σαρακοστή, αφού έχει γίνει η Θεολογία μάθημα επιλογής.

Πώς θα χαρακτήριζες την εποχή μας;
Δύσκολη. Και, αντί να ασχολούμαστε με τα σημαντικά, όλοι μαζί πετάμε… χαρταετό! Μας νοιάζει μόνο το σπίτι μας να είναι καλά και όσα βλέπει η πεθερά. Το φαίνεσθαι.
Η επιθεώρησή σας σατιρίζει και το φαγητό – το σούσι, τον κόλιανδρο, το γκουρμέ.
Ναι, γιατί το φαγητό είναι της μόδας. Δεν βρίσκω κακό τον πειραματισμό ή τις έθνικ κουζίνες, αλλά όλο αυτό έχει να κάνει με τη μόδα. Βασικά, το θέμα είναι ένα: σου αρέσουν η κινόα, η βρώμη με τον χουρμά, ή το τρως γιατί σ’ το λέει ο Πετρετζίκης;

Η επιθεώρηση είναι δύσκολο είδος. Πλέον, σπάνια βλέπουμε να ανεβαίνει στο θέατρο. Γιατί;
Η επιθεώρηση κάνει τομή στο σύστημα, και πολλές φορές, αν γυρίσεις στο σπίτι και το σκεφτείς, σε πιάνει κατάθλιψη για τις αλήθειες της. Κοιτάς με την επιθεώρηση τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος της επιθεώρησης των Ρέππα -Παπαθανασίου. Αυτή τη στιγμή οι Ελληνες δεν πάνε «Ούτε μπρος ούτε πίσω». Είναι στυλωμένοι στο κενό. Στο απόλυτο τίποτα. Δεν πάμε ούτε πίσω, αλλά ούτε μπροστά. Το θέμα είναι να μην πάμε πίσω και μας νοιάζουν μόνο το τι θα πει ο κόσμος και οι άλλοι γύρω μας, ζώντας σε ένα ψέμα.

Τα σόσιαλ μίντια είναι ένα ψέμα;
Ολοι στα σόσιαλ μίντια θέλουν να ξεχωρίζουν, ότι κάνουν κάτι διαφορετικό, ότι είναι ευτυχισμένοι και περνάνε θαύμα. Δεν περνάνε θαύμα… Ψεύτικα χαμόγελα, επίπλαστη ευτυχία. Εχουμε γίνει όλοι μυθομανείς στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και φουσκώνουμε την ευτυχία μας, ενώ ζούμε απλά και συνηθισμένα. Για αυτό και οι Ρέππας – Παπαθανασίου καυτηριάζουν τα likes, τα posts και τις αναρτήσεις στο Instagram. Τι επιδιώκουμε μέσα από αυτά; Να κερδίσουμε την προσοχή του κόσμου. Θέλουμε να δειχτούμε. Εντονος ναρκισσισμός. Αν μπεις τώρα στα σόσιαλ μίντια του κόσμου, θα δεις μια ωραία ψεύτικη ζωή. Στην παράσταση σχολιάζουμε και την κατανάλωση μέσα από το ίντερνετ. Αυτός είναι ο δυτικός τρόπος ζωής – «ζω για να αγοράζω και να καταναλώνω». Ετσι υπάρχω. Στην παράσταση γελάμε όλοι και ξεχνιόμαστε από τη στυγνή πραγματικότητα. Στο «διά ταύτα», ο άνθρωπος δεν γίνεται ευτυχισμένος με τα αγαθά και την επίδειξη, αλλά με την ουσία.

Ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη να γελάσει;
Πάρα πολύ. Δεν ξέρετε τι συμβαίνει με αυτή την παράσταση σε όλη την Ελλάδα. Μας ευχαριστούν στο τέλος, στα καμαρίνια, μας περιμένουν έξω από το θέατρο να μας πουν πόσο τους λείπει το γέλιο και ότι καταφέραμε μέσα σε ένα δίωρο να τους κάνουμε να ξεφύγουν από τα προβλήματα, να μην τα σκέφτονται. Η παράσταση, όπου και να πάμε, είναι sold out. Η φιλοσοφία της δεν είναι τα μεγάλα σκηνικά, αλλά η εστίαση στο κείμενο. Δεν είναι ένα μεγάλο θέαμα, όπως μας έχει συνηθίσει η επιθεώρηση, αλλά μια παράσταση που μοιάζει με ελεύθερη σκηνή, με stand up comedy. Εχουμε αφήσει πίσω μας τα χλιδάτα σκηνικά και κοστούμια, και έχουμε εστιάσει στο κείμενο. Ο κόσμος σήμερα δεν έχει ανάγκη την εικόνα, αλλά το αστείο. Ναι, έχω παίξει σε ιστορικές επιθεωρήσεις, όπως το «Βίρα τις άγκυρες» στο Εθνικό Θέατρο και το «Θα σε πάρω να φύγουμε», και ήταν πολύ ωραία. Ομως, σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη όχι από μεγάλα θεάματα στην επιθεώρηση, αλλά να πιάσεις τον σφυγμό του.

Πώς βλέπεις την ανθρωπότητα σήμερα;
Στα καλά καθούμενα, βλέπουμε τον Τραμπ να μπαίνει στη Βενεζουέλα, να ζητά τη Γροιλανδία – και ο Θεός να βάλει το χέρι του… Κοιτάμε όλοι μας αυτά που γίνονται με αμηχανία. Τι είναι αυτό που έρχεται; Δεν μπορούμε ούτε να το διανοηθούμε. Ολοι μας κοιτάμε αποσβολωμένοι. Σκεφτόμαστε: «Δεν πάω διακοπές σήμερα, γιατί δεν ξέρω αν αύριο θα ζω». Μετά την πανδημία, το συναίσθημα ότι «ζω από τύχη», το «σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε», έχει γίνει κανονικότητα. Οι Ελληνες μετά τα Μνημόνια, την πανδημία και τώρα με την ακρίβεια είναι πολύ απογοητευμένοι. Σε βαθιά κατάθλιψη. Εχουμε όλοι μας μεγάλη κατάθλιψη. Ακούς μετά για καταστροφές φυσικές, για υποδομές που δεν λειτουργούν και λες «το σύστημα είναι σάπιο εδώ και χρόνια, από τα ωραία χρόνια του ΠΑΣΟΚ, όπου κάποιοι φάγανε, μοιράστηκαν λεφτά και εμείς δεν τα είδαμε». Μια τρομερή εποχή την οποία δεν ζήσαμε. Αφησε και κάτι καλό -τα νοσοκομεία, το ΕΣΥ-, αλλά και αυτό τώρα δεν εξελίσσεται στο βασίλειο του Ελλαδιστάν!
Τι έχετε καταφέρει με αυτή την παράσταση, που συζητά όλη η Ελλάδα;
Να δούμε τι συμβαίνει σε όλη τη χώρα, αφού ταξιδεύουμε απ’ άκρη σ’ άκρη, να δώσουμε και να πάρουμε χαρά μέσα στη συνολική κατάθλιψη και να πάρουμε όλοι μαζί μια ανάσα, γιατί κάποιες φορές νιώθω ότι δεν έχει βγει η μάσκα από το πρόσωπό μας και τη φοράμε ακόμη, όπως στην πανδημία. Μια ανάσα είναι, λοιπόν, και… ούτε μπρος ούτε πίσω!
