Εχοντας «πατήσει» πριν από λίγες ημέρες τα 101 χρόνια της έφυγε από τη ζωή η πολυαγαπημένη μάνα του κινηματογραφικού γιου του Λάμπρου Κωνσταντάρα, Παύλου Λιάρου, βυθίζοντας στη θλίψη τον μοναχογιό της.
- Από τον Νίκο Νικόλιζα
Ο σπουδαίος ηθοποιός, που έχει παίξει σε πλήθος ελληνικών ταινιών, αλλά ταυτίστηκε όσο κανένας άλλος ως γιος του Λάμπρου Κωνσταντάρα στην ταινία «Ο στρίγκλος που έγινε αρνάκι», αύριο, Σάββατο, κηδεύει τη γυναίκα που τον έφερε στη ζωή, στο χωριό όπου έζησε και μεγάλωσε, στο Βασιλικό Ζαγορίου. Η σύζυγός του Νάνσυ με πολλή δυσκολία μας εξηγεί πόσο καταβεβλημένος ήταν ο σύζυγός της, καθώς μάνα και γιος όλα αυτά τα χρόνια ήταν ένα.

«Η μάνα μου ήταν για μένα τα πάντα. Πήγαινα στα γυρίσματα των ταινιών και το μυαλό μου ήταν στη μάνα μου, αν είναι καλά, αν νιώθει μόνη και τέτοια. Ηταν ένας άγιος άνθρωπος, που δύσκολα θα ξαναγεννηθεί. Ποτέ δεν είπε κακή κουβέντα για κανέναν και ποτέ δεν μάλωσε με κανέναν. Για 82 ολόκληρα χρόνια που είμαι και εγώ στη ζωή δεν χωρίσαμε ούτε μια στιγμή. Μαζί ήμασταν από την πρώτη μέρα που με έφερε στη ζωή μέχρι και χθες, που έφυγε από τη ζωή.
Βλέπετε, ήμουν μοναχογιός και μοναχοπαίδι και ήμασταν δεμένοι όσο τίποτα άλλο» λέει με λυγμούς από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής λίγες ώρες προτού η γη του Ζαγορίου κλείσει για πάντα το άψυχο σώμα της υπερήλικης γυναίκας, την οποία ο ηθοποιός γιος της λάτρευε.

«Ηταν πολύ περήφανη για μένα. Οταν έβλεπε τις ταινίες, ένα δάκρυ πάντα κυλούσε στα μάτια της από υπερηφάνεια. Ηταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος της ζωής μου, μαζί με τη γυναίκα μου Νάνσυ. Επειδή παντρεύτηκα αρκετά μεγάλος η μάνα μου ήταν όλα τα χρόνια μέσα στη ζωή μου. Ξέρετε τι είναι να ξυπνάς τα πρωινά και να τρέχεις να πιεις καφέ με τη μάνα σου;
Ξέρετε τι είναι να λες τα πάντα σε μια γυναίκα και να την έχεις στήριγμα όλη τη ζωή σου;» αναφέρει με πόνο ο 82χρονος ηθοποιός, ενώ, όταν του λέμε ότι «έφυγε» πλήρης ημερών, αντιδρά: «Δεν νομίζω πως στην περίπτωση της μάνας υπάρχει ηλικία. Ο πόνος είναι το ίδιο, όσων ετών και αν φύγει από τη ζωή. Μόνο όταν πεθαίνει η μάνα κόβεται ο ομφάλιος λώρος».
