Η κόρη και η εγγονή της αξέχαστης τραγουδίστριας και του «στρατηγού» Μίμη Δομάζου μιλάνε αποκλειστικά στην Espresso
- Από τον ΗΛΙΑ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ
Στην κοσμοπολίτικη Νάουσα της Πάρου, δύο γυναίκες μοιράζονται αναμνήσεις, βιώματα και αξίες που σημάδεψαν τη ζωή τους. Η Ράνια Δομάζου και η κόρη της, Βίκυ Μπαφίτη, ανοίγουν την καρδιά τους στην «Espresso» μιλώντας για την οικογενειακή τους σχέση, τη ζωή στο νησί, αλλά κυρίως για τους δύο ανθρώπους-σύμβολα που τις καθόρισαν: τη Βίκυ Μοσχολιού και τον Μίμη Δομάζο.

Μέσα από προσωπικές ιστορίες γεμάτες συναίσθημα, μητέρα και κόρη ξετυλίγουν το νήμα της μνήμης, αποδεικνύοντας πως οι αξίες μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παράλληλα, η νέα γενιά έχει ήδη πάρει τη σκυτάλη, με τη συνονόματη εγγονή της αξέχαστης Μοσχολιού να κρατά ενεργό τον παλμό της οικογενειακής επιχείρησης, το εστιατόριο Calypso, χωρίς ποτέ να ξεχνά τις ρίζες της.
Όπως λέει, «το όνομά μου το έχω πάρει από τη γιαγιά μου, τη Βίκυ Μοσχολιού. Με τη βάφτισή μου στο λιμανάκι της Νάουσας πραγματοποιήθηκαν εδώ και τα εγκαίνια του Calypso, κι αυτός είναι ένας δεσμός για μένα με την επιχείρηση από μικρή ηλικία. Είμαι απόφοιτος Οικονομικών, με μεταπτυχιακό MBA του Πανεπιστημίου Πειραιά. Κατά καιρούς έχω ασχοληθεί με τη μουσική, παίζοντας κιθάρα, με την τοξοβολία, το τένις, ενώ έχω και βραβεία στο τάε κβον ντο. Μου αρέσει η μουσική, όλα τα είδη, και ακούω πολύ τα τραγούδια της γιαγιάς μου, που με συγκινούν αφάνταστα».

Βίκυ Μπαφίτη: «Με τη γιαγιά μου ήμασταν αυτοκόλλητες όμως έζησα κοντά της τα πρώτα 12 χρόνια μου!»
Η σχέση της Βίκυς Μπαφίτη με το εστιατόριο είναι (και) συναισθηματική. «Το ανέλαβα για πρώτη φορά, για μικρό χρονικό διάστημα, λίγο πριν από τον Covid. Αυτή η επαφή μου με την εστίαση ήταν καθοριστική. Τα τελευταία πέντε χρόνια ασχολούμαι επαγγελματικά και μου απορροφά όλη τη σκέψη. Είμαι πολύ χαρούμενη που τα καταφέρνω, με στήριγμα πάντα τον πατέρα μου επαγγελματικά και τη μητέρα μου ηθικά και συμβουλευτικά. Είμαστε μια οικογενειακή ομάδα σε μια οικογενειακή επιχείρηση, και για μένα όλο αυτό είναι μια όμορφη πρόκληση».
Οι μνήμες από τη γιαγιά της παραμένουν ανεξίτηλες. «Θα ήθελα πολύ να την έχω μαζί μου μέχρι σήμερα, όμως έζησα κοντά της τα πρώτα 12 χρόνια μου. Περνούσαμε πάντα μαζί όλες τις χειμερινές γιορτές στο σπίτι της και εκείνη ερχόταν τα καλοκαίρια, που δεν δούλευε, στο σπίτι μας στην Πάρο. Οι γονείς μου είχαν αποφασίσει να μείνουμε στο νησί εγώ και ο αδερφός μου και να τελειώσουμε εδώ το σχολείο.
Με τη γιαγιά μου ήμασταν αυτοκόλλητες! Με έπαιρνε στη δουλειά της, καθόμασταν στο καμαρίνι της, ενώ κάποιες φορές με έπαιρνε μαζί της στην πίστα και τραγουδούσαμε. Στο σπίτι μού διάβαζε παραμύθια, παίζαμε ώρες μαζί, δοκιμάζαμε τα φουστάνια και τα κοσμήματά της. Πηγαίναμε βόλτες και πάντα με συμβούλευε με πολλή αγάπη. Πέρασα λίγα χρόνια μαζί της, αλλά έχω πλούτο από αναμνήσεις» εξομολογείται για τη Βίκυ Μοσχολιού.

Η σύνδεση με το όνομα της Βίκυς Μοσχολιού είναι βαθιά: «Τη λατρεύω και πάντα έλεγε πως της μοιάζω. Όμως, εγώ είμαι σίγουρη πως σαν τη γιαγιά μου δεν υπάρχει άλλη. Τη θαυμάζω γι’ αυτό που ήταν. Είναι τιμή για μένα που έχω πάρει το όνομά της και θα την αγαπώ για πάντα».
Από τον παππού της, οι εικόνες της Βίκυς μπορεί να είναι λιγότερες, αλλά εξίσου δυνατές: «Τον παππού Μίμη δεν τον έζησα πολύ. Όσες φορές τον συναντούσα, όμως, με κέρδιζαν το ύφος και το χαμόγελό του. Πολλές φορές με συμβούλευε να είμαι δυνατή και μου έλεγε πάντα: “Όταν κάνεις κάτι με όλη σου την ψυχή, τότε πάντα θα πετυχαίνεις”. Ο παππούς είχε έρθει και στην Πάρο, στο εστιατόριο, μαζί με τον φίλο του, τον κύριο Αντώνη Αντωνιάδη».
Η απώλειά του ήταν δύσκολη: «Όταν τον χάσαμε, ήταν για μένα ένα σοκ, γιατί ήταν ξαφνικό, και ο ίδιος ήταν υγιής και δυνατός. Ενώ ο χαμός της γιαγιάς μου ήταν οδυνηρός, γιατί την ένιωθα όταν ήταν άρρωστη, την έβλεπα να υποφέρει, ακόμη κι αν δεν ήθελε ποτέ να μας το δείξει».
Η καθημερινότητα στο μαγαζί είναι οικογενειακή υπόθεση: «Όλοι μαζί συμβάλλουμε για το καλύτερο. Οι μικροδιαφωνίες είναι υγιές να υπάρχουν, όταν ο στόχος είναι κοινός. Έτσι, ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και όλοι μαζί βαδίζουμε δημιουργικά. Άλλωστε, οι γονείς μου είναι πάντα κοντά μου, με συμβουλές και με την εμπειρία τους. Το ήθος, η αξιοπρέπεια, η συνεχής προσπάθεια για την καλυτέρευση της επιχείρησής μας και η σωστή εξυπηρέτηση του πελάτη που μας τιμά με την παρουσία του είναι βασικά “πιστεύω” τους και δικά μου».
Πλέον, το βλέμμα της εγγονής της Βίκυς Μοσχολιού και του Μίμη Δομάζου είναι στραμμένο στο μέλλον: «Πολλά έχουν αλλάξει εδώ και 30 χρόνια, από τότε που πρωτοξεκίνησε το Calypso, και σίγουρα θα βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου στην επιχείρησή μας για να την οδηγήσω στα επόμενα όμορφα χρόνια που μας περιμένουν».

«Οι διάσημοι γονείς μου μας δίδαξαν το ήθος και την αγάπη»
Από την πλευρά της, η Ράνια Δομάζου δίνει τη δική της, πιο βιωματική διάσταση. «Για την οικογένειά μου κι εμένα, το Calypso είναι το δεύτερό μας σπίτι. Μια επιχείρηση που ξεκίνησε δειλά δειλά και, σε 30 χρόνια λειτουργίας, ανδρώθηκε, ακολουθώντας τον βηματισμό της Πάρου, και συγκεκριμένα της Νάουσας, απ’ όπου κατάγεται ο σύζυγός μου Σταύρος Μπαφίτης. Μπορώ πια να πω πως κι εγώ νιώθω κάπως Παριανή, γιατί έχω ζήσει εδώ αρκετά χρόνια».
Οι δικές της αναμνήσεις από τους γονείς της είναι πολύτιμες: «Η μητέρα μου πάντα ερχόταν τα καλοκαίρια στο νησί. Είχε πολλούς Παριανούς φίλους και ήταν εκείνη που μας έφερε για πρώτη φορά εδώ εμένα και την αδελφή μου, την Ευαγγελία, ένα Πάσχα. Πάντα ερχόταν στο μαγαζί, καθόμασταν, τρώγαμε, ακούγαμε μουσική, κάναμε συζητήσεις, ενώ εκείνη έκανε βόλτες με τα εγγόνια της στο λιμάνι και στα σοκάκια της Νάουσας. Περνούσαμε πολύ όμορφα. Ο πατέρας μου είχε έρθει επίσης στο νησί και στο μαγαζί, και χαιρόταν που κι εμείς ασχοληθήκαμε με τον χώρο της εστίασης, όπως εκείνος κάποτε».
Οι εικόνες της παιδικής της ηλικίας είναι χαραγμένες βαθιά στη μνήμη της: «Έχω πολλές όμορφες αναμνήσεις. Ως παιδάκι δεν θα ξεχάσω ποτέ τις αγκαλιές τους και τα παιχνίδια μας. Τις αλησμόνητες στιγμές που περνούσαμε στον Ζυγό, την μπουάτ όπου τραγουδούσε η μητέρα μου. Όπως και τα κυνηγητά με την αδελφή μου στο γήπεδο της Λεωφόρου και τα παιχνίδια με τα στρογγυλά μπουκαλάκια από πορτοκαλάδα. Πάντα θα με συντροφεύει η εικόνα της μητέρας και του πατέρα μου να με συνοδεύουν μαζί στην εκκλησία ως νύφη».

Για τη μητέρα της, Βίκυ Μοσχολιού, η Ράνια Δομάζου λέει με συγκίνηση: «Η μητέρα μου ήταν ένας ηθικός, δυναμικός, εργατικός και πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Μας λάτρευε και τη λατρεύαμε εγώ κι η αδελφή μου. Ήταν μια αληθινή και ακέραιη προσωπικότητα. Δεν ήταν ντίβα – ήταν ένας σεμνός, ολοκληρωμένος και έξυπνος άνθρωπος, που σεβόταν τον κόσμο. Ήταν αξιοπρεπής και πάντα μας συμβούλευε και μας καθοδηγούσε με τον δικό της τρόπο».
Όσο για τον πατέρα της, Μίμη Δομάζο: «Ο πατέρας μου ήταν μια δυναμική αθλητική προσωπικότητα. Μπορούσαμε να κάνουμε μαζί του όλα τα αθλήματα. Ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, η ρακέτα, το κολύμπι, το κανό και το τρέξιμο δεν έλειπαν από την καθημερινότητά μας. Και στο σχολείο, όμως, όταν γίνονταν αγώνες δρόμου, με τις συμβουλές και την καθοδήγησή του έβγαινα τις περισσότερες φορές πρώτη. Πολλές φορές τρέχαμε και στο γήπεδο μαζί του. Αυτό όμως που θυμάμαι πιο έντονα ήταν όταν μας έπαιρνε μαζί με την αδελφή μου στον Λυκαβηττό, σε ένα σημείο απ’ όπου βλέπαμε το γήπεδο του Παναθηναϊκού».
Η απώλεια και των δύο παραμένει ανοιχτή πληγή: «Την απώλεια της μητέρας μου δεν θα μπορέσω να την ξεπεράσω… Ήταν μια τραγωδία για εμένα. Γι’ αυτό και προσπαθώ να είμαι πολύ κοντά στα δικά μου παιδιά. Τον πατέρα μου τον έχασα ξαφνικά. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω πως μας άφησε… Πιστεύω πως είναι εδώ, μας χαμογελά σοβαρά και είναι έτοιμος να τρέξει, οδηγώντας την ομάδα του ως αρχηγός».

Η σχέση της Ράνιας με τη μικρότερη αδελφή της, Ευαγγελία Δομάζου, ήταν και παραμένει στενή. «Οι δυο μας ζήσαμε τους γονείς μας και μαζί και χωρισμένους. Από μικρά παιδιά ήμασταν πολύ δεμένες, αν και δεν έλειπαν ποτέ οι τσακωμοί, όπως συμβαίνει σε όλα τα αδέλφια. Πάντα όμως θα μας ενώνει η αδελφική μας αγάπη και η αγκαλιά των γονιών μας, που ζεσταίνει και τη δική μας αγκαλιά» λέει.
Σήμερα, η Ράνια Δομάζου βλέπει τη συνέχεια της οικογένειας μέσα από την κόρη της: «Η κόρη μου, η Βίκυ, είναι ένα δυναμικό και έξυπνο κορίτσι, όπως ήταν και η γιαγιά της. Την ακολουθώ, γιατί μου αρέσει ο έντιμος και νεανικός τρόπος που σκέφτεται και πράττει, κι έτσι θα συνεχίσουμε».
Άλλωστε, η ίδια κινείται σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες που της μετέδωσαν η Βίκυ Μοσχολιού και ο Μίμης Δομάζος. «Το ήθος στη σκέψη και στις πράξεις μας, η αγάπη για τον συνάνθρωπό μας, να είμαστε αληθινοί χωρίς πονηριά ή έπαρση και να μην εκμεταλλευόμαστε καταστάσεις και ανθρώπους. Να μη μισούμε, αλλά να βοηθάμε και να έχουμε εντιμότητα σε όλη μας τη ζωή».
