Στην καρδιά των Τζουμέρκων, στο ιστορικό χωριό Βουργαρέλι, υπάρχει ένα κτίσμα που δεν είναι απλώς πόρτες και πέτρες. Είναι μνήμη. Είναι Ιστορία. Είναι το σπίτι όπου έζησε ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, Μάρκος Μπότσαρης.
- Από τον Στέργιο Σαμαρτζή
Ενα σπίτι που σήμερα καταρρέει μπροστά στα μάτια όλων. Στέκει μισογκρεμισμένο, κρυμμένο κάτω από έναν τεράστιο κισσό, χωρίς στέγη, εκτεθειμένο στη βροχή και στον αδυσώπητο χρόνο. Τα νερά λιμνάζουν στο εσωτερικό του, οι πέτρες υποχωρούν και κάθε χειμώνας που περνά αφαιρεί κι ένα κομμάτι από την ύπαρξή του. Η κατάσταση της ιστορικής κατοικίας προκαλεί οργή, θλίψη και εύλογα ερωτήματα στους κατοίκους του χωριού. Γιατί έχει αφεθεί έτσι; Ποιος φταίει; Γιατί δεν αξιοποιείται;

Η αγανάκτηση μεγαλώνει όσο το κτίριο καταρρέει, χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση. Ενα σπίτι που θα μπορούσε να είναι σημείο αναφοράς, μουσείο, τόπος μνήμης και παιδείας, σήμερα ρημάζει εγκαταλειμμένο.

Και όμως, πίσω από την εικόνα της εγκατάλειψης δεν κρύβεται αδιαφορία ή αδράνεια. Η «Espresso» αποκαλύπτει σήμερα ότι το σπίτι του Μάρκου Μπότσαρη καταρρέει, διότι βρίσκεται «παγιδευμένο» ανάμεσα σε συζητήσεις, που δεν ολοκληρώθηκαν, και διαδικασίες, που δεν προχώρησαν ποτέ.

Ο κληρονόμος της ιστορικής κατοικίας, Αγαμέμνονας Κολιάτσος, μιλώντας στην «Espresso» πρώτη φορά, αποκαλύπτει ότι εδώ και χρόνια υπάρχει διάθεση να περάσει το ακίνητο στον δήμο και να αξιοποιηθεί ως μουσείο, όμως οι συζητήσεις μένουν στα λόγια.

«Οταν πέθανε ο πατέρας μου, ο τότε δήμαρχος, Μαρίνος Γαρνέλλης, μας πρότεινε να αποζημιωθούμε, ώστε το σπίτι να περάσει στον δήμο και να μετατραπεί σε μουσείο. Εγώ απάντησα με μεγάλη χαρά πως είμαι διατεθειμένος να παραχωρήσω τόσο το σπίτι όσο και το χωράφι, χωρίς καμία οικονομική αποζημίωση, ζητώντας μόνο ένα μικρό χωράφι στο χωριό, ώστε να έχω κάτι δικό μου εκεί» λέει χαρακτηριστικά.

Ο θάνατος του τότε δημάρχου «πάγωσε» τα πάντα και από τότε το σπίτι παραμένει μετέωρο, ανάμεσα σε προθέσεις και ανεπίλυτες διαδικασίες.

Ο δήμαρχος Κεντρικών Τζουμέρκων, Χρήστος Χασιάκος, επιβεβαιώνει στην «Espresso» πως βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με τον κληρονόμο για την αξιοποίηση του χώρου, ενώ για την εγκατάλειψη του κτίσματος όλα αυτά τα χρόνια τονίζει: «Το σπίτι δεν έχει χαρακτηριστεί από την Αρχαιολογία διατηρητέο, οπότε η ευθύνη της συντήρησης ανήκει στον ιδιοκτήτη». Με απλά λόγια, το κτίριο δεν θεωρείται θεσμικά μνημείο, άρα ο δήμος δεν μπορεί να παρέμβει, να χρηματοδοτήσει εργασίες ή να το σώσει από την κατάρρευση.

«Αν ήταν διατηρητέο, θα μπορούσαμε να συνδράμουμε, αλλά τώρα δεν μπορούμε να παρέμβουμε, επειδή είναι ξένης ιδιοκτησίας» λέει. Ωστόσο, όσο οι συζητήσεις συνεχίζονται, το σπίτι καταρρέει.

«Ας κάνουμε όλοι κάτι»
Η «Espresso» εντόπισε στην Αγγλία μια απόγονο του Μάρκου Μπότσαρη, την τετρασέγγονή του, Θεμελίνα Μπότσαρη, η οποία, όπως εξομολογείται, παρακολουθεί στενά την κατάσταση του σπιτιού και πληγώνεται με την εγκατάλειψή του.

«Προφανώς, δεν μας αρέσει καθόλου που το σπίτι βρίσκεται σε τόσο άθλια κατάσταση και δεν αξιοποιείται από κανέναν, ωστόσο δεν μας ανήκει, οπότε δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό» λέει.

Παρά την απόσταση, η οικογένειά της προσπαθεί να κρατά ζωντανή τη μνήμη του ήρωα, έχοντας στην κατοχή της δύο από τα σπαθιά του και ένα δόντι του, τα οποία εκτίθενται κατά διαστήματα σε εκδηλώσεις.

Η Θεμελίνα, όπως αποκαλύπτει στην «Espresso», τα τελευταία χρόνια αναζητεί και άλλους απογόνους του Μάρκου Μπότσαρη για να συντονιστούν συλλογικά. Στόχος της είναι να βρεθεί ένας χώρος όπου θα εκτίθενται σταθερά τα προσωπικά αντικείμενα του ήρωα και -ιδανικά- αυτός ο χώρος θα μπορούσε να είναι το ίδιο του το σπίτι στο Βουργαρέλι, αν υπάρξει συμφωνία με τον ιδιοκτήτη.

Ο κληρονόμος του σπιτιού ξεκαθαρίζει στην «Espresso» ότι, αν τελικά δεν προχωρήσει η παραχώρησή του σπιτιού στον δήμο, σκέφτεται να προσπαθήσει να το συντηρήσει με δική του ευθύνη, ενώ αποκαλύπτει ότι έχει απευθυνθεί ακόμη και στο Ιδρυμα Ωνάση, αναζητώντας μια λύση που θα σώσει το κτίριο από τον αφανισμό.

«Θέλω να σωθεί. Αξίζει τον κόπο. Ολο το χωριό θέλει να αξιοποιηθεί αυτό το σπίτι» τονίζει, δικαιώνοντας την αγανάκτηση των κατοίκων. Ετσι, το σπίτι του Μάρκου Μπότσαρη παραμένει σήμερα ένα ιστορικό σύμβολο, που δεν το αξιοποιεί πραγματικά κανείς, ούτε ο δήμος, αφού δεν μπορεί να παρέμβει, αλλά ούτε και ο κληρονόμος του, που θέλει, αλλά δεν μπορεί μόνος του να σηκώσει το βάρος. Και όσο αυτή η εκκρεμότητα συνεχίζεται, το κτίριο μένει χωρίς στέγη, χωρίς φροντίδα και χωρίς μέλλον.

Το ιστορικό σπίτι του Μάρκου Μπότσαρη, που έχτισε το 1798 ο παππούς του, πέρα από τον συμβολισμό του, κουβαλά και μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική ιστορία. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο, λιθόκτιστο οικοδόμημα, χτισμένο με ξερολιθιά, από εκείνα που σήμερα σπανίζουν. Προτού αρχίσει να καταρρέει, το σπίτι ήταν διώροφο. Και τα δύο επίπεδα ήταν μονόχωρα, με τζάκι στον επάνω χώρο, ακολουθώντας έναν παλαιό και σπάνιο τύπο κτίσματος.
Διαθέτει πέντε παράθυρα και περισσότερες εισόδους από όσες συνηθίζονται στην αρχιτεκτονική παράδοση του Βουργαρελίου, στοιχείο που από μόνο του γεννά ερωτήματα για την αρχική του χρήση.

Αυτή ακριβώς η μορφολογία ενισχύει την άποψη ότι το κτίριο δεν λειτούργησε εξαρχής ως κατοικία. Αντιθέτως, όλα δείχνουν πως χρησιμοποιήθηκε ως κουτζέκι, δηλαδή ως αποθηκευτικός χώρος δημητριακών.

Σύμφωνα με αρχειακές πηγές από την εποχή του Αλή Πασά, στο ισόγειο φυλάσσονταν τα δημητριακά, κυρίως καλαμπόκι, ενώ στον όροφο τηρούνταν τα αρχεία, δίνοντας στο κτίριο ρόλο διοικητικό και οικονομικό, πολύ προτού συνδεθεί με την ανθρώπινη μνήμη και την Ιστορία.

