Στη στήλη «Γυμνή Αλήθεια» του Κωνσταντίνου Βασάλου μίλησε ο Λευτέρης Πανταζής και άνοιξε την καρδιά του για τις σχέσεις, την πατρότητα και την πίστη του στον Θεό, με τη γνωστή του ευθύτητα.

Αναφερόμενος στην απήχησή του στις γυναίκες, είπε: «Πάρα πολύ με προσεγγίζουν οι γυναίκες και από τα social και από κοντά. Δεν ξέρω, επειδή είμαι ο Λευτέρης της καρδιάς τους ή γιατί περνάει η μπογιά μου».

Μιλώντας για την προσωπική του ζωή, ξεκαθάρισε πως δεν έχει υπάρξει άπιστος όταν είναι σε σχέση: «Δεν έχω υπάρξει άπιστος, δεν έχω απιστήσει ποτέ όταν έχω σχέση. Όταν δεν έχω σχέση, δεν πιάνομαι». Παράλληλα, αποκάλυψε ότι είχε αρκετές μακροχρόνιες σχέσεις και ότι με πολλές από τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του διατηρεί ακόμη επαφή: «Στη ζωή μου έχω κάνει 7 ή 8 μεγάλες σχέσεις. Με τη Ζωή ήμασταν 6-7 χρόνια, με τις άλλες κυρίες έχω ζήσει από 2,5 έως 4,5 χρόνια. Με τις περισσότερες γυναίκες με τις οποίες έζησα συνεχίζω να μιλάω και να κάνω παρέα».

Για τον γάμο, παραδέχτηκε ότι το είχε στο μυαλό του, όμως η αφοσίωσή του στη δουλειά στάθηκε καθοριστική: «Πάντα ήθελα να παντρευτώ, αλλά δεν άντεχαν αυτή την αγάπη που έχω για τη δουλειά μου. Η δουλειά μου είναι η μόνη που δεν με έχει προδώσει».
Κάνοντας αναδρομή στο παρελθόν και στη σχέση του με την Άντζελα Δημητρίου, δήλωσε: «Ήταν πολύ δύσκολα τότε. Η Άντζελα ήταν στα πρώτα της βήματα. Περάσαμε πάρα πολύ ωραία. Ήταν δύσκολα λόγω των οικογενειών μας».
Ιδιαίτερα φορτισμένος εμφανίστηκε όταν μίλησε για το παιδί του και την πατρότητα: «Νομίζω ότι είμαι καλός πατέρας. Αγαπώ πάρα πολύ το παιδί μου. Δεν μεγάλωσε μαζί μου, μεγάλωσε με τη μαμά του. Μέσα μου δεν νιώθω ενοχές, αλλά νιώθω σαν να το αδίκησα γιατί έλειπα από το σπίτι και τώρα όσο μπορώ προσπαθώ να του δώσω ό,τι δεν έδωσα. Είχαμε δύσκολα χρόνια και φάσεις με την Κόνι».
Στην ίδια συνέντευξη αναφέρθηκε και στη βαθιά του πίστη, περιγράφοντας ένα περιστατικό που θεωρεί θαύμα και το οποίο, όπως είπε, τον σημάδεψε: «Πιστεύω στον Θεό και στον Χριστό. Έχω βιώσει θαύμα. Ο άγιός μου είναι ο Άγιος Γεώργιος. Το 1971 έμαθα ότι πήρε φωτιά το μαγαζί. Πέρασα από τον Άγιο Γεώργιο και είπα “Άγιε μου Γεώργιε, βοήθησέ με να μην καεί το μόνο κοστούμι που είχα”. Κάηκε το μαγαζί και το καμαρίνι που δεν κάηκε ήταν το δικό μου καμαρίνι».
