Η Ομάδα Cartel και ο Βασίλης Μπισμπίκης μεταφέρουν το έργο «Σωσμένος» από τα αγγλικά προάστεια της δεκαετίας του 1960 στη σύγχρονη Αθήνα. Σε μια πόλη όπου η νεανική βία, η ανάγκη για αποδοχή και η κοινωνική πίεση δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοινωνικό τοπίο, η παράσταση αποκτά μια ιδιαίτερα επίκαιρη διάσταση. Ο ηθοποιός μιλά στην Athens Voice για τη διαδρομή του, τα δύσκολα χρόνια της ζωής του και τις εμπειρίες που τον διαμόρφωσαν.
Ο Βασίλης Μπισμπίκης θυμάται την πρώτη στιγμή που μπήκε στον άδειο χώρο που αργότερα μετατράπηκε σε θέατρο. «Το όνειρο ήταν να κάνουμε θέατρο όπως κ@υλώνουμε εμείς. Χωρίς μεσάζοντες, χωρίς να έχουμε κάποιον πάνω απ’ το κεφάλι μας», λέει. Η αρχή έγινε το 2013 σε ένα παλιό μηχανουργείο στον Βοτανικό. Τα οικονομικά ήταν περιορισμένα και έτσι η ομάδα αποφάσισε να χτίσει τον χώρο σχεδόν από το μηδέν.
«Ήμασταν άφραγκοι. Βρήκαμε μια αποθήκη και βάλαμε από 150 ευρώ ο καθένας για να τη φτιάξουμε. Τα σκηνικά τα κάναμε μόνοι μας με υλικά από μάντρες ανακύκλωσης. Ακόμα και τα φώτα τα πήραμε από μια επιχείρηση που έκλεινε και του είπαμε “όταν έχουμε λεφτά θα στα δώσουμε”. Ήταν ένα εντελώς χειροποίητο θέατρο». Η μετακόμιση στο Αιγάλεω έγινε επίσης από ανάγκη, καθώς οι τιμές των χώρων στην Αθήνα έχουν αυξηθεί σημαντικά. «Κάναμε δύο χρόνια να βρούμε έναν χώρο που να μπορούμε να στηρίξουμε οικονομικά», σημειώνει.

Ο ηθοποιός μιλά ανοιχτά για τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του. «Ήμουν άτυχος πολύ. Πέρασα ένα κομμάτι σκληρής αλητείας από τα δεκατρία και μετά. Αδέσποτος στην Αθήνα, ουσίες, δεν τελείωσα το σχολείο». Όπως εξηγεί, η σκέψη του επηρεάστηκε έντονα από τα πολιτικά βιβλία που διάβαζε σε μικρή ηλικία. «Διάβαζα τα κομμουνιστικά βιβλία του παππού μου και αναρχικά. Υπήρχε και η ιδέα ότι το σχολείο σε κάνει ρομποτάκι. Κάπου εκεί ήρθε η ρήξη» λέει. Στα δεκαπέντε του είχε ήδη μπει βαθιά στην κουλτούρα του πανκ και του αναρχισμού. Μια προσπάθεια να συνεχίσει το σχολείο σε τεχνικό λύκειο στην Κόρινθο κράτησε μόλις δύο μήνες. «Κάλεσαν τη μάνα μου και της είπαν “δεν γίνεται δουλειά με το παιδί σου”. Ντράπηκε η γυναίκα, ντράπηκα κι εγώ».

Οι εμπειρίες εκείνης της περιόδου, όπως λέει, τον σημάδεψαν βαθιά και επηρεάζουν μέχρι σήμερα την καλλιτεχνική του πορεία. «Από ερεθίσματα και αντιστοιχίες σε σχέση με τους ρόλους είμαι φουλ, γιατί όλη η ζωή μου ήταν στα άκρα», εξηγεί. Δεν ξεχνά μια εικόνα που τον έχει στοιχειώσει. «Έναν φίλο μου σε overdose από ηρωίνη. Ήμασταν δεκαέξι – δεκαεπτά και προσπαθούσαμε να τον συνεφέρουμε. Τον αφήσαμε έξω από ένα νοσοκομείο και έφυγα. Δεν μπορούσα να πω τίποτα στους γονείς μου. Ίσως ήταν και η πρώτη πραγματική κρίση πανικού που έπαθα» διηγείται ο Βασίλης Μπισμπίκης. Και συμπληρώνει: «Ήταν πόλεμος. Μέσα σε έναν πόλεμο ζούσα. Κάθε μέρα πέθαιναν άνθρωποι γύρω μου και μπροστά μου».
Πριν ασχοληθεί επαγγελματικά με το θέατρο, εργάστηκε σε διάφορες δουλειές της νύχτας: μπάρμαν, σερβιτόρος και κρουπιέρης. «Όταν δουλεύεις πίσω από μια μπάρα ή σε ένα μαγαζί με face control, νιώθεις ότι έχεις εξουσία. Το εγώ σου μεγαλώνει. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει. Μανούρες, ξύλο…» λέει. Ωστόσο, με τον χρόνο κατάλαβε διαφορετικά εκείνη την εμπειρία. «Όταν ζεις σε μέρη όπως η Ομόνοια και οι μαχαιριές πέφτουν από δω κι από κει, πρέπει να σκληρύνεις. Παγώνεις μέσα σου, φτιάχνεις μια πανοπλία. Αλλιώς δεν επιβιώνεις. Η συνθήκη είναι που σε διαμορφώνει. Η επιβίωση μπορεί να σε κάνει ζώο».
