Και κάπως έτσι, με τον θάνατο του 87χρονου Γιώργου Μαρίνου, που έγινε γνωστός χθες, κλείνει ο κύκλος των μεγάλων σόουμαν της Ελλάδας. Ισως του μεγαλύτερου που πέρασε από αυτή τη μικρή χώρα, που μπόρεσε να χωρέσει όλο αυτό το ταλέντο!
- Από τον Νίκο Νικόλιζα
Οι νεότερες γενιές δεν είχαν την τύχη να τον δουν επί σκηνής να σαρώνει σαν τυφώνας τα πάντα στο πέρασμά του. Ισως και γι’ αυτό ο μύθος του να γιγαντώθηκε όλα αυτά τα χρόνια που εκείνος έμενε σιωπηλός και μακριά από κάθε είδους δημοσιότητα. Τα περισσότερα χρόνια τα έζησε μακριά από το κέντρο της Αθήνας, στον Nέο Βουτζά, στην τεράστια βίλα του με τα δέκα σκυλιά του. Και τα τελευταία ζώντας στο «σκοτάδι» της άνοιας, σε μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, να θυμάται μόνο τους στίχους τραγουδιών του και να χαμογελάει σε όλο τον κόσμο!

Οσα θα σας διηγηθώ σε αυτό το ρεπορτάζ είναι όσα μπόρεσα να ζήσω από τα λεγόμενα του ίδιου του μεγάλου πρωταγωνιστή. Του Γιώργου Μαρίνου, ο οποίος πριν από αρκετά χρόνια μού ζήτησε να πάω σπίτι του στον Νέο Βουτζά προκειμένου να έρθουμε σε συνεννόηση για μια ιδέα που είχε: να γράψει τη ζωή του σε βιβλίο! Ο λόγος; Δεν ήθελε μετά θάνατον να γράψει κάποιος κάτι χωρίς να έχει τη δική του έγκριση.

Ηταν λίγο μετά το 2008, όταν είχε ήδη διαβάσει τη βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, που είχε επιμεληθεί ο υπογράφων με τη Βασιλεία Ζερβού, με τίτλο «Εχω ένα μυστικό», από τις εκδόσεις Λιβάνη. Το βιβλίο τού είχε σταλθεί με σκοπό να τον πείσουμε (και) για τη δική του βιογραφία. Ο εκδοτικός οίκος αναζητούσε τότε και άλλους μύθους του βεληνεκούς της Αλίκης προκειμένου να αποτυπώσει στο χαρτί τη ζωή τους, καθώς τότε οι πωλήσεις για την Αλίκη είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τα 100.000 αντίτυπα.

Το ραντεβού κλείστηκε, με τον Γιώργο Μαρίνο να περνά τότε άγρια κατάθλιψη. Θυμάμαι τα τεράστια μάτια του με τους μαύρους κύκλους, όταν μου άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Δίπλα του, τα σκυλιά του, τα οποία ομολογουμένως φοβήθηκα. «Μη φοβάσαι, μικρέ, πέρνα» είχε αποκριθεί. Πράγματι, μπήκα στο εσωτερικό του σπιτιού και άρχισε να μου μιλάει αμέσως για την Αλίκη και πόσο σπουδαίο ήταν το βιβλίο που είχαμε γράψει. Στην κουβέντα μας αναφερθήκαμε και στην Καίτη Γκρέυ και σε όσα είχε ζήσει μαζί της στο «Ciao ANT1». «Τσαούσα κι αυτή, σαν και μένα» μου είχε πει και μου υποσχέθηκε πως μια μέρα θα τον πήγαινα να τη δει στο σπίτι της.

Θυμάμαι επίσης που μου είχε επισημάνει ότι το γεγονός πως δεν εργαζόταν του είχε στοιχίσει πολύ ψυχολογικά. Σε αυτό το μοναδικό ραντεβού με κέρασε χυμό, με τη χαρά μου να είναι ζωγραφισμένη διάπλατα στο πρόσωπό μου για το γεγονός ότι με εμπιστεύτηκε και μου άνοιξε το σπίτι του, αλλά και πάλι μπροστά μου δεν είχα το ιερό τέρας Γιώργο Μαρίνο που έβλεπα στο «Ciao ANT1». Ηταν ένας πολύ καταβεβλημένος άνθρωπος και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τότε, αφού τα είχε όλα, γιατί είχε κατάθλιψη…

Σε ένα συρτάρι στο μικρό τραπέζι του σαλονιού είχε σελίδες γραμμένες. Αλλες φράσεις μουτζουρωμένες και άλλες ξαναγραμμένες. «Εχω ξεκινήσει να γράφω, όμως αυτό το πράγμα χρειάζεται βοήθεια. Και δεν έχω και πολλή δύναμη και όρεξη να γράψω. Γράφω, τα σκίζω, τα ξαναγράφω» μου είχε αναφέρει σε αυτή τη μοναδική φορά που τον επισκέφθηκα. Οπως μου είχε εξομολογηθεί, μάλιστα, σκόπευε να ανασύρει μνήμες από το μυαλό του, έπρεπε όμως κάποιος να τα γράφει σε κασετοφωνάκι και μετά να τα μεταφέρει στο χαρτί. «Ισως εσύ μπορείς» μου είχε πει.

Οταν του είπα ότι είναι χαρά μου να επιμεληθώ το βιβλίο, θυμάμαι πόσο έντονα χαμογέλασε και απάντησε: “Ναι, αλλά πρέπει να έχω όρεξη για να θυμηθώ». Το ραντεβού μας έληξε αργά το απόγευμα και έφυγα πιστεύοντας πως κάποια στιγμή το βιβλίο αυτό θα έπαιρνε σάρκα και οστά, με τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη να θεωρεί πως κάποια στιγμή θα ολοκληρωνόταν το deal.
Μιλήσαμε αρκετές φορές στο τηλέφωνο, χωρίς να θέλω να γίνω πιεστικός, ωστόσο μερικούς μήνες μετά μια ληστεία στο σπίτι του τον έκανε ακόμα πιο διστακτικό. Αρχισε να εξαφανίζεται και στο τηλέφωνό του δεν ανταποκρινόταν κανείς. Μόνο μία φορά σήκωσε το ακουστικό και σχεδόν με έντρομη φωνή μού απάντησε: «Κάποια στιγμή θα γίνει και το βιβλίο. Αυτό που έχει προτεραιότητα είναι να φύγω από αυτό το σπίτι. Φοβάμαι. Και τα σκυλιά μου; Τι θα γίνουν τα σκυλιά μου;» Την επόμενη μέρα το έγραψα ως ρεπορτάζ στο έντυπο στο οποίο εργαζόμουν! Εστιάζαμε στο τι θα γίνουν αυτά τα χαρτιά που ο εκείνος μου είχε δείξει ότι είχε ήδη αρχίσει να γράφει. Και ήταν πραγματικά θησαυρός, καθώς επιθυμούσε να τα γράψει όλα με λεπτομέρειες.
Εκτοτε, σιωπή. Από τρίτους μπορέσαμε να πληροφορηθούμε στον εκδοτικό οίκο ότι ο Γιώργος Μαρίνος, λόγω προβλημάτων υγείας, έφυγε από το σπίτι του στον Νέο Βουτζά. Αρχισαν να τον ψάχνουν όλοι. Από εκεί βρέθηκε στο «Σπίτι του Ηθοποιού» και μετά σε μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στα νότια προάστια. Αργότερα σε ένα άγνωστο μέρος σε εμάς, καθώς ο Γιώργος Μαρίνος είχε ήδη αρχίσει να έχει προβλήματα υγείας. Κυρίως μνήμης. Δίπλα του, για πολλά χρόνια, ο πιστός οδηγός ταξί και οικογενειακός του φίλος, ο οποίος τον πρόσεχε όπως τη δική του οικογένεια.

Ο Γιώργος Μαρίνος δεν ήταν άνθρωπος που ανοιγόταν εύκολα, ιδίως τα τελευταία χρόνια. Η κατάθλιψη τον είχε κυριεύσει αμέσως μετά το μεγαλειώδες τέλος που ο ίδιος έδωσε στην πολύπλευρη καριέρα του. Και το βιβλίο που ήθελε να γράψει για τη ζωή του είχε ακριβώς αυτό τον σκοπό: να τον βγάλει από την κατάθλιψη και να του δώσει ανάσες ζωής μέσα από τις αναμνήσεις του για να αναζωογονηθεί και πάλι. Αυτός όμως έμελλε να είναι ο μεγάλος καημός του, με τον οποίο έφυγε από τη ζωή: ότι ποτέ δεν υλοποίησε αυτό που ήθελε, έτσι ώστε να μην καπηλευτούν ποτέ τη δόξα του, το όνομά του, γράφοντας τη βιογραφία του. Ηθελε εκείνος να τα αποτυπώσει όλα στο χαρτί. Ο Γιώργος να μιλά για τον Μαρίνο, κάτι που δεν κατάφερε…

Ο Γιώργος Μαρίνος δεν ήταν απλώς ένας καλλιτέχνης. Ηταν η προσωποποίηση του καλλιτέχνη που σε πολύ δύσκολες εποχές μέσα από την τέχνη του κατάφερε να δείξει πράγματα που ακόμα και σήμερα δυσκολεύουν άλλους καλλιτέχνες. Ενα από αυτά ήταν και οι σεξουαλικές του προτιμήσεις στο ίδιο φύλο. Ο Μαρίνος άνοιξε τον δρόμο σε μια πολύ εύθραυστη εποχή μιλώντας για τη σεξουαλικότητά του και κατάφερε να γίνει αποδεκτός γεμίζοντας τα κέντρα τις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μόλις ενός έτους και μεγάλωσε με τη μητέρα του Βασιλική. Ο πατέρας του Αλέξανδρος έλειπε από την παιδική του ηλικία, καθώς ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο. Τον είδε πρώτη φορά όταν ήταν 12 χρόνων. Οι γονείς του ήθελαν να γίνει πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας, όπως ήταν ο πατέρας του – άλλωστε είχε κλίση στα Μαθηματικά. Εκείνος όμως, ανήλικος ακόμη, έδωσε κρυφά εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Το 1962, δευτεροετής στο Εθνικό, έπαιξε στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, μαζί με τον Δημήτρη Χορν, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Μάρω Κοντού και άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες. Ερμήνευσε το τραγούδι «Κάθε κήπος» και η φωνή του γοήτευσε το κοινό. Από τότε αρχίζει η πετυχημένη καριέρα του στο θέατρο αλλά και στις μπουάτ της εποχής.
Συνδυάζοντας την υποκριτική και το τραγούδι, παρουσίασε πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα διαφορετικό είδος διασκέδασης, που αποτελούνταν από πρόζα, σάτιρα, χορό και τραγούδι. Ουρές σχηματίζονταν κάθε βράδυ στην Πλάκα, στη Μέδουσα, όπου εμφανιζόταν για σχεδόν 20 χρόνια (από το 1973 έως το 1992). Με το ίδιο θάρρος που είχε πάνω στην πίστα, είχε αποκαλύψει και στους γονείς του στα 16 χρόνια του πως είναι ομοφυλόφιλος. Παρ’ όλα αυτά, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η ηθοποιός Κατιάνα Μπαλανίκα. Ηταν σύντροφοι για τέσσερα χρόνια, στα τέλη του ’60.
Οπως είχε πει, δεν θέλησε να προχωρήσει σε γάμο και να κάνει παιδιά, γιατί θεωρούσε πως θα ήταν άδικο για το παιδί του να υποστεί το «αμαρτωλό» παρελθόν του. Παρ’ όλα αυτά, οι δρόμοι τους δεν χώρισαν ούτε επαγγελματικά ούτε φιλικά. Συνεργάστηκαν για χρόνια στη «Μέδουσα» και η φιλία τους δεν ξεθώριασε στο πέρασμα του χρόνου. Ακόμα κι όταν είχε το σπίτι στον Νέο Βουτζά, η Μπαλανίκα είχε το δικό της δωμάτιο για να μένει όποτε θέλει.
Στην προσωπική του ζωή ήταν ιδιαίτερα μοναχικός. Τα δύο πάθη του ήταν η αστρολογία και τα σκυλιά (ακόμη κι όταν χτυπήθηκε από την άνοια, τα αναζητούσε). Ποιος δεν θυμάται άλλωστε την αγαπημένη αστρολόγο Τασία Λούτα, με την οποία διατηρούσε μια μοναδική σχέση ζωής και όταν εκείνη έφυγε από τη ζωή, ο σπουδαίος σόουμαν βυθίστηκε για μήνες στη θλίψη… Οι βουβές στιγμές του άλλωστε τα τελευταία χρόνια ήταν σφηνωμένες μονίμως στην ψυχή του. Και έτσι έφυγε, όταν ο οργανισμός του άρχισε να καταρρέει, προδομένος και από νεφρική ανεπάρκεια. Ciao, Γιώργο, και συνέχιζε να μας «κάνεις λίγο μμμ», έστω και από ψηλά…
