Η Ελλη Πατρικίου, ένα κορίτσι με μεγάλα όνειρα, τόλμησε να τα αφήσει όλα πίσω και να διεκδικήσει μια θέση στη Μέκκα του κινηματογράφου, το Hollywood. Σήμερα, με διεθνείς παραγωγές στο ενεργητικό της και μέλλον που διαγράφεται λαμπρό, ξεδιπλώνει στην «Espresso» τη συναρπαστική πορεία της και αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής της.
- Από Ηλία Μαραβέγια
Η Ελλη Πατρικίου μιλάει για την απόφασή της να τα αφήσει όλα πίσω για να διεκδικήσει μια θέση στη Μέκκα του κινηματογράφου
Το «μικρόβιο» της ηθοποιίας, η συμμετοχή της στους εορτασμούς των 80ων γενεθλίων της Ελισάβετ και το πέρασμα από τα catwalks.
Μπορεί να γεννήθηκε στο Λονδίνο, όμως η καρδιά της ανήκει στην Κεφαλλονιά – κι από εκεί άρχισαν όλα. Την περίοδο που ως πιτσιρίκα είδε να γυρίζονται στο νησί της σκηνές από «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» η σκέψη να γίνει ηθοποιός άρχισε να καλλιεργείται μέσα της. Η Ελλη Πατρικίου, ένα κορίτσι με μεγάλα όνειρα, τόλμησε να τα αφήσει όλα πίσω και να διεκδικήσει μια θέση στη Μέκκα του κινηματογράφου, το Hollywood. Σήμερα, με διεθνείς παραγωγές στο ενεργητικό της και μέλλον που διαγράφεται λαμπρό, ξεδιπλώνει στην «Espresso» τη συναρπαστική πορεία της και αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής της.

Η Ελλη Πατρικίου ανάµεσα σε ζώα που αγαπά πολύ
Αν έκλεινες τα μάτια σου τώρα, ποια μυρωδιά ή εικόνα από την Κεφαλλονιά θα σε γυρνούσε κατευθείαν πίσω στα παιδικά σου χρόνια;
Αν κλείσω τα μάτια μου, μεταφέρομαι αμέσως εκεί: στη «χρυσή» ώρα του δειλινού. Ακούω τα κουδούνια από τα κατσίκια να αντηχούν στο δάσος, τα τζιτζίκια να ξεκινούν το καθημερινό τους «γλέντι» και νιώθω τη μυρωδιά των πεύκων να μπλέκεται με την αλμύρα της θάλασσας. Ενας αέρας που, όσο κι αν έχω περιποιηθεί τα μαλλιά μου, τα μετατρέπει στη στιγμή σε… αφάνα!
Τι θυμάσαι από την εποχή που γίνονταν στο νησί τα γυρίσματα της ταινίας «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»;
Θυμάμαι ολόκληρες περιοχές να έχουν αποκλειστεί, ειδικά τη Λάσση, που είχε μεταμορφωθεί σε σκηνικό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην αρχή ένιωθα σύγχυση – δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε και γιατί δεν μπορούσα να κινηθώ ελεύθερα στον τόπο μου. Ηταν σαν κάτι ξένο να είχε εισβάλει στην καθημερινότητά μου. Οταν όμως γνώρισα κάποιους ηθοποιούς και μέλη του συνεργείου σε μια ταβέρνα, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκονταν εκεί για να αφηγηθούν μια ιστορία. Από εκείνη τη στιγμή όλα άλλαξαν. Αυτό που πριν μου φαινόταν παράξενο έγινε μαγικό. Είδα τον τόπο μου με άλλο μάτι και κατάλαβα πόσο δυνατός είναι ο κινηματογράφος: μπορεί να μεταμορφώσει το οικείο σε κάτι μοναδικό.
Η Ελλη Πατρικίου στο Λονδίνο, τη δεύτερη πατρίδα της
Ως παιδί που μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, ένιωθες ποτέ «διχασμένη» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βρετανία;
Ναι, ιδιαίτερα όταν ήμουν μικρότερη. Η μετάβαση από το ήσυχο νησί σε μια έντονη, γρήγορη πόλη ήταν σοκ. Αφηνα πίσω την καλύτερή μου φίλη Ιζαμπέλλα και προσπαθούσα να βρω τη θέση μου σε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Με τα χρόνια όμως συνειδητοποίησα ότι αυτός ο «διχασμός» είναι τελικά ένα δώρο. Κουβαλώ και τις δύο κουλτούρες μέσα μου και αυτό με έχει διαμορφώσει βαθιά, τόσο ως άνθρωπο όσο και ως καλλιτέχνιδα.
Στην Αγγλία πήρες μέρος με τη χορωδία New London Children’s Choir στον εορτασμό των 80ών γενεθλίων της βασίλισσας Ελισάβετ στο Royal Albert Hall. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Ηταν σχεδόν σουρεαλιστικό αλλά και μεγάλη τιμή. Το να εμφανίζομαι στο Royal Albert Hall σε τόσο νεαρή ηλικία ήταν απίστευτα ξεχωριστό και το να είμαι μέρος μιας τόσο ιστορικής γιορτής μπροστά στη βασίλισσα της Αγγλίας ήταν κάτι ιδιαίτερο, γιατί μου έδωσε την πρώτη πραγματική αίσθηση της δύναμης της ερμηνείας μπροστά σε ένα τεράστιο κοινό. Θυμάμαι ότι ένιωθα ταυτόχρονα άγχος και περηφάνια. Ηταν από εκείνες τις στιγμές που καταλαβαίνεις βαθιά τι είναι αυτό που αγαπάς.

Από το φιλµ «Sunnyside»
Ηταν εύκολη απόφαση να φύγεις από το Λονδίνο για να κυνηγήσεις το όνειρο του Hollywood;
Παραδόξως, ναι. Ημουν μόλις 19 και ατρόμητη, γεγονός που βοήθησε προφανώς. Το Λονδίνο μού έδωσε γερά θεμέλια, αλλά ήθελα να δοκιμάσω τα όριά μου και να μάθω την άλλη πλευρά της τέχνης μου. Οταν κέρδισα πλήρη υποτροφία, λόγω ταλέντου, στη New York Film Academy, ένιωσα ότι έπρεπε να πάω εκεί όπου ο κινηματογράφος ζει και αναπνέει, οπότε απλώς το τόλμησα.
Πώς κύλησε το ξεκίνημά σου στην Αμερική;
Μετά την αποφοίτησή μου βρέθηκα εντελώς μόνη μου. Είχα στη διάθεσή μου έναν χρόνο OPT (πρακτική εκπαίδευση στον χώρο της ψυχαγωγίας, που επιτρέπει και εργασία) και αποφάσισα να τον αξιοποιήσω. Μέσα στον πρώτο κιόλας μήνα κατάφερα να κλείσω συναντήσεις με δύο σημαντικούς μάνατζερ, με τους οποίους τελικά συνεργάστηκα. Παράλληλα, έκανα εθελοντισμό σε μουσεία και δούλεψα ως φωτογράφος σε εκδηλώσεις. Δοκιμάστηκα και στο μόντελινγκ, περπατώντας σε πασαρέλες για διάφορους σχεδιαστές, ενώ ξεκίνησα και μαθήματα ιταλικών. Την ίδια περίοδο εργάστηκα ως production designer και art director, στήνοντας σκηνικά για μικρού μήκους ταινίες και μουσικά βίντεο. Εκανα, επίσης, extra δουλειές σε παραγωγές μεγάλων εταιριών, ενώ βρέθηκα ακόμη και σε κινηματογραφικά πλατό ως βοηθός, κουβαλώντας εξοπλισμό σε απαιτητικές, πολύωρες βάρδιες.
Ολη αυτή η διαδρομή με έφερε σε επαφή με πολλούς ανθρώπους του χώρου και μου άνοιξε δρόμους. Κάποια στιγμή ήρθε και η μεγάλη ευκαιρία: Εκλεισα έναν βασικό ρόλο στη σειρά «Snowfall» του FX. Θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μου, αν ήμουν ήδη μέλος του σωματείου SAG. Δυστυχώς, δεν είχα συγκεντρώσει τα απαραίτητα vouchers, με αποτέλεσμα ο ρόλος να περιοριστεί σε guest εμφάνιση. Ηταν μια δύσκολη στιγμή, όμως δεν το έβαλα κάτω. Συνέχισα να δουλεύω σε ανεξάρτητες ταινίες που με ταξίδεψαν σε όλη την Αμερική και μέσα σε έναν χρόνο κατάφερα να αποκτήσω τη βίζα καλλιτέχνη O-1.

Σε στιγμιότυπο από φωτογράφιση
Το Hollywood είναι τόσο λαμπερό όσο φαίνεται ή έχει και σκοτεινές πλευρές;
Η λάμψη υπάρχει, αλλά είναι μόνο η μία όψη. Πίσω της κρύβονται σκληρή δουλειά, πίεση και μεγάλη αβεβαιότητα. Είναι ένας απαιτητικός χώρος, που όμως προσφέρει και σημαντικές ευκαιρίες. Σε όποιον θέλει να τον ακολουθήσει θα έλεγα να έχει επίγνωση της πραγματικότητας: να δουλεύει σκληρά, να επενδύει στις γνωριμίες, να μαθαίνει συνεχώς και να παραμένει προσγειωμένος. Οι απορρίψεις και η αστάθεια είναι μέρος της διαδρομής.
Εχεις δεχτεί ποτέ άδικη ή πιεστική συμπεριφορά στη δουλειά σου; Πώς αντιδράς σε τέτοιες περιπτώσεις;
Νομίζω πως κάθε ηθοποιός συναντά δύσκολες καταστάσεις κάποια στιγμή. Συνέβη και σε μένα, αρκετές φορές. Εχω ακούσει σχόλια για την εμφάνισή μου που δεν είχαν καμία σχέση με την ουσία της δουλειάς, ενώ έχω βρεθεί και αντιμέτωπη με ανάρμοστη συμπεριφορά, εντός κι εκτός πλατό. Ολα αυτά με δίδαξαν να θέτω ξεκάθαρα όρια και να απομακρύνομαι όταν χρειάζεται. Προτεραιότητά μου είναι να παραμένω πιστή στον εαυτό μου και να κερδίζω ό,τι καταφέρνω με την αξία μου.

Υπάρχουν Ελληνες καλλιτέχνες που θαυμάζεις και θα ήθελες να συνεργαστείς μαζί τους;
Θαυμάζω πολύ τη δουλειά που γίνεται αυτή τη στιγμή στον ελληνικό κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Λατρεύω τη Χαρούλα Αλεξίου και θα ήθελα πολύ να συνεργαστώ μαζί της. Παίζει σε μία από τις αγαπημένες μου σειρές που μπήκε στο Netflix, το «Maestro in Blue», που γυρίζεται σε γειτονικά μου νησιά, στους Παξούς και στην Κέρκυρα!
Σου έχουν ζητήσει ποτέ να αλλάξεις κάτι στην εμφάνισή σου ή στον χαρακτήρα σου για έναν ρόλο;
Στην υποκριτική η μεταμόρφωση είναι συχνά μέρος της διαδικασίας – από αλλαγές στα μαλλιά μέχρι φυσική προετοιμασία. Πιστεύω ότι όποια αλλαγή γίνεται πρέπει να υπηρετεί τον χαρακτήρα και την ιστορία. Το να παραμένω αυθεντική είναι πολύ σημαντικό για μένα. Ωστόσο, υπήρξαν φορές που μου ζήτησαν να αλλάξω την εμφάνισή μου με μη αναστρέψιμο τρόπο, όπως όταν μου πρότειναν αυξητική στήθους, λέγοντας ότι θα βοηθούσε την καριέρα μου και θα μου έδινε περισσότερο sex appeal. Εκεί βάζω όρια.
Ποια διάσημη προσωπικότητα που γνώρισες στην άλλη μεριά του Ατλαντικού σε εντυπωσίασε περισσότερο και γιατί;
Ο Benedict Cumberbatch με εντυπωσίασε πραγματικά. Είναι απίστευτα έξυπνος και σκεπτόμενος, αλλά και πολύ ευγενικός και προσγειωμένος. Για το πόσο μεγάλο όνομα είναι δεν είχε ίχνος έπαρσης ή εγωισμού – μου μίλησε σαν να ήμασταν ίσοι. Είναι σπάνιο να βλέπεις αυτόν τον συνδυασμό σε αυτό το επίπεδο και μου έμεινε.
Μίλησε μας για τις τελευταίες ταινίες που έκανες. Τι πραγματεύεται η θεματική τους;
Αυτή την περίοδο συμμετέχω σε τρία πολύ διαφορετικά πρότζεκτ, που όμως συνδέονται θεματικά μέσα από την έννοια της ταυτότητας και των ανθρώπινων σχέσεων. Το «Consciousness», σε σκηνοθεσία του Ash Baron-Cohen, εξερευνά τη σχέση ανθρώπου και Τεχνητής Νοημοσύνης, θέτοντας ερωτήματα για το συναίσθημα και τη σύνδεση, με προγραμματισμένη κυκλοφορία το 2027. Στο «The Legend of Van Dorn» του Shane Stanley, που θα βγει το φετινό καλοκαίρι, υποδύομαι την Jesse Peters σε ένα πιο επικό, ιστορικό πλαίσιο στον αμερικανικό Νότο της εποχής του Εμφυλίου. Τέλος, στο «Sunnyside» του Richie Simeone ενσαρκώνω μια νοικοκυρά και τσελίστρια που μπλέκεται σε μια σκοτεινή υπόθεση δολοφονιών, σε μια φαινομενικά ήσυχη γειτονιά της Φλόριντα, με την ταινία να αναμένεται το 2027. Και τα τρία έργα, καθένα με διαφορετική προσέγγιση, εστιάζουν στη μεταμόρφωση και στις κρυφές πτυχές της ανθρώπινης φύσης.
Στην προσωπική σου ζωή τι συμβαίνει; Υπάρχει έρωτας αυτή την περίοδο;
Είμαι πολύ χαρούμενη και ευγνώμων για τους ανθρώπους στη ζωή μου. Εχω κάνει υπέροχους φίλους παντού, έχω μια πολύ υποστηρικτική και καλοσυνάτη οικογένεια, έχω δύο γάτες εδώ στο Λος Αντζελες που τις αγαπώ πολύ – αν και μάλλον με αγαπούν για το φαγητό (κι αυτό εντάξει!). Οσον αφορά τον έρωτα, νιώθω ότι επιτέλους βρήκα τον άνθρωπό μου.
Πώς αντιδρούν οι δικοί σου άνθρωποι στην επιτυχία σου; Σε κρατούν προσγειωμένη;
Απόλυτα. Η οικογένειά μου είναι τα πάντα για μένα. Ο,τι κι αν συμβεί, με κρατούν προσγειωμένη, μου θυμίζουν ποια είμαι και με στηρίζουν άνευ όρων. Οι γονείς μου μού λένε πάντα ότι είναι περήφανοι για μένα, ταξιδεύουν μέχρι το Λος Αντζελες για τις πρεμιέρες μου και περνούν χρόνο μαζί μου. Η θεία μου Αννα στην Ελλάδα είναι από τις καλύτερές μου φίλες και κυριολεκτικά το στήριγμά μου όσο βρίσκομαι εδώ. Είμαι πολύ τυχερή, γιατί είμαι κοντά με όλους τους θείους και τις θείες μου στην Ελλάδα, και με φροντίζουν συνεχώς. Ο,τι κι αν κάνω ή όπου κι αν βρίσκομαι, αυτή η σύνδεση με κρατά ισορροπημένη και ευγνώμονα.
Τι σου λείπει περισσότερο από την Κεφαλλονιά;
Η αυθεντικότητα των ανθρώπων. Η απλότητα της ζωής. Η ηρεμία – νιώθω ότι μπορώ επιτέλους να πάρω ανάσα! Πάνω απ’ όλα, το αίσθημα του να είμαι πλήρως παρούσα. Υπάρχει μια αγνότητα στη ζωή εκεί. Η φύση, οι άνθρωποι, ο ρυθμός της καθημερινότητας – είναι κάτι που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Είναι κάτι που κουβαλάω μέσα μου και στο οποίο πάντα επιστρέφω.
