Από θύμα κλοπής βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου για απάτη, σε μια υπόθεση που μοιάζει βγαλμένη από εφιάλτη, την οποία φέρνει σήμερα στο φως η «Espresso».
- Από τον Στέργιο Σαμαρτζή
Μια ανυποψίαστη γυναίκα είδε τη ζωή της να ανατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν επιτήδειοι χρησιμοποίησαν την κλεμμένη τραπεζική της κάρτα για να στήσουν ένα οργανωμένο κύκλωμα ηλεκτρονικών απατών, αφήνοντας πίσω τους ως μοναδικό «ίχνος» τα δικά της στοιχεία.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2022, όταν άγνωστοι κατάφεραν να αφαιρέσουν την τραπεζική κάρτα μιας γυναίκας, χωρίς εκείνη να αντιληφθεί άμεσα ότι είχε πέσει θύμα κλοπής. Στη συνέχεια, οι επιτήδειοι φέρεται ότι ακολουθούσαν μια πρωτότυπη μεθοδολογία, εντοπίζοντας αγγελίες πώλησης αντικειμένων στο διαδίκτυο και επικοινωνώντας με τους πωλητές προσποιούμενοι τους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Με το πρόσχημα ότι επρόκειτο να καταθέσουν το αντίτιμο για την αγορά, ζητούσαν τα στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών των θυμάτων. Αφού αποκτούσαν πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, κατάφερναν, με τρόπο που παραμένει αδιευκρίνιστος, να αφαιρούν χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς τους και να τα μεταφέρουν στον τραπεζικό λογαριασμό που συνδεόταν με την κλεμμένη κάρτα της άτυχης γυναίκας. Οταν μία από τις πωλήτριες αντιλήφθηκε ότι είχαν αφαιρεθεί χρήματα από τον λογαριασμό της, κατήγγειλε το περιστατικό στις Αρχές, με αποτέλεσμα η έρευνα να οδηγήσει στα στοιχεία της ανυποψίαστης κατόχου της κάρτας, η οποία βρέθηκε άδικα εμπλεκόμενη στην υπόθεση.

Ετσι, η γυναίκα -που στην πραγματικότητα είχε πέσει θύμα κλοπής και εκμετάλλευσης των προσωπικών της δεδομένων- βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με βαριές κατηγορίες και οδηγήθηκε στο εδώλιο με την κατηγορία της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Η υπόθεση εκδικάστηκε την Παρασκευή 8 Μαΐου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με το δικαστήριο να εξετάζει αναλυτικά όλα τα δεδομένα και να καταλήγει στην αθώωσή της. Η απόφαση έβαλε τέλος σε μια πολυετή περιπέτεια, που είχε επιβαρύνει ψυχολογικά και κοινωνικά τη γυναίκα, η οποία επί τέσσερα χρόνια προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν ήταν θύτης αλλά θύμα.
Η ίδια χρειάστηκε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη δικαστική διαδικασία, αλλά και το βάρος της δημόσιας καχυποψίας, καθώς το όνομά της συνδέθηκε με υπόθεση ηλεκτρονικής απάτης, χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή. Μια απλή κλοπή κάρτας εξελίχθηκε σε μια εξαντλητική δοκιμασία, αποδεικνύοντας πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να βρεθεί μπλεγμένος σε ποινικές περιπέτειες εξαιτίας της δράσης αδίστακτων απατεώνων.
Ο δικηγόρος της γυναίκας Γιάννης Τούντας, μιλώντας στην «Espresso», τόνισε: «Πρόκειται για μια γυναίκα που, μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε άδικα κατηγορούμενη, δεν είχε ποτέ απασχολήσει τις Αρχές. Δεν είχε δεχθεί στο παρελθόν ούτε κλήση για τροχονομική παράβαση. Κι όμως, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με ιδιαίτερα σοβαρές κατηγορίες, με δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και με μια καθημερινότητα γεμάτη αγωνία, φόβο και κοινωνική πίεση.

Η εντολέας μου υπέστη σημαντική ηθική και κοινωνική βλάβη, καθώς για μεγάλο χρονικό διάστημα στιγματίστηκε άδικα, εξαιτίας πράξεων επιτηδείων που εκμεταλλεύτηκαν τα προσωπικά της στοιχεία και τη μετέτρεψαν από θύμα σε κατηγορουμένη. Η απόφαση της Δικαιοσύνης αποτελεί πλήρη δικαίωση για την ίδια και αποκαθιστά την αλήθεια, έστω έπειτα από μια μακρά περίοδο ταλαιπωρίας».
