Ο Λευτέρης Παυλίδης ανοίγει το… μπαούλο των αναμνήσεων και μοιράζεται με την «Espresso» στιγμές, εικόνες και συναισθήματα του Έλληνα κωμικού.
- Από τον Στέργιο Σαμαρτζή
Ο Νίκος Σταυρίδης υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, με ρόλους που άφησαν εποχή και μια καλλιτεχνική παρουσία που εξακολουθεί να προκαλεί γέλιο αλλά και νοσταλγία. Πίσω όμως από τον αγαπημένο ηθοποιό υπήρχε πάντα ο άνθρωπος, ο πατέρας, η οικογενειακή πλευρά του, που το κοινό δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει σε βάθος.
Σε μια σπάνια συνέντευξη, ο Λευτέρης Παυλίδης, γιος της τελευταίας συντρόφου του Νίκου Σταυρίδη, της Αμφιτρίτης, ανοίγει το… μπαούλο των αναμνήσεων και μοιράζεται με την «Espresso» στιγμές, εικόνες και συναισθήματα που δεν έφτασαν ποτέ στη μεγάλη οθόνη.
Μιλά για τον ηθοποιό όχι ως κινηματογραφικό είδωλο, αλλά ως έναν ζεστό, καθημερινό άνθρωπο, με χιούμορ και ευαισθησίες. Η κουβέντα αρχίζει σχεδόν αβίαστα, με τον κ. Λευτέρη να μου δείχνει τα Τουρκοβούνια από το μπαλκόνι όπου καθόμαστε.
«Εκεί, κάθε Καθαρά Δευτέρα, πηγαίναμε με τον Νίκο για να πετάξουμε χαρταετό» λέει χαμογελώντας.

Πώς βρέθηκε τελικά ο Νίκος Σταυρίδης μέσα στο σπίτι και στην καθημερινότητά σας; Θέλω να μας γυρίσετε σε εκείνα τα χρόνια και να θυμηθείτε πώς άρχισε η σχέση του με τη μητέρα σας και πώς, από ένας μεγάλος ηθοποιός, έγινε κομμάτι της οικογένειάς σας.
Γυρίζουμε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, τότε που ήμουν δέκα χρόνων. Μέναμε στον Βύρωνα μαζί με τους γονείς μου και τις τρεις αδελφές μου. Η αδελφή μου, η Έρη, συμμετείχε στα μπαλέτα του Γιάννη Φλερύ. Μια μέρα, ένας παραγωγός της ζήτησε να του παραχωρήσουμε το σπίτι μας για να γυρίσει την ταινία «Σουσουράδα», στην οποία θα συμμετείχε κι εκείνη, κι έτσι έγινε.
Τότε ήρθε για τα γυρίσματα στο σπίτι μας ο Νίκος Σταυρίδης και έτσι γνώρισε τη μητέρα μου, η οποία καταγόταν από τη Σάμο, όπως κι εκείνος.
Όταν γνώρισε τη μητέρα σας, καταλάβατε από την πρώτη στιγμή ότι δημιουργήθηκε κάτι ξεχωριστό μεταξύ τους;
Είχαν δεκατρία χρόνια διαφορά, αλλά «έδεσαν» αμέσως. Έπειτα από λίγο καιρό, η μητέρα μου χώρισε από τον πατέρα μου και δημιούργησε δεσμό με τον Νίκο. Εκείνος ήθελε πολύ να βρει μια οικογένεια, το είχε ανάγκη, διότι και οι τρεις γάμοι του είχαν αποτύχει και η κόρη του, η Δανάη, βρισκόταν στο εξωτερικό.
Η μάνα μου ήταν ωραία γυναίκα και εξαιρετική νοικοκυρά. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, αλλά έζησαν μαζί μέχρι το τέλος.

Ο κόσμος γνώρισε τον Νίκο Σταυρίδη μέσα από τους ρόλους και την κωμική του πλευρά. Εσείς όμως τον ζήσατε μέσα στο σπίτι. Πώς ήταν στην καθημερινότητά του, μακριά από τα φώτα και τις κάμερες;
Μέναμε στην Κυψέλη. Είχε πάρα πολύ χιούμορ, σπάγαμε πολλή πλάκα συνέχεια. Θυμάμαι πως, όταν τρώγαμε, έκανε γκριμάτσες και πετούσε απίστευτες ατάκες. Παρότι είχε ζάχαρο και ταλαιπωρούνταν καθημερινά, του άρεσε να μας κάνει να γελάμε.
Από μικρό με έμαθε να δένω τη γραβάτα μου και μου έλεγε να κουμπώνω πάντα το πάνω κουμπί στο πουκάμισο. Με αγάπησε σαν γιο του. Είχε ανάγκη από μια οικογένεια και προσπαθούσε πολύ να δεθούμε.
Όταν πηγαίναμε στον Γιώργο Ζαμπέτα, μας έβαζε εμάς τα μικρά να χορεύουμε και μας φώναζε: «Όμορφα, όμορφα».
Πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε τη δουλειά του πίσω από την εικόνα του αυθόρμητου κωμικού;
Ήταν πολύ τελειομανής. Μόλις ερχόταν το σενάριο, κλεινόταν στο δωμάτιο για να το διαβάσει και μας έλεγε: «Μη με ενοχλήσει κανείς». Αν δεν του άρεσε το σενάριο, το επέστρεφε. Είχε απορρίψει πολλά σενάρια, δεν έπαιζε ό,τι κι ό,τι. Μελετούσε πολύ και έμπαινε στο πετσί του ρόλου. Του έγραφαν τα σκετσάκια, όμως εκείνος πάντα αυτοσχεδίαζε. Ήξερε να προκαλεί το γέλιο. Θυμάμαι ότι μιμούνταν τον Γιώργο Παπανδρέου και μόλις έβγαινε στη σκηνή, γινόταν χαμός από κάτω.

Υπήρξε ποτέ στιγμή που κάποιος να παρεξηγήθηκε ή να αντέδρασε με τα αστεία και τις μιμήσεις του;
Την περίοδο της χούντας είχε κάποια προβλήματα. Ήμουν στις πρόβες και θυμάμαι ότι τις παρακολουθούσαν δύο λογοκριτές. Την ώρα της πρόβας, λέει ένας ηθοποιός την ατάκα «Σε παρακολουθώ» και απαντά ο Νίκος: «Γιατί με παρακολουθείς; Αστυνομικός είσαι;» Τσιμπάει τότε ένας λογοκριτής από κάτω και του λέει: «Αυτό θα κοπεί». «Αν μου κόψεις το κωμικό, δεν παίζω» απάντησε ο Νίκος και κατέβηκε από τη σκηνή. Τελικά, δεν το έκοψαν.
Ήταν απαιτητικός με τον εαυτό του αλλά και με τους ανθρώπους γύρω του, όταν δούλευε;
Ήταν πολύ επιμελής. Πήγαινε πρώτος και έφευγε τελευταίος, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Ήθελε να λειτουργούν όλα ρολόι. Αν κάποιος δεν του έκανε, τον έδιωχνε. Ήθελε όλοι να είναι σωστοί. Έλεγε: «Ο κόσμος έχει την απαίτηση να γελάσει. Πρέπει να δουλεύουμε σκληρά».
Κατά τη γνώμη σας, ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει τον Νίκο Σταυρίδη να παραμένει διαχρονικός έως σήμερα;
Έμεινε διαχρονικός γιατί ό,τι έκανε, το έκανε με αγάπη και αφοσίωση. Τελικά, ήταν γεννημένος γι’ αυτό: για να κάνει τον κόσμο να γελάει. Επίσης, έκανε αυτήν τη δουλειά πάντα με μεράκι και χαρά, χωρίς να βλέπει κανέναν ανταγωνιστικά. Εκτιμούσε πάρα πολύ όλους τους ηθοποιούς, παλιούς και νέους. Βοήθησε πολλούς να κάνουν καριέρα, όπως τον Θανάση Βέγγο και τον Σωτήρη Μουστάκα.

Αν γυρίσετε πίσω και δείτε τη ζωή και την πορεία του, είχε έντονα πάθη;
Το μεγάλο του πάθος ήταν ο Ολυμπιακός. Ήταν άρρωστος με τον Ολυμπιακό. Είχε στο σπίτι παντού αφίσες και κομπολόγια της ομάδας. Θυμάμαι μια βραδιά που είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός και είχαν έρθει όλοι οι οπαδοί πανηγυρίζοντας έξω από το θέατρο όπου έπαιζε.
Μεγαλώνοντας δίπλα σε έναν τόσο σπουδαίο και αγαπημένο ηθοποιό, υπήρξε ποτέ στιγμή που να σκεφτήκατε σοβαρά να ακολουθήσετε κι εσείς τον δρόμο της υποκριτικής;
Έπαιξα σε κάποιες ταινιούλες, το κυνήγησα, πήγα και σε δραματική σχολή. Εκεί ήμουν μαζί με τη Ρένα Παγκράτη, η οποία με θεωρούσε πολύ καλό ηθοποιό. Όμως, κάποια στιγμή απογοητεύτηκα, γιατί έβλεπα τον Σταύρο Παράβα, που μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, να μην έχει να πληρώσει ούτε τα κοινόχρηστα. Απογοητεύτηκα και απομακρύνθηκα από την υποκριτική. Και η σύνταξη του Νίκου ήταν ένα δράμα.
Πριν από λίγους μήνες δημιουργήσατε έναν χώρο στη Σάμο αφιερωμένο στη μνήμη και στο έργο του Νίκου Σταυρίδη. Πώς γεννήθηκε αυτή η προσπάθεια;
Λίγα χρόνια αφότου έφυγε από τη ζωή ο Νίκος, είπαμε με τη μητέρα μου να κάνουμε κάτι για εκείνον στη Σάμο, αλλά η σκέψη δεν προχώρησε. Πριν από λίγα χρόνια ο πρώην δήμαρχος της Σάμου αποφάσισε να το προχωρήσει. Βρήκε τον χώρο και εξασφάλισε επιχορήγηση 30.000 ευρώ, η οποία εγκρίθηκε από την Περιφέρεια, αλλά τα χρήματα… χάθηκαν. Τώρα ενδιαφέρθηκε ο πρόεδρος της κοινότητας Βαθέος και βρήκε μια γωνιά σε έναν πολιτιστικό χώρο, όπου δημιουργήθηκε ένα μικρό μουσείο. Με παρακάλεσε να του δώσω κάποια αντικείμενα του Νίκου κι έτσι πήγα στην αποθήκη, μάζεψα ό,τι βρήκα και τα έδωσα εκεί.








