Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 το ελληνικό ποδόσφαιρο ανακάλυψε την… Αμερική και τους ομογενείς. Σωστότερα ανακάλυψε τους ελληνοποιημένους παίκτες κυρίως από την Αργεντινή και τη Βραζιλία.
Δεκαετίες αργότερα το ίδιο έγινε και στο μπάσκετ με κεντρικά πρόσωπα ελληνοποιημένους μπασκετμπολίστες από την τέως Γιουγκοσλαβία.
Μόνο που το κοπιράιτ δεν είναι ελληνικό. Οι εδώ παράγοντες απλά αντέγραψαν το ιταλικό μοντέλο του 1934.
Τον Οκτώβριο του 1920 με την «πορεία στη Ρώμη» ο Μπενίτο Μουσολίνι έγινε ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής ζωής. Ένας δικτάτορας με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του κι ακόμα μεγαλύτερη για τη χώρα του.
Ονειρευόταν την αναβίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με νόμο έδωσε την ιταλική υπηκοότητα σε κάθε ξένο που είχε γεννηθεί από Ιταλούς γονείς σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
Τα «τσακάλια» του ιταλικού ποδοσφαίρου δεν άργησαν να εκμεταλλευτούν το «παράθυρο». Με βάση το νόμο όλοι οι νοτιοαμερικάνοι ποδοσφαιριστές που ήταν παιδιά Ιταλών μεταναστών μπορούσαν να παίξουν στις ομάδες του «καμπιονάτο» και φυσικά στην Εθνική. Οι παίκτες αυτοί ονομάστηκαν «οριούντι» δηλαδή επαναπατριζόμενοι. Και δεν ήταν καθόλου τυχαίοι:
- Ο Αργεντινός Ραϊμούντο Όρσι είχε εντυπωσιάσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928 στο Άμστερνταμ. Έπαιζε στα αριστερά της επίθεσης. Είχε δώσει σπουδαία δείγματα γραφής το 1930 στα γήπεδα της Ουρουγουάης.
- Ο συμπατριώτης του Ρενάτο Τσεζαρίνι ήταν ένας μοναδικός οργανωτής στο παιχνίδι
- Ο Ενρίκο Γκουάϊτα ήταν ένας εξαιρετικός δεξιός εξτρέμ.
- Ο Ατίλιο Ντεμαρία ο διάσημος επιθετικός
- Ο Ανφιλοτζίνο Γκουαρίζι ήταν η εξαίρεση. Έφθασε στην Ιταλία από τη Βραζιλία.
Στις θέσεις κλειδιά του ιταλικού αθλητισμού ήταν άνθρωποι του φασιστικού καθεστώτος. Κι αυτοί δεν άργησαν να πείσουν τον φαντασμένο αρχηγός τους για την αναγκαιότητα της διοργάνωσης ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ιταλία. Η νίκη της χώρας στα γήπεδα θα αποτελούσε την καλύτερη διαφήμιση για το καθεστώς.
Ξοδεύτηκαν λεφτά, πολλά λεφτά για τη διοργάνωση, την επιτυχία της, αλλά και την επιτυχία της Ιταλίας.








